Livestream

Livestream
Sunday, November 19, 2017, 03:00 PM EST (UTC-5) / 10:00 PM EET (UTC+2) – Richard Strauss: Don Juan, & Burleske in D minor for piano and orchestra | Johannes Brahms: Symphony No.2 in D major – Bertrand Chamayou, Detroit Symphony Orchestra, Fabien Gabel – Live on Livestream

Saturday, December 21, 2013

Wolfgang Amadeus Mozart: The Magic Flute (2006) – A Film by Kenneth Branagh

Το ώριμο πια παιδί-θαύμα της έβδομης τέχνης, λάτρης του Σαίξπηρ και σεναριογράφος, σκηνοθέτης και ηθοποιός Κένεθ Μπράνα μεταφέρει στη μεγάλη οθόνη το κύκνειο άσμα του Μότσαρτ και ίσως τη δημοφιλέστερη όπερα όλων των εποχών, τον «Μαγικό Αυλό». Η αιώνια σύγκρουση του καλού με το κακό, διαχρονικές αξίες και ανθρώπινα δικαιώματα, τυλιγμένα σε ατμόσφαιρα παραμυθιού, από έναν δημιουργό που έχει ήδη καταθέσει στη μεγάλη οθόνη τις εξαιρετικές του ικανότητες. Το αριστούργημα του μεγαλοφυούς Μότσαρτ σε μία μεθυστική κινηματογραφική εμπειρία.

Την παραμονή του πρώτου παγκοσμίου πολέμου, ένα μαγικό δράμα αρχίζει να εκτυλίσσεται όταν ο Ταμίνο ξεκινά ένα επικίνδυνο ταξίδι αναζητώντας την αγάπη, το φως και την ειρήνη σε έναν κόσμο μολυσμένο από το σκοτάδι, τον θάνατο και την καταστροφή. Μία ανατριχιαστική ησυχία κατεβαίνει από ένα τοπίο που ακόμα δεν έχει αγγίξει ο πόλεμος, καθώς ο Ταμίνο και οι συμπολεμιστές του περιμένουν ανήσυχοι το σύνθημα για να ριχτούν στη μάχη. Στο χάος που ακολουθεί, ο Ταμίνο μεταφέρεται σε έναν κόσμο από λυκόφως, μεταξύ ονείρου και εφιάλτη, όπου και διασώζεται από βέβαιο θάνατο με τη βοήθεια τριών νοσοκόμων. Όταν ο Παπατζένο εμφανίζεται στο προσκήνιο και προσπαθεί να κερδίσει αυτός την τιμή της διάσωσης του Ταμίνο, οι Αδερφές στέλνουν τους δύο στρατιώτες σε μία θανάσιμη αποστολή. Πρέπει να σώσουν την Παμίνα, την αξιολάτρευτη κόρη της Βασίλισσας της Νύχτας, που την έχει απαγάγει ο Σκοτεινός Λόρδος Ζαράστρο. Ακολουθεί μία θεαματική μουσική περιπέτεια, όπου το πεπρωμένο ενός αγαπημένου ζευγαριού μπορεί να καθορίσει τη μοίρα των εθνών και τις ζωές εκατομμυρίων ανθρώπων.

ΜΟΥΣΙΚΕΣ ΟΨΕΙΣ ► ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ

Wolfgang Amadeus Mozart (1756-1791)

The Magic Flute

A Film by Kenneth Branagh

Ελληνικοί υπότιτλοι — Greek subtitles

Το βίντεο αυτό δεν είναι πλέον διαθέσιμο λόγω υποβολής αξίωσης πνευματικών δικαιωμάτων από το χρήστη Revolver Entertainment 
This video is no longer available due to a copyright claim submission by the user Revolver Entertainment


Χωρίς υπότιτλους — No subtitles

Το βίντεο αυτό δεν είναι πλέον διαθέσιμο λόγω υποβολής αξίωσης πνευματικών δικαιωμάτων από το χρήστη Revolver Entertainment 
This video is no longer available due to a copyright claim submission by the user Revolver Entertainment


Joseph Kaiser, Tamino
Benjamin Jay Davis, Papageno
Amy Carson, Pamina
René Pape, Sarastro
Lyubov Petrova, Queen of the Night
Tom Randle, Monostatos
Silvia Moi, Papagena
Liz Smith, Old Papagena
Teuta Koco & Louise Callinan & Kim-Marie Woodhouse, The Three Ladies
William Dutton & Luke Lampard & Jamie Manton, The Three Boys

Chamber Orchestra or Europe
Μουσική διεύθυνση: James Conlon

Libretto: Emanuel Schikaneder (1751-1812)
Διασκευή για την οθόνη: Kenneth Branagh
Αγγλικό λιμπρέτο και διάλογοι: Stephen Fry
Σενάριο: Kenneth Branagh & Stephen Fry

Πρεμιέρα: Σεπτέμβριος 2006 (Toronto International Film Festival)
Διάρκεια 133 λεπτά
Γλώσσα: Αγγλικά (Language: English)

Βίντεο υψηλής ευκρίνειας με υψηλή ποιότητα ήχου
High definition video with high quality audio

(HD 1080p)

Δημοσιεύτηκε στο Youtube για λογαριασμό του Blog: Πρόσωπα της Κλασικής Μουσικής (Faces of Classical Music)


Ήταν η φιλοδοξία του Σερ Πίτερ Μουρ να βγάλει την όπερα από το σπίτι της όπερας και να την κάνει να φτάσει σ' ένα ευρύτερο κοινό, που οδήγησε σε αυτήν τη νέα κινηματογραφική εκδοχή του «Μαγικού Αυλού», στην αγγλική γλώσσα. Το αριστούργημα του Μότσαρτ έχει συγκεντρώσει τεράστια απήχηση και έχει συγκινήσει κάθε είδους κοινό, νέους και μεγαλύτερους, από τότε που ανέβηκε για πρώτη φορά στη σκηνή, το 1791. Η ρομαντική και περιπετειώδης ιστορία της συγκεκριμένης όπερας σε συνδυασμό με τα θέματα της ανθρωπιάς και της αλληλεγγύης που θίγει, μαζί με την παγκόσμια δημοτικότητα του Μότσαρτ, έχουν κάνει την όπερα να είναι μία από τις σημαντικότερες και πιο αγαπημένες όλων των εποχών. Αν και οι χρηματοδότες της ταινίας – το ίδρυμα Πίτερ Μουρς – είχαν υπόψη τους έναν αριθμό από ενδεχόμενους σκηνοθέτες για να αναλάβουν την ταινία, ήταν η καλλιτεχνική και εμπορική επιτυχία του Κένεθ Μπράνα με τις κινηματογραφικές διασκευές των έργων του Σαίξπηρ ("Henry V", "Much Ado About Nothing", "Hamlet") που τους έπεισε ότι αυτός ήταν ο σκηνοθέτης που θα μπορούσε να δώσει ζωή στο συγκεκριμένο έργο.

Όπως εξηγεί ο παραγωγός Πιερ-Ολιβιέ Μπάρντετα: «Απευθύνθηκα στον Κένεθ Μπράνα για τον προφανή λόγο ότι είναι εξαιρετικά δημιουργικός στο να διασκευάζει θεατρικά έργα σε επιτυχημένες κινηματογραφικές ταινίες όπως έκανε με αυτά του Σαίξπηρ. Έπρεπε να κάνουμε ακριβώς το ίδιο με αυτήν την όπερα, μία μεταγραφή από το ένα μέσο στο άλλο, γιατί ο κινηματογράφος και η όπερα απέχουν πολύ μεταξύ τους.» Η ενέργεια και το πάθος του Μπράνα αποτελούσαν εγγύηση ότι αυτή η καινούρια εκδοχή του «Μαγικού Αυλού» θα είχε τη δυναμική να μεταμορφωθεί σε μία θαυμάσια κινηματογραφική εμπειρία, που να κόβει την ανάσα με το καλλιτεχνικό της μέγεθος και που σε επίπεδο θεματολογίας να κερδίζει με τον συνδυασμό αυθεντικής συγκίνησης αλλά και στοιχείων κωμωδίας. Κι όλα αυτά, με βάση τους πιο απίστευτους χαρακτήρες.

Ο Μπράνα προσέγγισε τον φίλο και συνεργάτη του Στίβεν Φράι για να τον βοηθήσει στη δημιουργία ενός νέου, αγγλικού λιμπρέτου. Η πρόκληση για τον Φράι ήταν μεγάλη. Έπρεπε να προσαρμόσει το λιμπρέτο στο σήμερα, αποκαλύπτοντας παράλληλα την εγγενή κωμική φύση της όπερας. Και μάλιστα, έπρεπε να βρει στίχους με το πιο κατάλληλο μέτρο και ρυθμό για ένα κείμενο που αρχικά είχε γραφτεί στα γερμανικά.


Ο Μπράνα έφερε στο πρότζεκτ ένα αξιόλογο επιτελείο συντελεστών με τους οποίους είχε συνεργαστεί και στο παρελθόν με αξιώσεις αλλά και καστ εξοικειωμένο με την όπερα και τις αρχές της. Η Λιούμποβ Πέτροβα, που υποδύεται τη Βασίλισσα της Νύχτας, παρατηρεί: «Το να δουλεύεις με τον Κένεθ Μπράνα είναι μία μοναδική εμπειρία. Το ότι είμαι τραγουδίστρια όπερας δεν μου επιτρέπει να σκάψω τόσο βαθιά στον χαρακτήρα και να αναλύσω την κάθε του λέξη, το κάθε του συναίσθημα και να συζητώ όλη την εξέλιξή του με τον σκηνοθέτη. Με τον Κένεθ Μπράνα είχα όλες αυτές τις ευκαιρίες...» Ο ίδιος ο σκηνοθέτης θυμάται: «Οι προκλήσεις που αντιμετώπισα είχαν πολλά κοινά με αυτές των έργων του Σαίξπηρ: το να μεταφέρεις σπουδαία τέχνη σε ένα άλλο μέσο χωρίς να χάσεις την ουσία και τη μαγεία της. Ο «Μαγικός Αυλός» έχει ανέβει στη σκηνή με τόσο διαφορετικά σκηνικά σαν κι αυτά του «Άμλετ». Τον έχουμε δει στο φεγγάρι, στο τσίρκο, στο Στόουνχετζ, στην παραλία. Ένα κλειδί για μένα, ανεξαρτήτως σκηνικού ή προσέγγισης, είναι η αλήθεια στην ερμηνεία – ανεξάρτητα από τις τεχνικές δυσκολίες που σου δημιουργεί η πρώτη ύλη, είτε είναι Μότσαρτ είτε είναι Σαίξπηρ...»

Επιλέγοντας να μπερδέψει τους λάτρεις της παράδοσης, ο Μπράνα έστησε τη δική του εκδοχή της όπερας, στα πρώτα χρόνια του 20ου αιώνα, σε μία εποχή που η πρώτη παγκόσμια σύγκρουση του βιομηχανοποιημένου κόσμου κατακτούσε τον κόσμο, δείχνοντας την ανυπολόγιστη δύναμη, αποφασιστικότητα και φονική διάθεση των μοντέρνων κοινωνιών. Εξηγώντας αυτήν του την απόφαση ο Μπράνα ανέφερε σχετικά: «Στην καρδιά του Μαγικού Αυλού διερευνάται μία σύγκρουση. Αυτό έχει ενσωματωθεί μουσικά και καθώς εκτυλίσσεται η όπερα ασχολείται με την επίλυση των αντιθέτων που το ένα αντιμάχεται το άλλο: το σκοτάδι πολεμά το φως, η αγάπη πολεμά το μίσος και, στη δική μας περίπτωση, πιο άμεσα, η ειρήνη πολεμά τον πόλεμο. Η προφανής σύγκρουση είναι μεταξύ του Ζαράστρο και της Βασίλισσας της Νύχτας. Δίνοντας στον καθένα ένα οπλοστάσιο και παρουσιάζοντας οπτικά το τοπίο του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, δημιουργείται μία ιεράρχηση της δράσης αυτών των χαρακτήρων. Ο μεγάλος πόλεμος παρέχει μία περιοχή κυριολεκτική και μεταφορική που είναι τόσο φορτισμένη και τόσο σύνθετη όσο και η ίδια η όπερα. Είναι επίσης αλήθεια ότι σε αυτή την αποκρουστική περίοδο της ιστορίας μας, η μουσική, το λαϊκό τραγούδι, η ποίηση και το γέλιο ήταν μέρη του μηχανισμού επιβίωσης. Το σκηνικό, επομένως, δίνει τη δυνατότητα στο ρομαντικό στοιχείο αλλά και στο χιούμορ – την κωμική πλευρά της όπερας – να αναπτυχθούν το ίδιο δυναμικά. Τέλος, από την πλευρά της πλοκής, παρέχει τα μέσα για την ανάπτυξη μιας επικής περιπέτειας με μία σίγουρα αγωνιώδη αλλά μαζί και συνεκτική κινηματογραφική αφήγηση.»


Μέχρι τον Μάρτιο του 2005, το καστ των τραγουδιστών όπερας που είχε συγκεντρώσει ο Μπράνα ήταν στη θέση του. Περιλάμβανε ένα διεθνές καστ από ανερχόμενα αστέρια της όπερας όπως τους Τζόζεφ Κάιζερ (Ταμίνο), Μπεν Ντέιβις (Παπατζένο), Σίλβια Μόι (Παπατζένα), Έιμι Κάρσον (Παμίνα), μαζί με τους πιο καταξιωμένους τραγουδιστές Ρενέ Πάπε (Ζαράστρο), Λιούμποβ Πέτροβα (Βασίλισσα της Νύχτας) και Τομ Ραντλ (Μονόστατος). Όλοι μαζί συνέθεσαν μία ομάδα που κάτω από την ιδιαίτερη καθοδήγηση του Μπράνα θα έφερνε τις συνδυασμένες ικανότητές της, ταλέντο και ενθουσιασμό σε αυτή τη φρέσκια αντιμετώπιση του «Μαγικού Αυλού». Σχολιάζοντας τους πρωταγωνιστές του ο Μπράνα, επισημαίνει: «Αν και η εμπειρία τους – με κάποιες εξαιρέσεις – ήταν περιορισμένη, ο ενθουσιασμός και η διαθεσιμότητα σε καινούργιους τρόπους έκφρασης ήταν απεριόριστος. Κατά τη διαδικασία της πρόβας, περάσαμε πολύ χρόνο διαβάζοντας το λιμπρέτο και αναλύοντας την ψυχολογία των χαρακτήρων και των σχέσεών τους πριν αρχίσουμε να το τραγουδάμε. Δουλέψαμε πολύ για να δημιουργήσουμε μία ατμόσφαιρα εμπιστοσύνης. Οι περισσότεροι δεν είχαν δουλέψει ποτέ πριν σε ταινία. Κι εγώ δεν είχα δουλέψει σε όπερα. Ήμασταν όλοι ξένοι, σε ξένη γη. Αυτό σε κάνει ευάλωτο και πρόθυμο να ακούσεις και να μάθεις. Κάναμε πολλά από αυτά...»


Για την Όπερα

«Μόλις επέστρεψα από την όπερα, που ήταν πιο γεμάτη από ποτέ... Αυτό που μου δίνει πάντα τη μεγαλύτερη ικανοποίηση είναι η σιωπηλή επιδοκιμασία. Βλέπεις πια πως αυτή η όπερα γίνεται όλο και πιο δημοφιλής...» Ο Μότσαρτ γράφει στη γυναίκα του Κονστάνς, 7-8 Οκτωβρίου 1791.

Όταν πρωτοπαρουσιάστηκε το 1791, η όπερα του Μότσαρτ «Μαγικός Αυλός» ήταν μία αποκάλυψη μουσικής πρωτοτυπίας και ποικιλίας σε ένα ανυποψίαστο βιενέζικο κοινό. Ανακάλυψαν μία νέα μορφή γερμανικού μουσικού θεάτρου, που ήταν ένας εμπνευσμένος γάμος της μαζικής λαϊκής διασκέδασης με το υψηλό δράμα κύρους που μέχρι τότε απευθυνόταν μονάχα στα λεπτά γούστα των ευγενών και των αυλικών. Το πρώτο κοινό του Μότσαρτ ήταν καταγοητευμένο και μερικές φορές μπερδεμένο από την αφήγηση, τη στιλιστική πολυφωνία και τις εγγενείς αντιφάσεις των ιστοριών της όπερας. Είναι όμως αυτά τα ίδια στοιχεία που εξακολουθούν να συναρπάζουν το σύγχρονο κοινό για περισσότερο από δύο αιώνες μετά.


Ο Κένεθ Μπράνα

Γεννημένος το 1960 στη Βόρεια Ιρλανδία ο Κένεθ Μπράνα κατείχε για πολλά χρόνια τον τίτλο του παιδιού-θαύματος, ενώ σήμερα θεωρείται ολοκληρωμένος δημιουργός από τους λίγους του είδους. Είκοσι τριών χρόνων μπήκε στην ομάδα του Royal Shakespeare Company, όπου και πήρε πρωταγωνιστικούς ρόλους στα έργα "Henry V" και "Romeo and Juliet". Γρήγορα όμως βρήκε τη R.S.C μεγάλη και απρόσωπη και ίδρυσε τη δική του θεατρική εταιρεία με το όνομα Renaissance Theater Company. 29 χρόνων σκηνοθέτησε και πρωταγωνίστησε στην ταινία "Henry V" με συμπρωταγωνίστρια την τότε σύζυγό του Έμα Τόμσον. Η ταινία τού χάρισε υποψηφιότητες για Όσκαρ Καλύτερου Α΄ Ανδρικού Ρόλου και Καλύτερου Σκηνοθέτη. Το 1993, έφερε και πάλι τον Σαίξπηρ στο προσκήνιο ενός ευρύτερου κοινού με τη μεταφορά τους έργου του "Much Ado About Nothing" στον κινηματογράφο, με ένα all-star πρωταγωνιστικό καστ, περιλαμβανομένων των Ντένζελ Ουάσινγκτον και Κιανού Ριβς. 30 χρόνων εξέδωσε την αυτοβιογραφία του και σκηνοθέτησε – και πρωταγωνίστησε σαν Βίκτορ Φρανκενστάιν – στη μεγάλη παραγωγή "Frankenstein", της Μέρι Σέλεϊ, με τον Ρόμπερτ ντε Νίρο στον ρόλο του τέρατος. Το 1996 ο Μπράνα έγραψε, σκηνοθέτησε και πρωταγωνίστησε σε μία πολυτελή κινηματογραφική μεταφορά του θρυλικού "Amlet". Τα τελευταία χρόνια έχει πρωταγωνιστήσει σε ταινίες όπως οι "Celebrity", "Wild Wild West", "Alien Love Triangle", "Harry Potter and the Chamber of Secrets", κ.ά.

Πηγή: myfilm.gr


W. A. Mozart:
Die Zauberflöte, K.620 (1791)

The Magic Flute

A Film by Kenneth Branagh

Tuesday, December 17, 2013

Ennio Morricone: Mission – Ennio Morricone

Το έργο είναι μια μείξη των μουσικών ιδεών που επενδύουν διαφορετικές πτυχές της κινηματογραφικής ταινίας για την οποία γράφτηκε. Υπάρχει ο ακατέργαστος ήχος των τυμπάνων της ζούγκλας αλλά και της γήινης ύπαρξης του ανθρώπου, υπάρχουν φωνητικά και σόλο θέματα που απεικονίζουν την τελειότητα στην οποία ο άνθρωπος επιδιώκει να φτάσει, αλλά και το ισχυρό ορχηστρικό συναίσθημα του θυμού και της σφοδρής επιθυμίας στην οποία μπορεί τόσο εύκολα να υποκύψει. Αυτές οι διάφορες θεματικές αποτελούν καθοριστικά στοιχεία, και συνδυάζονται για να δημιουργήσουν μια μουσική εμπειρία που συμπληρώνει τέλεια την ιστορία στην οθόνη αλλά και λειτουργεί πολύ ικανοποιητικά ως μουσική εμπειρία από μόνη της.

ΜΟΥΣΙΚΕΣ ΟΨΕΙΣ ► ΣΥΓΧΡΟΝΕΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΕΣ

Ennio Morricone (1928-)

♪ Mission




Francesco Pomarico, oboe

Orchestra Sinfonica Nazionale della Rai
Coro di voci bianche e Coro da Camera dell'Accademia Nazionale di Santa Cecilia
Διευθύνει ο Ennio Morricone

Concerto di Natale da Assisi

Dalla Basilica Superiore di San Francesco, 25 Δεκεμβρίου 2012

(HD 720p)

Πηγή: koinotopia.gr

Wednesday, December 11, 2013

Hector Berlioz (11 Δεκεμβρίου 1803 - 8 Μαρτίου 1869)

Επέτειος της γέννησής του • Remembering Hector Berlioz on his birthday


Hector Berlioz (1803-1869)
Ο Λουί - Εκτόρ Μπερλιόζ γεννήθηκε στις 11 Δεκεμβρίου του 1803 στην Ακτή του Αγ. Ανδρέα, μια μικρή κωμόπολη κοντά στη Λιόν, στη Γαλλία. Το μεγαλύτερο από πέντε παιδιά, εκπαιδεύτηκε στο σπίτι από τον πατέρα του, Λουί - Ζοζέφ, έναν επιτυχημένο γιατρό που του δίδαξε λογοτεχνία, επιστήμη και γλώσσες. Η μουσική αντιμετωπιζόταν ως ψυχαγωγία.

Ο Εκτόρ ήταν ένα ευαίσθητο παιδί που επηρεαζόταν συναισθηματικά από οτιδήποτε έβλεπε ή άκουγε. Οι ιστορίες συχνά τον συγκινούσαν μέχρι δακρύων. Όταν ήταν μόλις 12 χρονών, ερωτεύτηκε παράφορα την 18χρονη κόρη του γείτονά τους, Εστέλ Ντιμπέφ, και αποφάσισε να εκφράσει αυτό το αίσθημα μουσικά. Εκείνη την εποχή έπαιζε ήδη καλά μια φλογέρα που ανακάλυψε σε κάποιο συρτάρι, σύντομα όμως ασχολήθηκε με το φλάουτο. Ο πατέρας του αναγνώρισε το ταλέντο του Εκτόρ και φρόντισε να το καλλιεργήσει παίρνοντας μαθήματα. Σε ένα χρόνο ο Εκτόρ ήταν σε θέση να συμμετέχει σε ένα τοπικό σύνολο εγχόρδων για το οποίο έγραψε διάφορες συνθέσεις.

Ο Λουί Ζοζέφ εξακολούθησε να ενθαρρύνει τη μουσική κλίση του Εκτόρ και χάρηκε όταν κάποιος παρισινός εκδότης δέχθηκε να δημοσιεύσει μια σύνθεση του 15χρονου γιου του. Συγχρόνως βέβαια ήλπιζε ότι ο γιος του θα ακολουθήσει την οικογενειακή παράδοση και θα γίνει γιατρός. Μολονότι ο Εκτόρ δεν ενδιαφερόταν, συμφώνησε να παρακολουθήσει την Ιατρική Σχολή του Παρισιού, τον Οκτώβριο του 1821, με την πεποίθηση ότι η πόλη θα του άνοιγε νέους μουσικούς ορίζοντες. Ο Εκτόρ ήταν κοντός για την ηλικία του, λίγο πάνω από 1,50μ., αλλά τα ξανθά μαλλιά του και η υγεία της εξοχής τον έκαναν αρκετά συμπαθητικό. Η ζωντάνια της γαλλικής πρωτεύουσας τον βρήκε απροετοίμαστο και τρομαγμένος ρίχτηκε στην αναζήτηση πνευματικής τροφής, σε μαθήματα και θέατρα. Απέφευγε τους χορούς και τις θορυβώδεις διασκεδάσεις. Στο Παρίσι ανακάλυψε την όπερα. Πιστεύοντας ότι αυτή ήταν το πεπρωμένο του, ξεκίνησε εντατικές μουσικές σπουδές που έμελλε να κρατήσουν έξι χρόνια. Εγκατέλειψε την ιατρική, παρόλο που πέρασε τις εξετάσεις του, το 1824. Η απόφασή του δυσαρέστησε τον πατέρα του, ο οποίος διέκοψε την αποστολή της χρηματικής βοήθειας. Για να ζήσει, παρέδιδε μαθήματα κιθάρας σε ένα τοπικό σχολείο και συμμετείχε στη χορωδία μιας θεατρικής επιθεώρησης. Η πρώτη του απόπειρα να παρουσιάσει ένα δικό του έργο τον ίδιο χρόνο κατέληξε σε αποτυχία, με αποτέλεσμα να δανειστεί χρήματα για να παρουσιάσει ένα άλλο κοντσέρτο. Η αποφασιστικότητά του αυτή τη φορά ανταμείφθηκε με μια τεράστια επιτυχία. Αρχίζει να γίνεται γνωστός και το 1826 γίνεται δεκτός στο Ωδείο του Παρισιού. Διεκδικεί το «Βραβείο της Ρώμης», το οποίο τελικά κερδίζει το 1830, μετά από τέσσερεις αποτυχημένες απόπειρες. Στην πραγματικότητα, ενδιαφερόταν για την γενναιόδωρη πενταετή υποτροφία που προσέφερε το βραβείο, παρά για τη δυνατότητα να σπουδάσει μουσική στη Ρώμη. Η πόλη δεν ήταν πια το κέντρο των τεχνών όπως πριν 100 χρόνια.

Το 1827, ενώ παρακολουθούσε μια παράσταση του Σαιξπηρικού Άμλετ, ερωτεύτηκε την πρωταγωνίστρια, την Ιρλανδή ηθοποιό Χάριετ Σμίθσον. Ο Μπερλιόζ την βομβάρδισε με ερωτικά γράμματα, αλλά εκείνη τον αγνόησε. Ο πληγωμένος συνθέτης τριγύριζε τις νύχτες άγρυπνος στους δρόμους. Τελικά αποφάσισε, όπως προηγουμένως με την Εστέλ, να εκφράσει τα καταπιεσμένα του αισθήματα με τη μουσική και το 1830 συνέθεσε την Φανταστική Συμφωνία.

Ο Μπερλιόζ έστρεψε κατόπιν το ενδιαφέρον του στην 18χρονη Καμίλ Μοκ, που δίδασκε πιάνο στο ίδιο σχολείο όπου ο ίδιος δίδασκε κιθάρα. Η πρόθεσή του να την παντρευτεί, αλλά και η αυξανόμενη φήμη του στο Παρίσι, τον έκαναν διστακτικό σχετικά με την εγκατάστασή του στην Ιταλία. Τα προαισθήματά του αποδείχτηκαν βάσιμα - εξαφανίστηκε μουσικά και η Καμίλ παντρεύτηκε κάποιον άλλο. Οργισμένος ο Μπερλιόζ ξεκινά για τη Γαλλία, αλλά αρρωσταίνει στη Φλωρεντία. Για άλλη μια φορά μεταμορφώνει τα συναισθήματά του σε μουσική και συνθέτει το συγκινητικό Lelio ή Η Επιστροφή στη Ζωή. Ο Μπερλιόζ έμεινε δύο χρόνια στην Ιταλία προτού επιστρέψει στο Παρίσι το 1832. Ήταν αποφασισμένος να διακριθεί ως συνθέτης όπερας. Η πόλη είχε καταποντιστεί από την επανάσταση μόλις δύο χρόνια πριν και στους δρόμους υπήρχε ένταση. Ο Μπερλιόζ αισθάνθηκε απόλυτα συντονισμένος με τη στιγμή, γεμάτος θέληση να ανατρέψει τους κατεστημένους τρόπους και να εισάγει νέες ιδέες.

Μόλις επέστρεψε στο Παρίσι, άρχισε να οργανώνει συναυλίες με δικά του έργα. Είχε γράψει και την όπερα Οι Εύθυμοι Δικαστές σε λιμπρέτο του φίλου του ποιητή Ιμπέρ Φεράν. Καμιά εν τούτοις όπερα δεν δέχτηκε το έργο και ο συνθέτης έγινε έξαλλος. Συνήθως κατέστρεφε τα έργα του από την απελπισία, αλλά αυτό το αναθεώρησε και το ξανάγραψε με την ελπίδα ότι κάποιος θα το δεχόταν.

Το 1833 η φήμη του βρίσκεται σε ανοδική πορεία. Τον ίδιο χρόνο ο Μπερλιόζ συναντά τον παλιό έρωτά του, τη Χάριετ Σμίθσον, σε κάποια συναυλία του. Το πάθος του αναζωπυρώνεται και της προτείνει γάμο. Οι γονείς του είναι εντελώς αντίθετοι με τα σχέδιά του. Η Χάριετ υποχωρεί μόνο όταν ο Μπερλιόζ απειλεί να φαρμακωθεί. Παντρεύτηκαν σε ένα παρεκκλήσι στις 3 Οκτωβρίου του 1833, με μάρτυρα τον Λιστ. Μετά από μια σύντομη περίοδο μέλιτος, μετακόμισαν σε ένα σπιτάκι στη Μονμάρτη όπου τον Αύγουστο της επόμενης χρονιάς γεννήθηκε ο μοναχογιός τους Λουί.

Ο Μπερλιόζ λάβαινε τις 3000 φράγκα του «Βραβείου της Ρώμης» για το καθορισμένο διάστημα, αλλά όταν το 1835 η υποτροφία εξαντλήθηκε, εργάστηκε ως μουσικοκριτικός. Εξακολούθησε να γράφει όπερες, αλλά λίγες έφταναν στη σκηνή. Κι όταν ανέβαιναν, έκαναν συνήθως μόνο λίγες παραστάσεις. Αντίθετα, τα μη οπερατικά έργα του τον καθιέρωσαν ως τον καλύτερο Γάλλο συνθέτη των δεκαετιών 1830 και 1840. Εν τω μεταξύ ο γάμος του με τη Χάριετ ήταν λιγότερο ευτυχισμένος από όσο προσδοκούσε και δημιούργησε ερωτικές σχέσεις με την Ισπανίδα τραγουδίστρια Μαρία Ρέκιο. Ήταν εκείνη που τον συνόδευσε στην πρώτη του επίσκεψη στο εξωτερικό, στο Βέλγιο, το 1842. Αυτή ήταν η πρώτη από πολλές περιοδείες σε ολόκληρη την Ευρώπη τα 20 επόμενα χρόνια. Οι πιο επιτυχημένες ήταν στη Ρωσία το 1846, όπου τον υποδέχθηκαν με μεγάλες τιμές και στην Αγγλία το 1848 και 1851-1952. Η πρώτη Αγγλική περιοδεία εντούτοις, σκιάστηκε από τη χρεοκοπία του εργοδότη του που συνέβη προτού δώσει στον συνθέτη την αμοιβή του.

Σύντομα όμως η τραγωδία αιφνιδίασε την επιτυχία του. Ο πατέρας του πέθανε το 1848, χωρίς ποτέ να ακούσει τη μουσική του γιου του. Η Χάριετ έμεινε παράλυτη μετά από ένα εγκεφαλικό επεισόδιο και πέθανε το 1854. Μετά από μια σύντομη περίοδο πένθους, ο Μπερλιόζ παντρεύτηκε την ερωμένη του Μαρία Ρέκιο. Παρόλα αυτά δεν υπήρχε πάθος στη σχέση αυτή και η Μαρία δεν έγινε ποτέ μούσα του.
Με άσβεστη τη λαχτάρα για μια οπερατική επιτυχία, ο Μπερλιόζ εμπνεύστηκε τους Τρώες - την πιο γνήσια όπερά του. Έκανε 22 παραστάσεις στην 'Οπερα του Παρισιού το 1863. Στα 60 χρόνια του, ο Μπερλιόζ αισθανόταν γέρος και κουρασμένος κι άρχισε να υποφέρει από εντερικά. Μετά το θάνατο της Μαρίας το 1864, ο Μπερλιόζ στράφηκε στα νεανικά του πάθη και ξανασυνάντησε την Εστέλ Ντιμπέφ η οποία πλησίαζε τα εβδομήντα. Απέρριψε τις προτάσεις του, αλλά παρέμειναν φίλοι. Ήδη το 1868, ο Μπερλιόζ ήταν πολύ άρρωστος για να εγκαταλείψει το Παρίσι και πέθανε εκεί στις 8 Μαρτίου του 1869. Τάφηκε στο κοιμητήριο της Μονμάρτης.

(Orbis Publishing Limited, μετάφραση: Γιάννης Χαραλαμπίδης)
Πηγή: http://peri-texnon.blogspot.gr/

Friday, December 06, 2013

Remembering Henryk Górecki on his birthday

Henryk Górecki (6 Δεκεμβρίου 1933 - 12 Νοεμβρίου 2010)

Επέτειος της γέννησής του

Henryk Mikołaj Górecki, 1993






















Ο Χένρικ Γκορέτσκι (Henryk Górecki, Γκούρετσκι η ορθή προφορά του ονόματός του στα Πολωνικά) γεννήθηκε στις 6 Δεκεμβρίου 1933 στο χωριό Τσέρνιτσα της νοτιοδυτικής Πολωνίας. Η οικογένειά του αγαπούσε τη μουσική. Ο πατέρας του Ρόμαν (1904-1991) ήταν σιδηροδρομικός και ερασιτέχνης μουσικός, ενώ η μητέρα του Οτίλια (1909-1935) έπαιζε πιάνο. Η μητέρα του πέθανε, όταν ήταν δύο ετών και πολλά από τα πρώιμα έργα του είναι αφιερωμένα στη μνήμη της. Ο Χένρικ ενδιαφέρθηκε από νωρίς για τη μουσική, αλλά αποθαρρύνθηκε, τόσο από τον πατέρα του, όσο και από τη μητριά του, που δεν τον άφηνε να παίζει στο πιάνο της μητέρας του. Αυτός επέμεινε και σε ηλικία 10 ετών άρχισε μαθήματα βιολιού με ένα συγχωριανό του ερασιτέχνη μουσικό.

Το 1945, ενώ έπαιζε με τα παιδιά της γειτονιάς του, έπαθε εξάρθρωση γοφού. Η κακή διάγνωση του τοπικού γιατρού του προκάλεσε μόλυνση και σοβαρό πρόβλημα υγείας. Χρειάστηκε να υποβληθεί σε τέσσερεις εγχειρήσεις και να παραμείνει στο νοσοκομείο συνολικά είκοσι μήνες για να δει την υγεία του να καλυτερεύει. Προσωρινά, όμως, καθώς μία φυματίωση που του παρουσιάσθηκε επέτεινε το πρόβλημα με την υγεία του, που τον ταλαιπώρησε σε όλη τη διάρκεια της ζωή του, μέχρι σημείου «να συνομιλεί συχνά με τον θάνατο», όπως έλεγε.

Το 1952 πήγε για πρώτη φορά σε Ωδείο και μέσα σε τρία χρόνια έμαθε κλαρινέτο, πιάνο, μουσική θεωρία, βελτίωσε τις επιδόσεις του στο βιολί και άρχισε να συνθέτει. Από το 1955 συνέχισε τις σπουδές στη Μουσική Ακαδημία του Κατοβίτσε, με καθηγητή τον συνθέτη Μπόλεσλαβ Σαμπέλσκι (μαθητή του Κάρολ Σιμανόφσκι), ενώ παρέδιδε μαθήματα μουσικής για τα προς το ζην. Ο Σαμπέλσκι τον μύησε στη νεοκλασική ανάγνωση της αντίστιξης και στην πολωνική λαϊκή μουσική, αλλά την ίδια περίοδο ο Γκορέτσκι ήταν απορροφημένος στους κανόνες του δωδεκαφθογγικού σειραϊσμού. Αποφοίτησε με άριστα από την Ακαδημία το 1960.

Το 1968 προσελήφθη στη Μουσική Ακαδημία του Κατοβίτσε και το 1972 προήχθη σε καθηγητή της σύνθεσης. Ήταν πολύ αυστηρός δάσκαλος, ο φόβος και ο τρόμος του Ωδείου, λόγω του απότομου χαρακτήρα του και των συχνά ανελέητων σχολίων του για τις επιδόσεις των μαθητών του. «Όταν τον πρωτοάκουσα στην τάξη ένοιωσα σαν κάποιος να μου άδειασε μια κανάτα κρύο νερό στο κεφάλι», θυμάται ο μαθητής του και μετέπειτα συνθέτης Ραφάλ Αουγκουστίν. Ο ίδιος, όμως, αναγνωρίζει ότι όσοι αποφοίτησαν από την τάξη του Γκορέτσκι έγιναν αξιοσέβαστοι συνθέτες.

Το 1975 αναλαμβάνει διευθυντής της Σχολής, αν και δεν ήταν μέλος του Ενωμένου Εργατικού Κόμματος Πολωνίας (Κομμουνιστικού), που κυβερνούσε τη χώρα από το 1945. Οι διαρκείς του κόντρες με την κομματική γραφειοκρατία τον οδήγησαν σε παραίτηση το 1979, όταν διαμαρτυρήθηκε για την κυβερνητική απόφαση να μην επιτραπεί στον πολωνικής καταγωγής Πάπα Ιωάννη - Παύλο Β’ να επισκεφθεί το Κατοβίτσε. Αμέσως μετά ίδρυσε το τοπικό παράρτημα του Καθολικού Συλλόγου Διανοουμένων, μιας οργάνωσης που αντιμαχόταν το Κομμουνιστικό Κόμμα. Παρέμεινε πολιτικά ενεργός έως την πτώση του Κομμουνισμού το 1989. Μάλιστα, το 1991 συνέθεσε το Miserere για μεγάλη ορχήστρα, σε ανάμνηση της αστυνομικής βίας κατά του συνδικάτου Αλληλεγγύη, που βρισκόταν στην πρωτοπορία του αντικομμουνιστικού αγώνα τη δεκαετία του '80.

Παράλληλα με τα διδακτικά του καθήκοντα ο Γκορέτσκι ασχολήθηκε με τη σύνθεση, όσο του επέτρεπε η ασθενική κράση του. Τα πρώτα έργα του χρονολογούνται από τα μέσα της δεκαετίας του '50 και κινούνται στα χνάρια του Πιερ Μπουλέζ και της σειραϊκής πρωτοπορίας. Θεωρείται ο ιδρυτής της αποκληθείσας Νέας Πολωνικής Σχολής, μαζί με τον άλλο διάσημο συνθέτη της γενιάς του, τον Κζίστοφ Πεντερέτσκι. Και οι δύο επωφελήθηκαν από την ανοχή που επέδειξαν οι κομμουνιστικές αρχές προς τη μοντέρνα τέχνη, αν και συχνά τους κατηγορούσαν για φορμαλισμό (χαρακτηρισμός που αποδιδόταν σε όσους ξέφευγαν από τις νόρμες του σοσιαλιστικού ρεαλισμού).

Τον Φεβρουάριο του 1958 δόθηκε η πρώτη συναυλία με έργα του στο Κατοβίτσε. Η επιτυχία της έφερε και τις πρώτες παραγγελίες για τον νεαρό συνθέτη, ελαφρύνοντας κάπως τη δεινή οικονομική του κατάσταση. Ο Επιτάφιος (Epitafium), έργο του 1958 για χορωδία και ορχηστρικό σύνολο, θεωρήθηκε ως «η πιο παραστατική και σφύζουσα έκφραση του νέου πολωνικού κύματος στη μουσική». Τον επόμενο χρόνο έγραψε την Πρώτη Συμφωνία και το 1960 τα Scontri (Συγκρούσεις), που εντυπωσίασαν τους κριτικούς.

Το 1961 ο Γκορέτσκι βρισκόταν στην εμπροσθοφυλακή της πολωνικής αβάν-γκαρντ, έχοντας αφομοιώσει τις επιρροές του από τους Βέμπερν, Μπουλέζ και Ξενάκη κι έχοντας διαμορφώσει το δικό του στυλ. Αρχίζει να γίνεται γνωστός στο εξωτερικό. Μεταβαίνει για σπουδές στη Γαλλία και επηρεάζεται από τη μουσική των Ολιβιέ Μεσιάν και Καρλχάιντς Στοκχάουζεν. Από τα τέλη της δεκαετίας του ‘60 αρχίζει να απομακρύνεται από τη μουσική πρωτοπορία και να συνθέτει σ’ ένα πιο παραδοσιακό, νεορομαντικό εκφραστικό ύφος. Ξεχωριστό έργο αυτής της περιόδου είναι η Συμφωνία αρ. 2, γνωστή και ως Κοπερνίκεια. Γράφτηκε το 1972 για να τιμηθούν τα 500 χρόνια από τη γέννηση του πολωνού αστρονόμου Νικολάου Κοπέρνικου.

Το 1976 συνθέτει τη Συμφωνία αρ. 3, γνωστή και με τον υπότιτλό της Συμφωνία των Λυπημένων Τραγουδιών, ένα αργό και υποβλητικό έργο για σοπράνο και ορχήστρα, που θα αποτελέσει τη μεγαλύτερη επιτυχία του δεκάξι χρόνια αργότερα, όταν θα ηχογραφηθεί από τη Σινφονιέτα του Λονδίνου υπό τον Ντέιβιντ Ζίνμαν, με σολίστ τη σοπράνο Ντον Άπσοου. Θα κυκλοφορήσει από τη δισκογραφική εταιρεία Nonesuch/Warner και θα πουλήσει πάνω από ένα εκατομμύριο δίσκους μόνο στη Μεγάλη Βρετανία, φθάνοντας ως το Νο6 του βρετανικού πίνακα επιτυχιών, συναγωνιζόμενο ευθέως τους ποπ και ροκ καλλιτέχνες της εποχής. Είχε γίνει γνωστό το 1985, όταν ένα απόσπασμά του χρησιμοποιήθηκε στο σάουντρακ της ταινίας του Μορίς Πιαλά Police. Το πιο δημοφιλές έργο του Γκορέτσκι αποτελείται από τρία μέρη: Το πρώτο είναι βασισμένο σ’ ένα θρήνο του 15ου αιώνα, το δεύτερο χρησιμοποιεί τα λόγια μιας νεαρής κοπέλας, της Ελενα Μπλαζούσιακ, που έγραψε στον τοίχο μιας φυλακής της Γκεστάπο, ζητώντας από την Παναγία να τη βοηθήσει. Το τρίτο μέρος της συμφωνίας περιλαμβάνει τα λόγια μιας μητέρας που έχασε τον γιο της σε μία από τις εξεγέρσεις των Πολωνών για την ανεξαρτησία της χώρας τους.

Παρά τη μεγάλη επιτυχία της Τρίτης Συμφωνίας, ο Γκορέτσκι άντεξε στον πειρασμό να συνθέσει ένα έργο στο ίδιο στυλ και συνέχισε να γράφει «υπακούοντας στις εσωτερικές του φωνές». Κριτικοί και μουσικολόγοι επαινούν το έργο του και τον εντάσσουν στο κλίμα του αποκληθέντος Αγίου Μινιμαλισμού, με συνθέτες όπως οι Άρβο Περτ, Τζον Τέβενερ και Γκίγια Κάντσελι. Κοινός τόπος αυτών των συνθετών, η απλότητα στον ρυθμό και τη μελωδία και τα βαθιά θρησκευτικά πιστεύω. Στις 12 Νοεμβρίου 2010, ο θάνατος του χτύπησε την πόρτα και δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει τη Συμφωνία αρ. 4, η πρεμιέρα της οποίας επρόκειτο να δοθεί στο Λονδίνο. Ήταν παντρεμένος από τον Ιούλιο του 1959 με τη συμφοιτήτριά του στο Ωδείο και μετέπειτα καθηγήτρια πιάνου Γιανβίγκα Ρουράνσκα, με την οποία απέκτησε δύο παιδιά: την πιανίστρια Άννα Γκορέτσκα-Στάντσικ (γ. 1967) και τον συνθέτη Μικολάι Γκορέτσκι (γ. 1971).


Είπε:

«Γεννήθηκα στη Σιλεσία. Είναι παλιά πολωνική γη, αλλά με παρούσες τρεις κουλτούρες: Πολωνική, Τσεχική και Γερμανική. Η λαϊκή τέχνη, η τέχνη γενικότερα, δεν έχει σύνορα. Η Πολωνική Κουλτούρα είναι ένα υπέροχο μίγμα. Όταν κοιτάς την ιστορία της Πολωνίας είναι ακριβώς η πολυπολιτισμικότητα, η παρουσία των μειονοτήτων που έκαναν την Πολωνία αυτό που είναι σήμερα.»

«Οι μαθητές μου στη Μουσική Ακαδημία, μου ζητούσαν πολλά, πολλά πράγματα, πώς να γράψουν μουσική και τι να γράψουν. Εγώ τους απαντούσα: Εάν μπορείς να ζήσεις χωρίς μουσική για δύο ή τρεις μέρες, τότε μην γράφεις... Πέρασε καλύτερα τον χρόνο σου με το κορίτσι σου ή με μία μπύρα. Εάν δεν μπορείς να ζήσεις χωρίς μουσική, τότε γράψε.»

«Δεν διαλέγω του ακροατές μου. Δεν γράφω για τους ακροατές μου. Τους σκέπτομαι, αλλά δεν γράφω γι’ αυτούς. Έχω να τους πω κάτι, αλλά θα πρέπει να καταβάλουν και αυτοί προσπάθεια για να το καταλάβουν. Εάν τους σκεπτόμουν δεν θα μπορούσα να γράψω.»

«Θα ήταν τρομερή φτώχεια για τη ζωή εάν η μουσική ήταν πολιτική. Δεν μπορώ να φανταστώ τι είναι πολιτική μουσική. Η μουσική είναι μουσική, όπως η ζωγραφική είναι ζωγραφική. Εγώ μπορώ να έχω τα πολιτικά μου πιστεύω, τα οποία αφορούν μόνο την προσωπική μου ζωή».


Επιλεγμένα Έργα:

• Epitafium (Επιτάφιος), για μικτή χορωδία και ορχηστρικό σύνολο. (1958)
• Scontri (Συγκρούσεις), για ορχήστρα. (1960)
• Τρία Κομμάτια σε Παλιό Στυλ, για ορχήστρα εγχόρδων. (1963)
• Refren (Ρεφρέν), για Ορχήστρα. (1965)
• Συμφωνία αρ. 2, «Κοπερνίκεια». (1972)
• Συμφωνία αρ. 3, «Συμφωνία των Λυπημένων τραγουδιών». (1975)
• Beatus Vir (Μακάριος ο Ανήρ), ψαλμός για βαρύτονο, μικτή χορωδία και ορχήστρα. (1979)
• Lerchenmusik (Η Μουσική του Κορυδαλλού), για κλαρινέτο, τσέλο και πιάνο. (1986)
• Totus Tuus (Όλος Δικός σας), για χορωδία. (1987)
• Κουαρτέτο Εγχόρδων αρ. 1 "Already It is Dusk". (1988)
• Kleines Requiem for a Polka (Μικρό Ρέκβιεμ για μία Πόλκα), για πιάνο και 13 όργανα. (1993)

Πηγή: sansimera.gr

English text: Henryk Górecki (Wikipedia)

Thursday, December 05, 2013

Wolfgang Amadeus Mozart, 222nd anniversary of his death

Wolfgang Amadeus Mozart (27 Ιανουαρίου 1756 - 5 Δεκεμβρίου 1791)

222η επέτειος του θανάτου του


Mozart c. 1780, detail from portrait by Johann Nepomuk della Croce

Tuesday, December 03, 2013

Sir John Barbirolli

Remembering Sir John Barbirolli on his birthday
(2 December 1899 - 29 July 1970)

Sir John Barbirolli (2 December 1899 - 29 July 1970)