Christian Thielemann

Christian Thielemann

Thursday, July 10, 2014

Γκούσταβ Μάλερ – Μουσική από το ηφαίστειο

Γράφει ο Σάιμον Μπέρμαν*

Ο Γκούσταβ Μάλερ είναι ένας από τους συνθέτες με τις περισσότερες εκτελέσεις των έργων του σήμερα – σε συναυλίες ή σε δίσκους. Γεννημένος σε μια φτωχή εβραϊκή οικογένεια στην Αυστρο-ουγγρική Αυτοκρατορία, πέθανε 100 χρόνια πριν στην αυτοκρατορική Βιένη σαν ένας από τους πλουσιότερους και πιο διάσημους μουσικούς στην Ευρώπη. Τι μπορεί να μας πει η μουσική του σήμερα;

Κατά τη διάρκεια της ζωής του ήταν διάσημος κυρίως ως μαέστρος. Το στυλ του ήταν βασισμένο στην ιδέα ότι οι μουσικές παρτιτούρες δεν είναι ένα ιερό κείμενο για να το υπακούει κανείς. Αντίθετα, η μουσική είναι μια ζωντανή τέχνη που αλλάζει σε κάθε παράσταση αφού κάθε αίθουσα συναυλιών, κάθε ακροατήριο, κάθε κοινωνικό πλαίσιο είναι διαφορετικό.

Τα έργα του αντικατοπτρίζουν την κοινωνία στην οποία έζησε και τις νευρώσεις που μάστιζαν τη νεωτερικότητα. Τα «θρησκευτικά» του έργα – οι Συμφωνίες αρ. 2 και αρ. 8 – δεν είναι δοξολογίες στο Θεό, αλλά εκφράσεις της ασάφειας της πίστης, ο ελικοειδής δρόμος προς την πνευματικότητα σε μια βάναυση και κοσμική εποχή.

Η Πέμπτη, η Έκτη και η Ένατη Συμφωνία, καθώς και το «Τραγούδι της Γης», ανιχνεύουν τα βάθη του φόβου μας για το θάνατο. Ο θάνατος υπογραμμίζεται με στενές αντιπαραθέσεις με τους ήχους της ζωής, βιωμένης στην εντέλεια. Η αντιστοίχιση σε μεγάλη εγγύτητα, μερικές φορές την ίδια στιγμή, διαμετρικά αντίθετων διαθέσεων είναι μια χαρακτηριστική πτυχή της μουσικής του Μάλερ. Στην τρίτη κίνηση της Πρώτης Συμφωνίας, το τραγούδι των παιδιών "Frere Jacques" ενώ αρχικά παίζεται όπως ένα πένθιμο εμβατήριο, ξαφνικά διακόπτεται από μια υπερβολικά ποιμενική έκρηξη μιας μπάντας πνευστών. Η καταληκτική κίνηση της Έκτης Συμφωνίας, για περισσότερο από μισή ώρα, γυρίζει από ηρωικό θρίαμβο σε εκμηδενιστική απόγνωση.

Τα ακροατήρια του καιρού του, συνηθισμένα στη μεγάλη κλασική παράδοση, βρήκαν δύσκολο να αποδεχτούν αυτές τις ιδιαιτερότητες. Παρ' όλα αυτά η μουσική του μιλούσε σε πολλούς, η τραγωδία και η αγωνία ήταν καθοριστικά χαρακτηριστικά της Βιένης του Μάλερ. Ήταν μια κοινωνία που «χόρευε σε ένα ηφαίστειο», η οποία κατέληξε στην καταστροφή του Α' Παγκοσμίου Πολέμου και στην κατάρρευση της αυτοκρατορίας. Αυτή η παρακμή οδήγησε σε μερικές δυσάρεστες ιδέες. Λίγο μετά αφού ανέλαβε τη θέση του διευθυντή της Κρατικής Όπερας της Βιένης, η πόλη εξέλεξε τον αντισημίτη Καρλ Λούεγκερ ως δήμαρχο, έναν βασικό εμπνευστή των Ναζί. Ο Μάλερ αναγκάστηκε να παραιτηθεί το 1907, μετά από μια αντισημιτική εκστρατεία. Η μεγαλοφυΐα της μουσικής του ήταν ότι μπορούσε να μεταδώσει τη δική του εμπειρία της αλλοτρίωσης και της αγωνίας με ένα τρόπο που απηχούσε στους άλλους. Το προσωπικό και το κοινωνικό πάντα είναι συνυφασμένα στη μουσική του Μάλερ.

Η μουσική του υπήρξε θύμα του Ναζισμού. Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1920 τα έργα του κέρδισαν φήμη σε όλη την Ευρώπη. Αλλά η εβραϊκή του καταγωγή σήμανε ότι τα έργα του απαγορεύτηκαν εκεί που ήταν πιο δημοφιλή, στη Γερμανία το 1933, στην Αυστρία το 1938 και στην Ολλανδία το 1940. Ακόμα και μετά τον πόλεμο σπάνια παρουσιάζονταν. Πολλοί από τους μουσικούς που τον υπεράσπιζαν ήταν νεκροί ή εξόριστοι. Τελικά, οι δεκαετίες του 1950 και του 1960 είδαν την κλασική μουσική να χωρίζεται σε δύο κατευθύνσεις που και οι δύο τον απέκλειαν.

Τον καιρό του Μάλερ μια νέα γενιά συνθετών αναγνώριζε ότι η παλιά κλασική παράδοση, όπως και η κοινωνία, έχανε την ορμή της. Η ώθηση της κλασικής αρμονίας στα όρια της από τον Μάλερ άνοιξε την πόρτα για την επανάσταση του Άρνολντ Σένμπεργκ στην τονικότητα. Ο Μάλερ βρήκε αυτά τα ριζοσπαστικά έργα δύσκολα, αλλά αναγνώρισε την αξία τους και τα υπεράσπισε όταν λίγοι το έκαναν. Πολλοί άλλοι συνθέτες του 20ού αιώνα επηρεάστηκαν από τη μουσική του Μάλερ – ο Ρίχαρντ Στράους, ο Ντμίτρι Σοστακόβιτς, ο Λέοναρντ Μπερνστάιν, ο Μπέντζαμιν Μπρίτεν, ο Λουτσιάνο Μπέριο, ο Χανς Βέρνερ Χέντσε και άλλοι. Ωστόσο, κανένας άλλος συνθέτης δεν είχε τόση επιρροή στη μουσική του 20ού αιώνα, όπως ο Μάλερ.

Οι ριζοσπάστες αβανγκαρντιστές ήθελαν μια ολοκληρωτική ρήξη με τη γερμανική παράδοση που την έβλεπαν ως απαράδεκτη μετά τη φρίκη του φασισμού και του πολέμου. Το κυρίαρχο ρεύμα, από την άλλη, μετατράπηκε σε μουσείο προσκολλημένο στις ασφαλείς αναβιώσεις της μεγάλης παράδοσης. Ο συνδυασμός του Μάλερ που ένωνε παραδοσιακές κλασικές φόρμες με ασυνήθιστες αντιπαραθέσεις «σπασμένων» μελωδιών, συγκρουόμενες τονικότητες, τραγούδια παιδιών, βουκολικές φαντασιώσεις και μοιρολόγια κηδειών δεν ταίριαζε. Σε μια εποχή αύξησης της ευημερίας και σχετικής κοινωνικής ειρήνης, η επίκληση σε έναν κόσμο ξεσκισμένο από τις εσωτερικές αντιθέσεις, απέτυχε να έχει απήχηση.

Όταν ο Πιέρ Μπουλέζ και άλλοι προσπάθησαν να εντοπίσουν τις μουσικές ρίζες του ήρωά τους, Άρνολντ Σένμπεργκ, τότε ήταν που ανακάλυψαν ξανά τον Μάλερ. Τα ακροατήρια επίσης, όταν η μακρά μεταπολεμική άνθηση υποχώρησε μπροστά στην κοινωνική εξέγερση και την οικονομική κρίση από τα τέλη της δεκαετίας του 1960 και μετά, βρήκαν στον Μάλερ μια μουσική φωνή με την οποία ταυτίστηκαν. Ο μακάβριος κόσμος της μουσικής του Μάλερ, όπου οι κοινοτοπίες ενός υπεροπτικού ελιτισμού αναμειγνύονται με στοιχεία λαϊκής κουλτούρας, καθώς σήμερα μοιάζει να συνοδεύει μία ακόμη πιο βίαιη κοινωνία που αποσυντίθεται, μιλάει σε μας περισσότερο από ποτέ.

* Από το περιοδικό "Socialist Review" (2011)

Ο τάφος του Γκούσταβ Μάλερ στο Grinzing,
στο βορειοδυτικό τμήμα της
Βιένης















No comments:

Post a Comment