DSO Live

DSO Live
SATURDAY, MAY 27: Los Angeles: 05:00 PM – Detroit, New York, Toronto: 08:00 PM | SUNDAY, MAY 28: London: 01:00 AM – Paris, Brussels, Berlin, Madrid, Rome: 02:00 AM – Moscow, Kiev, Jerusalem, Athens: 03:00 AM – Beijing: 08:00 AM – Tokyo: 09:00 AM

Friday, November 28, 2014

Wolfgang Amadeus Mozart: Serenade for Strings No.13 in G major, "Eine kleine Nachtmusik" – Concertgebouw Chamber Orchestra

Κομψότητα  και αβρότητα διαχέονται από τη Σερενάτα για έγχορδα αρ. 13 σε Σολ μείζονα, την οποία ο Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ ολοκλήρωσε στις 10 Αυγούστου 1787. Το έργο μάλλον προοριζόταν για διπλό κουαρτέτο εγχόρδων με την υποστήριξη κοντραμπάσου. Η εκδοχή που γνωρίζουμε έχει τέσσερα μέρη, συμπαγή, οικεία, με άρτιες αναλογίες. Αρχικά υπήρχαν πέντε μέρη, αλλά το ένα, το δεύτερο, έχει χαθεί (ίσως το αφαίρεσε ο ίδιος ο Μότσαρτ πριν από τη δημοσίευση).

Η «Μικρή Νυχτερινή Μουσική» του Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ, σε μιαν εξαιρετική ερμηνεία από την Ορχήστρα Δωματίου Κοντσερτγκεμπάου.



Wolfgang Amadeus Mozart (1756-1791)

♪ Serenade for Strings No.13 in G major, "Eine kleine Nachtmusik", K. 525

Concertgebouw Chamber Orchestra

Concertgebouw, Amsterdam, April 14, 2013 (14 Απριλίου 2013)

(HD 1080p)



Concertgebouw Chamber Orchestra














Thursday, November 27, 2014

Richard Strauss: Also Sprach Zarathustra – Gustav Mahler Jugendorchester, Jonathan Nott

Με την ευκαιρία της 118ης επετείου από την πρεμιέρα του έργου «Έτσι μίλησε ο Ζαρατούστρα» του Ρίχαρντ Στράους.

To "Also Sprach Zarathustra", όπως είναι o πρωτότυπος τίτλος του έργου στα γερμανικά, γράφτηκε το 1896 και είναι εμπνευσμένο από το ομώνυμο φιλοσοφικό βιβλίο του σπουδαίου Γερμανού φιλόσοφου Φρίντριχ Νίτσε (1844-1900), το οποίο πραγματεύεται θέματα όπως η «αιώνια επιστροφή», ο «θάνατος του Θεού» και ο «Υπεράνθρωπος». Πρόθεση του Στράους ήταν να σχολιάσει το έργο του διάσημου συμπατριώτη του, παρά να το αναπαραστήσει μουσικά, πράγμα που θα ήταν σχεδόν αδύνατο. Η πρωτοτυπία του έγκειται και στο γεγονός ότι υπήρξε ένα από τα πρώτα μουσικά έργα που άντλησε την πηγή της έμπνευσής του από ένα φιλοσοφικό δοκίμιο.

Η σύνθεση του Στράους παρουσιάστηκε για πρώτη φορά σε συναυλία στη Φρανκφούρτη στις 27 Νοεμβρίου 1897 και έκτοτε αποτελεί ένα από τα πιο δημοφιλή έργα του συμφωνικού ρεπερτορίου. Στη δημοτικότητα του έργου συνέβαλε και η εισαγωγική φανφάρα, που διαρκεί γύρω στα 90 δευτερόλεπτα και είναι από τα πιο αναγνωρίσιμα κομμάτια της κλασικής μουσικής, ιδιαίτερα μετά τη χρησιμοποίησή της από τον σκηνοθέτη Στάνλεϊ Κιούμπρικ στην ηχητική μπάντα της ταινίας του «2001: Η Οδύσσεια του Διαστήματος», που προβλήθηκε το 1968 και άνοιξε νέους δρόμους για το κινηματογραφικό είδος της επιστημονικής φαντασίας.

Το «Έτσι μίλησε ο Ζαρατούστρα» χωρίζεται σε εννέα μέρη, τα οποία παίζονται με τρεις μόνο διακοπές. Μια τυπική εκτέλεση του έργου διαρκεί γύρω στα τριάντα λεπτά, ενώ τα μουσικά όργανα που απαιτούνται είναι: πίκολο φλάουτο, τρία φλάουτα, τρία όμποε, αγγλικό κόρνο, τρία κλαρινέτα, μπάσο κλαρινέτο, τρία φαγκότα, κόντρα φαγκότο, έξι γαλλικά κόρνα, τέσσερεις τρομπέτες, τρία τρομπόνια, δύο τούμπες, τύμπανα, τρίγωνο, γκρανκάσα, κύμβαλα, γκλόκενσπιλ, καμπάνα, εκκλησιαστικό όργανο, δύο άρπες, τριάντα δύο βιολιά, δώδεκα βιόλες, δώδεκα βιολοντσέλα και οκτώ κοντραμπάσα.

Την Ορχήστρα Νέων Γκούσταβ Μάλερ, αληθινό πρότυπο νεανικού μουσικού συνόλου, διευθύνει ο Τζόναθαν Νοτ, ένας από τους καλύτερους σύγχρονους Βρετανούς μαέστρους.



Richard Strauss (1864-1949)

♪ Also Sprach Zarathustra (1896)

i. Εinleitung, oder Sonnenaufgang (Πρόλογος ή Αυγή)
ii. Von den Hinterweltlern (Οι οπτασιαστές της μελλούσης ζωής)
iii. Von der großen Sehnsucht (Η μεγάλη επιθυμία)
iv. Von den Freuden und Leidenschaften (Οι χαρές και τα πάθη)
v. Das Grablied (Το τραγούδι των τάφων)
vi. Von der Wissenschaft (Η επιστήμη)
vii. Der Genesende (Ο Ξαρρωστιάρης)
viii. Das Tanzlied (Το τραγούδι του χορού)
ix. Nachtwandlerlied (Το τραγούδι της νύχτας)

Οι τίτλοι προέρχονται από επιλεγμένα κεφάλαια του βιβλίου του Φρίντριχ Νίτσε και για την απόδοσή τους στα ελληνικά χρησιμοποιήθηκε η μετάφραση του Νίκου Καζαντζάκη, που χρονολογείται από το 1913.

Gustav Mahler Jugendorchester
Μουσική διεύθυνση (Conductor): Jonathan Nott

London, BBC Proms 2009

(480p)

Πηγή για την εισαγωγή (με πολλές διορθώσεις): sansimera.gr


Jonathan Nott












Wednesday, November 26, 2014

Robert Schumann: Fantasie in C major – Annie Fischer (Audio video)

Η Φαντασία σε Ντο μείζονα, έργο 17, γράφτηκε από τον Ρόμπερτ Σούμαν το 1836, αναθεωρήθηκε πριν από τη δημοσίευσή της το 1839 και ήταν αφιερωμένη στον Φραντς Λιστ. Θεωρείται ως ένα από τα μεγαλύτερα έργα για σόλο πιάνο του Σούμαν, όπως επίσης και ένα από τα σημαντικότερα έργα της πρώιμης ρομαντικής περιόδου.

The Fantasie in C major, Op. 17, was written by Robert Schumann in 1836. It was revised prior to publication in 1839, when it was dedicated to Franz Liszt. It is generally described as one of Schumann's greatest works for solo piano, and is one of the central works of the early Romantic period.



Annie Fischer (1914-1995)
100 χρόνια από τη γέννησή της – 100th Anniversary of her Birth

Robert Schumann (1810-1856)


♪ Fantasie in C major, Op.17 (1836-1839)


Annie Fischer, piano


BBC Studios, Maida Vale, London, 24 February 1971


BBC Music


(HD 1080p - Audio video)




















Δείτε επίσης – See also

Béla Bartók: Piano Concerto No.3 in E major – Annie Fischer, Laszlo Somogyi (Audio video)

Robert Schumann: Kreisleriana – Annie Fischer (Audio video) 

Robert Schumann: Kinderszenen – Annie Fischer (Audio video)

Annie Fischer – 100th Anniversary of her Birth • 100 χρόνια από τη γέννησή της


Tuesday, November 25, 2014

Thomanerchor Leipzig – St Thomas Choir of Leipzig – Χορωδία Αγοριών του Αγίου Θωμά της Λειψίας
















Η Χορωδία Αγοριών του Αγίου Θωμά της Λειψίας είναι μια από τις παλαιότερες και πιο σημαντικές χορωδίες του κόσμου, της οποίας ο Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ είχε υπάρξει αρχιμουσικός για 27 ολόκληρα χρόνια (από το 1723, όταν ανέλαβε τη θέση του Κάντορα στον καθεδρικό ναό της Λειψίας, μέχρι το θάνατό του το 1750). Αποτελεί επίσης το παλαιότερο πολιτιστικό ίδρυμα της πόλης, σχεδόν τόσο παλιό όσο και η πόλη της Λειψίας. Το 2012 η Χορωδία γιόρτασε τα 800ά γενέθλιά της.

Σημερινός Κάντορας της Χορωδίας, από το 1992, 16ος μετά τον Μπαχ, είναι ο Γερμανός αρχιμουσικός, βαρύτονος, συνθέτης και ακαδημαϊκός Γκέοργκ Κρίστοφ Μπίλερ (γεν. 1955).


The St. Thomas Boys Choir, whose history dates back to the year 1212, is the oldest cultural establishment of the city of Leipzig. Outliving all political, municipal, religious, and educational controversy, 800 years musica sacra has shaped the choir's past.

Through the influence of the many St. Thomas Cantors, including the most famous-Johann Sebastian Bach (Thomas Cantor 1723-1750)-the city of Leipzig and the St. Thomas Church became the center of Protestant church music. The St. Thomas Church is home to the Boys Choir. A choir rich in tradition, they are committed to continue his musical legacy.

The present St. Thomas Cantor, Georg Christoph Biller, is the 36th Cantor of the St. Thomas Church and the 16th Cantor succeeding Johann Sebastian Bach. Like his predecessors, he has continued the tradition of church music; whereas his emphasis is on the liturgical composition of motets and concerts. The weekly motets on Fridays and Saturdays are a permanent musical tradition. In 1992, Cantor Biller began to perform with the St. Thomas Choir and the Gewandhaus Orchestra the complete Bach-Cantata sequence in chronological order according to the Sundays of the church year.


Thomanerchor Leipzig: Οfficial website














Georg Christoph Biller


























See also / Δείτε επίσης

Johann Sebastian Bach: Cantata BWV 182 – Thomanerchor Leipzig, Georg Christoph Biller (Audio video)

Johann Sebastian Bach: Cantata BWV 23 – Thomanerchor Leipzig, Georg Christoph Biller (Audio video)

Johann Sebastian Bach: Cantata BWV 22 – Thomanerchor Leipzig, Georg Christoph Biller (Audio video)


Johann Sebastian Bach: Cantata BWV 67 – Thomanerchor Leipzig, Georg Christoph Biller (Audio video)


Johann Sebastian Bach: Cantata BWV 4 – Thomanerchor Leipzig, Georg Christoph Biller (Audio video)


Johann Sebastian Bach: Cantata BWV 31 – Thomanerchor Leipzig, Georg Christoph Biller (Audio video)


Johann Sebastian Bach: Cantata BWV 190 – Thomanerchor Leipzig, Georg Christoph Biller (Audio video)






Wednesday, November 19, 2014

Franz Schubert: Winterreise – Thomas Oliemans, Malcolm Martineau

Franz Schubert
(31 Ιανουαρίου 1797 – 19 Νοεμβρίου 1828 • January 31, 1797 – November 19, 1828)

186η επέτειος από το θάνατό του – 186th anniversary of his death


Το «Χειμωνιάτικο ταξίδι» ("Winterreise") υπήρξε ο δεύτερος και τελευταίος κύκλος τραγουδιών του Φραντς Σούμπερτ σε ποίηση Βίλχελμ Μίλερ (Wilhelm Müller, 1794-1827). Η σύνθεση των είκοσι τεσσάρων τραγουδιών του κύκλου έλαβε χώρα σε δύο φάσεις, κατά τον Φεβρουάριο και τον Οκτώβριο του 1827, όπως εξάλλου και η δημοσίευσή τους, σε δύο δωδεκάδες, τον Ιανουάριο και τον Δεκέμβριο του 1828 (έναν περίπου μήνα μετά τον πρόωρο θάνατο του δημιουργού). Το «Χειμωνιάτικο ταξίδι» περιλαμβάνει ορισμένα από τα δημοφιλέστερα και περισσότερο αριστουργηματικά τραγούδια του Σούμπερτ, ενώ ως σύνολο αποτελεί ανυπέρβλητο έργο αναφοράς στο είδος του έντεχνου τραγουδιού. Στο τρίτο τραγούδι του κύκλου, "Gefrorne Tränen" («Παγωμένα δάκρυα»), ο πιανιστικός πρόλογος και επίλογος σκιαγραφεί τις σταγόνες των δακρύων στο παγωμένο σκηνικό και παράλληλα χρησιμεύει ως εύπλαστο υπόβαθρο για την ήπια μελοποίηση της πρώτης ποιητικής στροφής αλλά και την πολύ πιο φλογερή μελωδική μετουσίωση της τρίτης· αντιθέτως, στη μουσική αντιμετώπιση της δεύτερης στροφής του ποιήματος, το «πάγωμα των καυτών δακρύων» αντανακλάται τόσο στο σκοτείνιασμα της φωνητικής γραμμής, όσο και στη ρυθμική επιβράδυνση της εξίσου μουντής πιανιστικής της συνοδείας. — Ιωάννης Φούλιας

Τα τραγούδια (lieder) ήταν ένα είδος που ο Φραντς Σούμπερτ αγάπησε ιδιαίτερα, συνέθεσε περισσότερα από εξακόσια, και αποτελούν ένα μεγάλο μέρος της μουσικής του δημιουργίας και προσφοράς. Το 1823, σε μία περίοδο μεγάλης κατάπτωσης από τη σύφιλη που τον ταλαιπωρούσε, ανακάλυψε μία σειρά ποιημάτων του όχι πολύ γνωστού ποιητή Βίλχελμ Μίλερ. Η αμεσότητα αυτών των ποιημάτων, του προκάλεσε τόσο μεγάλη εντύπωση, ώστε διάλεξε είκοσι για να γράψει τον κύκλο «Η ωραία Μυλωνού». Τέσσερα χρόνια αργότερα ξαναγύρισε στα ποιήματα αυτά και συνέθεσε έναν άλλο κύκλο τραγουδιών, το «Χειμωνιάτικο Ταξίδι». Στον κύκλο αυτό η απελπισία που συναντάται στην «Ωραία Μυλωνού» φτάνει στα άκρα. Ο Σούμπερτ άλλαξε τη σειρά των ποιημάτων του Μίλερ, έτσι ώστε να εξαφανίσει και τις λιγοστές λάμψεις φωτός και ελπίδας που έδινε ο ποιητής. Δεν υπάρχει αληθινή αφήγηση. Ο ακροατής ακολουθεί τον πρωταγωνιστή, απογοητευμένο από τον έρωτα και βαριεστημένο από τα εγκόσμια, στις περιπλανήσεις του στο μοναχικό και αφιλόξενο χειμωνιάτικο τοπίο. Ο ρόλος του πιάνου δεν είναι πλέον συνοδευτικός, χρησιμοποιείται για να ερμηνεύσει τους στίχους, να αποδώσει συναισθήματα και καταστάσεις. Ο Σούμπερτ είπε κάποτε ότι σύμφωνα με αυτόν δεν υπάρχει αληθινά χαρούμενη μουσική. Ποτέ όμως πριν δεν είχε επιχειρήσει να γράψει μία τέτοιας έκτασης σύνθεση, πάνω σε ένα θέμα οδύνης, όπως το "Winterreise". —  Κώστας Τηλιακός

Ο Φραντς Σούμπερτ συνέθεσε τα είκοσι τέσσερα τραγούδια του κορυφαίου φωνητικού έργου του την προτελευταία χρονιά της ζωής του, αξιοποιώντας τον ρομαντικό ποιητικό λόγο του Γερμανού ποιητή και ενθουσιώδη φιλέλληνα Βίλχελμ Μίλερ, ο οποίος, όπως ο Σούμπερτ, πέθανε κι αυτός τόσο νέος! Το αέναο ταξίδι – ο αιώνιος οδοιπόρος – και ο ανεκπλήρωτος έρωτας, δύο βάσανα γύρω από τα οποία χτίστηκε ο ποιητικός λόγος του Μίλερ, βρήκαν στη μουσική του Σούμπερτ τον ιδανικό σύντροφο και μαζί πήραν το δρόμο προς την αθανασία. Τέτοιο συνταίριασμα λόγου και μουσικής πολύ σπάνια συναντιέται. — Γιώργος Β. Μονεμβασίτης

Στο «Χειμωνιάτικο ταξίδι», πάλι ένας πληγωμένος από έρωτα νέος, τριγυρνά σε ένα κατάλευκο τοπίο, όπου παγώνουν ακόμα και τα δάκρυά του, κοιμάται σε κοιμητήρια (να που ο ευφημισμός ταιριάζει γάντι), και συνομιλεί με κοράκια. Η μουσική του Σούμπερτ δένει απόλυτα με τους αρκετά συμβατικούς στίχους του Γερμανού ποιητή και γνωστού φιλέλληνα Βίλχελμ Μίλερ. Οι σπαρακτικές αυτές συνθέσεις του Σούμπερτ πετυχαίνουν την τέλεια επιτομή ανάμεσα στο συναισθηματικό και περιγραφικό στοιχείο της σχέσης της μουσικής με τη φύση. — Τάκης Ατσιδάκος



Το σπαρακτικό αριστούργημα του γερμανικού Ρομαντισμού "Winterreise" του Φραντς Σούμπερτ, ερμηνεύουν ο ταλαντούχος Ολλανδός βαρύτονος Thomas Oliemans, συνοδευόμενος στο πιάνο από τον βραβευμένο Σκοτσέζο ακομπανιατέρ Malcolm Martineau.



Franz Schubert (1797-1828)

♪ Winterreise, D.911 (1827)


Thomas Oliemans, baritone

Malcolm Martineau, piano

Concertgebouw, Amsterdam, 
July 15, 2013 (15 Ιουλίου 2013)

(HD 1080p)



Malcolm Martineau, Thomas Oliemans


Franz Schubert,
portrait by Anton Depauly, 1828
Ο Φραντς Σούμπερτ, μικρότερος γιος ενός ενοριακού καθηγητή και μάγειρα, γεννήθηκε στην περιοχή του Lichtenthal στη Βιένη, την 31η Ιανουαρίου 1797. Η οικογένειά του είχε μεγάλη σχέση με τη μουσική. Ο Φραντς πήρε τα πρώτα μαθήματα μουσικής από τον πατέρα του, τον αδερφό του, Ignaz, και τον Michael Holzer, που ήταν καθηγητής χορωδίας της ενορίας. Ο τελευταίος είχε μείνει έκπληκτος από τις μουσικές του ικανότητες και είχε πει ότι ο Φραντς ήξερε τα μαθήματα τέλεια πριν ακόμη τα διδαχθεί.

Το 1808, ο Σούμπερτ πέρασε τις εισαγωγικές εξετάσεις για την Stadtkonvict, που προετοίμαζε χορωδούς για την αυτοκρατορική αυλή του Chapel. Η ζωή εκεί ήταν δύσκολη για τον Φραντς, συχνά μέσα σε συνθήκες κρύου, πείνας και αυστηρής πειθαρχίας. Όταν όμως ο Σούμπερτ προσαρμόστηκε, ασχολήθηκε σκληρά με τη μουσική μελέτη και δημιούργησε στενούς φιλικούς δεσμούς εκεί, ιδιαίτερα με τον Josef Spaun, που έμεινε φίλος του για όλη τη ζωή του.

Στην Stadtkonvict, o Σούμπερτ πραγματοποίησε τις πρώτες του συνθέσεις. Με χαρτί που του προμήθευσε ο Spaun, έγραψε το πρώτο του τραγούδι, "Hagars Klage", το οποίο και υπέπεσε στην αντίληψη του Salieri, διευθυντή της Convict. Ο Salieri εντυπωσιάστηκε τόσο πολύ από το κατόρθωμα του νεαρού Φραντς, που τον έθεσε υπό την προσωπική επίβλεψη του Ruczizka, καθηγητή αρμονίας, ο οποίος αργότερα είπε στον Salieri: «Ο Σούμπερτ φαίνεται να έχει διδαχθεί από τον ίδιο το Θεό, αυτό το παιδί ξέρει τα πάντα!». Ο Salieri πίστεψε τόσο στην ιδιοφυΐα του Σούμπερτ, που του ανέθεσε να γράψει μία όπερα, ως μια από τις πρώτες του ασκήσεις.

Τον Μάιο του 1812 η μητέρα του Σούμπερτ πεθαίνει, και στις 26 Ιουλίου η φωνή του σπάει, τερματίζοντας την καριέρα του ως χορωδού. Χωρίς τις χορωδιακές του υποχρεώσεις, ο Σούμπερτ αφιερώνεται στη σύνθεση μουσικής και μέχρι το 1813 έχει χάσει κάθε ενδιαφέρον για τις σπουδές του. Τελικά γράφει την Πρώτη του Συμφωνία, ένα κατόρθωμα για τον νεαρό Φραντς, και αποχωρεί ηθελημένα από τη Stadtkonvict, αφού δεν προσπάθησε καν να βελτιώσει τους ήδη χαμηλούς του βαθμούς, οι οποίοι θα του επέτρεπαν τη συνέχιση των σπουδών του.

Ως συνέπεια, ο πατέρας του βρίσκει την ευκαιρία να του επιβάλει να σπουδάσει στην Imperial Normalhauptschule για να γίνει δάσκαλος, ένα επάγγελμα που ο Σούμπερτ αντιπαθούσε, και το οποίο θα του εξασφάλιζε οικονομική άνεση και προστασία από τη στρατολογία, σε αντίθεση με την αβέβαιη μουσική καριέρα. Ο Σούμπερτ όμως, τελειώνοντας τις σπουδές του και αρχίζοντας να διδάσκει, το φθινόπωρο του 1814, αποδεικνύεται μέτριος δάσκαλος. Τελικά εγκαταλείπει αυτή την προσπάθεια με την υλική και ψυχική υποστήριξη του φίλου του Franz von Schober. Τα γεγονότα αυτά σηματοδότησαν μια σταδιακή χειροτέρευση των σχέσεων μεταξύ του Σούμπερτ και του πατέρα του. Την ίδια εποχή παρουσιάζεται για πρώτη φορά σε ευρύ κοινό η Πρώτη του Λειτουργία, που ήταν μια μεγάλη επιτυχία, με τον δάσκαλό του Salieri να τον διακρίνει ως μελλοντικό ένδοξο συνθέτη. Η σοπράνο Therese Grob, που συμμετείχε στη συναυλία, έγινε ο έρωτας της ζωής του Σούμπερτ, αλλά είτε λόγω της ανησυχίας της οικογένειάς της για την άσχημη οικονομική προοπτική του, είτε λόγω των περιοριστικών νόμων περί γάμου εκείνης της εποχής, η σχέση τους δεν έφτασε μέχρι το γάμο, και η Therese παντρεύτηκε άλλον στα 1820.

Προς το τέλος του 1814, ο Σούμπερτ συνθέτει το πρώτο του μνημειώδες τραγούδι, "Gretchen am Spinnrade", μελοποιώντας Goethe. Παράλληλα εισχωρεί στον κύκλο φίλων του Bildung, που είχε ιδρυθεί στο Linz το 1811, και στον οποίο ήταν ήδη μέλη οι φίλοι του Spaun και ο ποιητής Mayrhofer. Εκεί διατηρούσαν τη φιλία τους και το ζήλο τους για αυτοβελτίωση και παιδεία, που ήταν και η κεντρική αρχή του Bildung. Ένας στόχος του Bildung ήταν και η μελέτη της λογοτεχνίας, στόχος στον οποίο ο Σούμπερτ δεν πρόσφερε ιδιαίτερα, αλλά βρήκε την ευκαιρία να αποκτήσει πρόσβαση σε ένα τεράστιο υλικό για έμπνευση και σύνθεση.

Ο κύκλος όμως, όπως και άλλοι, θεωρήθηκε και δέχτηκε παρενοχλήσεις από την αστυνομία ως ύποπτη κρυφή οργάνωση που διακινούσε δημοκρατικές και φιλελεύθερες ιδέες, επικίνδυνες για το καθεστώς. Ο Σούμπερτ, μόλις που ξέφυγε τη σύλληψη και την καταδίκη του σε εποχές δύσκολες για την ελεύθερη έκφραση. Εκεί όμως ανέπτυξε σημαντικά τις φιλίες και τις γνωριμίες του, οι οποίες του φάνηκαν χρήσιμες και σωτήριες για την υπόλοιπη ζωή του, αφού βρήκε σημαντική βοήθεια για την ψυχολογική και οικονομική ενίσχυσή του, για να εκδοθούν και να παρουσιαστούν αρκετά από τα έργα του και να φιλοξενηθεί σε σπίτια σε διάφορες πόλεις, κάτι που του ήταν αναγκαίο.

Τα έτη 1815 και 1816 αποδείχτηκαν ιδιαίτερα δημιουργικά, χωρίς όμως καμιά διάκριση. Αυτό, ωστόσο, συνέβαλε στην ωρίμαση του Σούμπερτ που, με τον Beethoven ως πρότυπο, άρχισε να οραματίζεται τον εαυτό του ως ανεξάρτητο και αυτοδημιούργητο καλλιτέχνη. Ακολούθησε μια πορεία υφέσεων και ανόδων κατά την περίοδο 1817-1822, που λόγω της αστάθειάς της, ο Σούμπερτ έγινε πιο δύσκολος με τους φίλους του, κυκλοθυμικός και καταθλιπτικός. Ευχάριστα διαλείμματα ήταν οι λιγοστές παρουσιάσεις των έργων του και οι Schubertiad βραδιές («Σουμπερτιάδες») που ξεκίνησε με τον φίλο του και τραγουδιστή Vogl, με τον οποίο παρουσίαζε τραγούδια του σε διάφορες φιλικές και κοσμικές συγκεντρώσεις, όπου παιζόταν μόνο η μουσική του.

Το 1822 γίνεται μέλος της Styrian Musical Society, παίρνοντας μια μικρή γεύση της πολυπόθητης αναγνώρισής του. Προσβάλλεται όμως από την ασθένεια της σύφιλης, που έμελλε να του προκαλέσει πολυάριθμα προβλήματα υγείας και εργασίας. Από τις προσωπικές του σημειώσεις φαίνεται η ανάγκη του να διαμορφώσει μια προσωπική φιλοσοφία γύρω από τον ψυχικό και σωματικό του πόνο, ώστε να τον δεχτεί ως αναγκαίο για το δημιουργικό του πνεύμα.

Ο Σούμπερτ γνώρισε τελικά καλύτερες συνθήκες στα τελευταία χρόνια της ζωής του, από το 1825 και μετά, παίρνοντας διάφορες διακρίσεις και βλέποντας περισσότερα έργα του να εκδίδονται και να εκτελούνται, κερδίζοντας ένα πιο σίγουρο και υψηλό ανάστημα στη μουσική ζωή της Βιένης. Το ηθικό του ανέβηκε σημαντικά με ένα κονσέρτο φιλανθρωπίας για απόρους, που δόθηκε προς τιμήν του τον Σεπτέμβριο του 1827, και με ένα άλλο κονσέρτο του για την πρώτη επέτειο μετά το θάνατο του Beethoven. Ο Σούμπερτ, ύστερα από μια μακροχρόνια ταλαιπωρία από σύφιλη, πέθανε το απόγευμα της 19ης Νοεμβρίου του 1828.

Σε αντίθεση με άλλους συνθέτες, όπως ο Mozart, o Beethoven ή ο Wagner, ο Σούμπερτ δεν είχε συνειδητοποιήσει τη μεγαλοφυΐα του. Επίσης, δεν αναγνωρίστηκε εύκολα, αφού το μεγαλύτερο μέρος των συνθέσεών του δεν εκδόθηκε ούτε καν παρουσιάστηκε μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα, κι έτσι η φήμη του είχε περιοριστεί σε αυτήν του τραγουδοποιού. Το πιο σημαντικό του κατόρθωμα είναι ότι εδραίωσε το γερμανικό lied ως νέα μουσική φόρμα στον 19ο αιώνα.

Ο Σούμπερτ πέθανε μόλις τριανταενός ετών, ωστόσο πρόλαβε να γράψει περίπου χίλια έργα! Εκτός από εξακόσια lieder (τραγούδια), με σημαντικότερους τους κύκλους «Η Ωραία Μυλωνού» και «Χειμωνιάτικο ταξίδι», συνέθεσε επίσης οκτώ συμφωνίες, δεκαεπτά όπερες και ζίγκσπιλ,  πολυάριθμα χορωδιακά έργα, μουσική δωματίου και εικοσιδύο Σονάτες για πιάνο.

Ο Φραντς Σούμπερτ είχε γράψει: «Κανένας δεν καταλαβαίνει τη θλίψη ενός άλλου, κανένας δεν καταλαβαίνει τη χαρά ενός άλλου· η μουσική μου είναι το προϊόν του ταλέντου μου και του μαρτυρίου μου. Και αυτά που έχω γράψει μέσα στον μεγαλύτερο πόνο μου είναι αυτά που φαίνεται ότι ο κόσμος προτιμάει».

Πηγές: biographies.nea-acropoli.gr, melodisia.mmb.org.gr



Δείτε επίσης – Watch also


Franz Schubert: Winterreise – Ian Bostridge, Julius Drake

Franz Schubert: Gretchen am Spinnrade – Marina Rebeka, Giulio Zappa

Franz Schubert: Symphony No.9 in C major – Gothenburg Symphony Orchestra, David Afkham

Tuesday, November 18, 2014

Robert Schumann: Kreisleriana – Annie Fischer (Audio video)

Η Κραϊσλεριάνα, έργο 16 του Ρόμπερτ Σούμαν, είναι μια σύνθεση σε οκτώ μέρη, για σόλο πιάνο, με τον υπότιτλο «Φαντασίες για πιάνο». Γράφτηκε μόλις σε τέσσερεις ημέρες, τον Απρίλιο του 1838 και αναθεωρήθηκε το 1852. Ο Σούμαν αφιέρωσε το έργο στον Φρεντερίκ Σοπέν, λέγεται όμως πως όταν ο Πολωνός συνθέτης έλαβε το αντίγραφό του σχολίασε θετικά μόνο τον σχεδιασμό της σελίδας του τίτλου. Η Κραϊσλεριάνα είναι ένα ιδιαίτερα δραματικό έργο και θεωρείται ως μία από τις καλύτερες συνθέσεις του Σούμαν, ο οποίος συχνά έλεγε πως το έργο αυτό ήταν το αγαπημένο του.

Kreisleriana, Op. 16, is a composition in eight movements by Robert Schumann for solo piano, subtitled "Phantasien für das Pianoforte". It was written in only four days in April 1838 and revised in 1852. The work was dedicated to Frédéric Chopin, but when a copy was sent to the Polish composer, "he commented favorably only on the design of the title page". Kreisleriana is a very dramatic work and is considered to be one of Schumann's finest compositions. Schumann himself often called it his favourite work.



Annie Fischer (1914-1995)
100 χρόνια από τη γέννησή της – 100th Anniversary of her Birth

Robert Schumann (1810-1856)

♪ Kreisleriana, Op.16 (1838)

Annie Fischer, piano


Concert Hall, BBC Broadcasting House, London, 8 April 1986


BBC Music


(HD 1080p - Audio video)





Friday, November 14, 2014

Manuel de Falla: Noches en los jardines de España – Iván Martín, Orquesta Sinfónica de Galicia, Dima Slobodeniouk

Manuel de Falla
(23 Νοεμβρίου 1876 – 14 Νοεμβρίου 1946 • November 23, 1876 - November 14, 1946)

68η επέτειος από το θάνατό του – 68th anniversary of his death

Οι «Νύχτες στους κήπους της Ισπανίας» του Μανουέλ ντε Φάλια, φέρουν στοιχεία τόσο από κοντσέρτο όσο και από συμφωνικό ποίημα, καθώς και υπόγειες επιρροές από τη λαϊκή μουσική της Ανδαλουσίας. Το έργο άρχισε να γράφεται το 1909 και ολοκληρώθηκε το 1915, όσο ο ντε Φάλια ήταν φιλοξενούμενος στο παραθαλάσσιο σπίτι στην Καταλονία του δημοφιλούς Ισπανού ζωγράφου Σαντιάγο Ρουσινιόλ (1861-1931), γνωστού για τους περίφημους πίνακές του που απεικονίζουν ισπανικούς κήπους.

Τη Συμφωνική Ορχήστρα της Γαλικίας διευθύνει ο Ρώσος μαέστρος Dima Slobodeniouk. Στο πιάνο ερμηνεύει ο Iván Martín, ένας από τους πιο λαμπρούς πιανίστες της γενιάς του στην ισπανική μουσική σκηνή.




Manuel de Falla (1876-1946)

♪ Noches en los jardines de España (1915)

i.En el Generalife
ii. Danza lejana
iii. En los jardines de la sierra de Córdoba

Iván Martín, piano

Orquesta Sinfónica de Galicia
Μουσική διεύθυνση (Conductor): Dima Slobodeniouk

Σκηνοθεσία: Antonio Cid

Palacio de la Ópera, A Coruña, January 31, 2014 (31η Ιανουαρίου 2014)

Βίντεο υψηλής ευκρίνειας με υψηλή ποιότητα ήχου
High definition video with high quality audio

(HD 1080p)











Iván Martín











Dima Slobodeniouk











































Manuel de Falla
Μανουέλ ντε Φάλια (Manuel de Falla), Κάδιξ, Ισπανία 1876 – Άλτα Γκράσια, Κόρδοβα, Αργεντινή 1946). Ισπανός μουσικοσυνθέτης και πιανίστας. Στα νεανικά του χρόνια αποδείχτηκε εργατικότατος σπουδαστής της μουσικής, σε μια εποχή κατά την οποία η ισπανική μουσική παιδεία έτεινε να προσλάβει έναν γνησιότερο εθνικό χαρακτήρα, μακριά από τη ρητορική της ζωγραφικής ηθογραφίας. 
Στην αρχή μελέτησε πιάνο με τη μητέρα του και συνέχισε τις πιανιστικές σπουδές του (μελετώντας παράλληλα αρμονία και αντίστιξη) έως τα είκοσι χρόνια του, πρώτα στη γενέτειρά του και έπειτα στη Μαδρίτη, με δάσκαλο τον Φελίπε Πεντρέλι, ο οποίος θεωρείται πρωτεργάτης της εθνικής ισπανικής μουσικής και ιδρυτής της σύγχρονης ισπανικής μουσικολογίας.

Ο νεωτερισμός του Φάλια, στη μουσική παραγωγή του οποίου το λαϊκό στοιχείο απέκτησε βαθύτατα πνευματική αξία, εκδηλώθηκε γρήγορα με το δίπρακτο μελόδραμα «Η σύντομη ζωή», που βραβεύτηκε σε εθνικό διαγωνισμό το 1905. Το έργο αυτό παίχτηκε στη Νίκαια μόλις το 1913 και αργότερα στη Μαδρίτη, όπου ο Φάλια είχε εγκατασταθεί κατά τη διάρκεια του Α' Παγκοσμίου πολέμου, έπειτα από μακρά παραμονή και γόνιμη εργασία στο Παρίσι. Εκεί συνδέθηκε με τον Ντεμπυσσύ και τον Ραβέλ, στους οποίους ο Φάλια οφείλει την κατοπινή εκλέπτυνση της ευαισθησίας του, και εξελίχτηκε σε έναν από τους σημαντικότερους μουσικούς της εποχής του, όπως μαρτυρούν οι λαμπρές παρτιτούρες των περίφημων και δημοφιλέστατων μπαλέτων του, «Ο μάγος έρωτας» (παρουσιάστηκε στη Μαδρίτη το 1915) και «Το τρίκοχο καπέλο» (παρουσιάστηκε στο Λονδίνο το 1919).

Στα έργα αυτά επιτυγχάνεται με θαυμάσια ενότητα ύφους η αφομοίωση της λαϊκής παράδοσης μέσα στο κλίμα μιας έντεχνης μουσικής, λεπτότατης και διαποτισμένης με γνήσιο τοπικό χρώμα, η οποία πάλλεται όλο νεύρο μέσα στον ρυθμικό και ηχοχρωματικό πλούτο της. Μια εμπρεσιονιστική διάθεση, αντίθετα, εκφράζεται στο έργο για πιάνο και ορχήστρα «Νύχτες στους κήπους της Ισπανίας» (1915)· μια νέα και πρωτότυπη έκφραση της ισπανικής σχολής εμφανίζεται ωστόσο στο μουσικό θέαμα για μαριονέτες «Το κουκλοθέατρο του μάστρο-Πέτρου», εμπνευσμένο από ένα επεισόδιο του έργου «Δον Κιχώτης» του Θερβάντες, το οποίο παίχτηκε στη Σεβίλη το 1923. Η μεγαλοφυής παρτιτούρα ήταν επίσης καρπός των σχέσεων φιλίας και συνεργασίας με τον νεαρό τότε ποιητή Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα, ο οποίος ήταν ευαίσθητος στη μουσική και μουσικός και ο ίδιος.


Στη συνέχεια ο Φάλια δούλεψε επιμελέστερα το ηχητικό σμάλτο της μουσικής του, με κάποια τάση προς τον αρχαϊκό ασκητισμό (όπως στο «Κοντσέρτο για τσέμπαλο και μικρή ορχήστρα», 1926) ή προς μυθολογικά θέματα, όπως στη σκηνική καντάτα του έργου «Ατλαντίδα», το οποίο άρχισε να συνθέτει το 1919, όταν εγκαταστάθηκε στη Γρανάδα, χωρίς όμως να μπορέσει να το ολοκληρώσει (το ολοκλήρωσε, μετά τον θάνατο του Φάλια, ο μαθητής του, Ερνέστο Χάλφτερ).

Οι δημιουργικότερες στιγμές της καλλιτεχνικής σταδιοδρομίας του συμπληρώνονται με τα έργα «Αφιερώματα» (τέσσερεις ξεχωριστές συνθέσεις αφιερωμένες σε τέσσερεις σπουδαίους μουσουργούς), «Ψυχή για φωνή, φλάουτο, άρπα και τρίο εγχόρδων» και «Εφτά λαϊκά ισπανικά τραγούδια». Ο Φάλια αυτοεξορίστηκε στην Αργεντινή το 1939, έπειτα από την επικράτηση του φασισμού στην πατρίδα του, και παρέμεινε εκεί έως το θάνατό του.

Πηγή: ΔΟΜΗ



Δείτε επίσης – Watch also

Dmitri Shostakovich: Symphony No.13 in B flat minor "Babi Yar" – Sergei Aleksashkin, Groot Omroepmannenkoor, Radio Filharmonisch Orkest, Dima Slobodeniouk

Gustav Mahler: Symphony No.6 in A minor "Tragic" – Orquesta Sinfónica de Galicia, Dima Slobodeniouk (HD 1080p)

Thursday, November 13, 2014

Robert Schumann: Kinderszenen – Annie Fischer (Audio video)

Από το 1833 έως το 1840 ο Σούμαν εμπλούτισε την πιανιστική φιλολογία με πλήθος έργων: χορούς, σονάτες, συμφωνικές σπουδές, φαντασίες και πολλά άλλα. Τα «Φανταστικά Κομμάτια» ("Fantasiestücke"), έργο 12, και οι «Παιδικές Σκηνές» γράφτηκαν κατά τη διάρκεια αυτής της άκρως παραγωγικής οκταετίας για τον διάσημο μουσουργό, ο οποίος στράφηκε στη σύνθεση εξαιτίας ενός ατυχήματος που του στέρησε τη δυνατότητα να κάνει σολιστική καριέρα ως πιανίστας: υπέστη αγκύλωση στο χέρι λόγω της υπέρμετρης χρήσης μιας συσκευής μυικής ενδυνάμωσης δικής του κατασκευής. Ο Ρόμπερτ Σούμαν, εκτός από την κλονισμένη σωματική του υγεία (έπασχε επίσης από σύφιλη),  αντιμετώπιζε από νεαρή ηλικία σοβαρά ψυχολογικά προβλήματα. Είχε πιεστεί από τη μητέρα του να σπουδάσει νομική ενώ εκείνος προτιμούσε τη μουσική, ερωτεύτηκε την Κλάρα Βικ, κόρη του δασκάλου του, αλλά ο πατέρας της αγαπημένης του εναντιώθηκε στο γάμο τους, πάθαινε συχνά κρίσεις μελαγχολίας και κατάθλιψης, αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει στον Ρήνο και τελικά πέθανε σε ψυχιατρικό άσυλο κοντά στη Βόνη το 1856.

Οι «Παιδικές Σκηνές» ("Kinderszenen"), έργο 15, αποτελούνταν αρχικώς από 30 κομμάτια, από τα οποία ο Ρόμπερτ Σούμαν επέλεξε να εκδώσει μόνο 13, τα οποία απαρτίζουν μαζί με άλλες κορυφαίες συνθέσεις του 19ου αιώνα τον βασικό κορμό του ρομαντικού πιανιστικού ρεπερτορίου. Φέρουν τους επιμέρους τίτλους: Από μακρινές χώρες και ανθρώπους, Παράξενη ιστορία, Πιάσε με αν μπορείς, Παιδική ικεσία, Ευτυχία, Σπουδαίο συμβάν, Ονειροπόληση, Κοντά στο τζάκι, Ο ιππότης με το ξύλινο άλογο, Σχεδόν σοβαρά, Τρόμος, Παιδί στο μισοΰπνι και Ο ποιητής μιλά. Γράφτηκαν το 1838 και προηγούνται χρονολογικά του δημοφιλούς «Λευκώματος για τη Νεότητα» που ο Σούμαν συνέθεσε 10 χρόνια αργότερα. Εντούτοις, το παράδοξο είναι ότι οι αφοπλιστικής γοητείας «Παιδικές Σκηνές» δεν προορίζονται για παιδικό ακροατήριο. Λέγεται ότι ο Σούμαν εμπνεύστηκε τη σύνθεση από μια παρατήρηση της συζύγου του, της πιανίστριας και συνθέτριας Κλάρας Βικ, με την οποία γνωριζόταν από πολύ νεαρή ηλικία, ότι ο Ρόμπερτ, παρά τα 28 του χρόνια, φερόταν συχνά σαν παιδί.



Annie Fischer (1914-1995)
100 χρόνια από τη γέννησή της – 100th Anniversary of her Birth

Robert Schumann (1810-1856)

♪ Kinderszenen, Op.15 (1838)


Annie Fischer, piano


Concert Hall, BBC Broadcasting House, London, 8 April 1986


BBC Music


(HD 1080p - Audio video)


Πηγή για την εισαγωγή: culturenow.gr


Η Άννι Φίσερ γεννήθηκε στη Βουδαπέστη, στις 5 Ιουλίου 1914. Ως παιδί θαύμα, έκανε το ντεμπούτο της σε ηλικία οκτώ χρόνων, ερμηνεύοντας το Κοντσέρτο αρ. 1 σε Ντο μείζονα του Λούντβιχ βαν Μπετόβεν. Σπούδασε στη Μουσική Ακαδημία της Βουδαπέστης υπό τους Arnold Székely και Ernst von Dohnányi. Το 1933, κέρδισε το πρώτο βραβείο στον Διεθνή Διαγωνισμό Πιάνου «Φραντς Λιστ» στη Βουδαπέστη. Τέσσερα χρόνια αργότερα παντρεύτηκε με τον γνωστό κριτικό και μουσικολόγο Aladár Tóth (1898-1968). Το 1941, αναγκάστηκε, λόγω της εβραϊκής καταγωγής της, να εγκαταλείψει την Ουγγαρία όταν η χώρα προσχώρησε στις δυνάμεις του Άξονα, και να καταφύγει με τον σύζυγό της στη Σουηδία. Στην Ουγγαρία επέστρεψε το 1946, όταν τελείωσε ο πόλεμος.

Στη διάρκεια της καριέρας της, εμφανίστηκε πολλές φορές στην Ευρώπη και την Αυστραλία και ελάχιστες στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής όπου ταξίδεψε μόνο δύο φορές. Οι ερμηνείες της επαινέθηκαν από κορυφαίους μουσικούς, όπως τον Όττο Κλέμπερερ, τον Σβιατοσλάβ Ρίχτερ και τον Μαουρίτσιο Πολίνι. Ερμήνευσε κυρίως Μότσαρτ, Μπετόβεν, Μπραμς, Σούμπερτ, Σούμαν και Μπάρτοκ. Τη δεκαετία του 1950 έκανε σημαντικές ηχογραφήσεις με τον Όττο Κλέμπερερ και τον  Βόλφγκανγκ Σαβάλις. Ως τελειομανής που ήταν, πίστευε πως μια ερμηνεία δεν μπορεί ποτέ να θεωρηθεί «οριστική». Επίσης, προτιμούσε να ηχογραφείται «ζωντανά» κατά τη διάρκεια των συναυλιών της. Εκτός όλων των άλλων πολύ σπουδαίων ηχογραφήσεων, η μεγαλύτερη κληρονομιά που άφησε πίσω της θεωρείται πως είναι η καταγραφή σε στούντιο του πλήρη κύκλου με τις Σονάτες για πιάνο του Μπετόβεν, ένα έργο για το οποίο εργάστηκε για δεκαπέντε χρόνια, ξεκινώντας το 1977, και το οποίο, κατόπιν δικής της επιθυμίας, δεν κυκλοφόρησε παρά μόνο μετά το θάνατό της.


Η Άννι Φίσερ υπήρξε η κορυφαία πιανίστρια του εικοστού αιώνα. Και σήμερα, όταν ακούει κανείς τις ηχογραφήσεις της, έχει συχνά την εντύπωση ότι ακούει τα συγκεκριμένα έργα για πρώτη φορά. Η Άννι Φίσερ είχε την ικανότητα να εμβαθύνει τόσο πολύ σε κάθε έργο που ερμήνευε, ώστε πραγματικά να αποδίδει τον πυρήνα του. Πέθανε στη Βουδαπέστη, στις 10 Απριλίου 1995.




Annie Fischer (born July 5, 1914, Budapest – died April 10, 1995, Budapest), was a Hungarian pianist who gained international renown in the 20th century.


Fischer was a child prodigy. Her debut performance, at age eight, was of Ludwig van Beethoven’s Concerto in C major. She studied at the Academy of Music in Budapest under Arnold Székely and Ernst von Dohnányi. In 1933 she won first prize in the Liszt piano competition in Budapest. Four years later she married music critic Aladár Tóth. In 1941 she emigrated to Sweden—forced, because of her Jewish origins, to flee a Hungary where anti-Semitism was on the rise and that was aligned with Nazi Germany. At the end of World War II, she returned to Hungary (1946).


Her performing career took her all over the world. In 1955 she was made an honorary professor of the Academy of Music in Budapest. In her later years she performed less regularly, playing mostly outside of Budapest (both in Hungary and abroad). Her blend of temperamental, explosive playing combined with sensitivity was reminiscent of the tradition of the Romantic era. Her repertoire centred on the period from Wolfgang Amadeus Mozart to Johannes Brahms. She also recorded her own interpretations of a number of Mozart’s concertos as well as Bela Bartók’s Piano Concerto No.3.


britannica.com




Δείτε επίσης – See also

Béla Bartók: Piano Concerto No.3 in E major – Annie Fischer, Laszlo Somogyi (Audio video)

Robert Schumann: Fantasie in C major – Annie Fischer (Audio video)

Robert Schumann: Kreisleriana – Annie Fischer (Audio video)

Annie Fischer – 100th Anniversary of her Birth • 100 χρόνια από τη γέννησή της

Wednesday, November 12, 2014

Henryk Górecki: Symphony No.3 "Symphony of Sorrowful Songs" – Dawn Upshaw, David Zinman – A film by Tony Palmer

Μια εξαιρετική ταινία του Tony Palmer, βασισμένη στη «Συμφωνία των λυπημένων τραγουδιών» του Henryk Górecki.
















Henryk Górecki: Symphony of Sorrowful Songs (2008)

A film by Tony Palmer

Dawn Upshaw, soprano

London Sinfonietta Orchestra
Διευθύνει ο David Zinman

Παραγωγή: Mike Bluett
Σκηνοθεσία: Tony Palmer

Αγγλικοί υπότιτλοι – English subtitles

(HD 720p)

Προειδοποίηση: Το φιλμ περιέχει εικόνες που μπορεί να σοκάρουν.



Henryk Górecki: Symphony No.3 "Symphony of Sorrowful Songs" (1976)


Henryk Górecki
(6 Δεκεμβρίου 1933 – 12 Νοεμβρίου 2010 • December 6, 1933  November 12, 2010)

4η επέτειος από το θάνατό του – 4th anniversary of his death


Henryk Górecki, 1993
Ο Πολωνός συνθέτης Χένρικ Γκορέτσκι υπήρξε ένας από τους πολυάριθμους νέους δημιουργούς της γενιάς του που στο ξεκίνημα της σταδιοδρομίας τους ενστερνίστηκαν τα ιδεώδη και τις τεχνικές της μουσικής πρωτοπορίας των δεκαετιών του 1950 και του 1960. Από τα μέσα της δεκαετίας του 1970, εντούτοις, πραγματοποίησε μια πλήρη υφολογική μεταστροφή προς έναν θρησκευτικού τύπου μινιμαλισμό, ο οποίος εντάσσεται στο αντιδραστικό αλλά και ιδιαίτερα δημοφιλές κίνημα της «νέας απλότητας». Ένα από τα πρώτα αλλά και από τα πλέον χαρακτηριστικά δείγματα γραφής του Γκορέτσκι κατά τις προδιαγραφές της νέας αυτής τεχνοτροπίας είναι η Τρίτη Συμφωνία του, έργο 36, η επονομαζόμενη και ως «Συμφωνία των λυπημένων τραγουδιών». Το εν λόγω έργο υπήρξε παραγγελία της Ραδιοφωνίας της Νοτιοδυτικής Γερμανίας του Baden-Baden, γράφηκε τους τρεις τελευταίους μήνες του 1976 και εκτελέσθηκε για πρώτη φορά στις 4 Απριλίου 1977 στο φεστιβάλ σύγχρονης μουσικής της γαλλικής πόλης Royan, αποσπώντας μονάχα δεικτικά σχόλια για την απλοϊκότητα της μουσικής και τη – «δίχως νόημα» – παρατεταμένη διάρκειά της. Έτσι, παρέμεινε ουσιαστικά στην αφάνεια μέχρι το 1993, όταν οι ιθύνοντες του βρετανικού μουσικού ραδιοφωνικού σταθμού Classic FM αποφάσισαν να προωθήσουν έντονα μια νέα ηχογράφηση της συμφωνίας αυτής που είχε προσφάτως τεθεί σε κυκλοφορία από τη δισκογραφική εταιρεία Elektra· τότε, λοιπόν, συνέβη κάτι το πρωτοφανές για τα δεδομένα της «κλασικής» μουσικής: ο δίσκος αυτός πούλησε 700.000 αντίτυπα μέσα σε δύο μόλις χρόνια, παρέμεινε επί πολλές εβδομάδες στις πρώτες θέσεις των charts της βρετανικής μουσικής βιομηχανίας και τελικά υπερέβη το ένα εκατομμύριο σε πωλήσεις! Παρ' όλα αυτά, ο καταναλωτικός αυτός οίστρος, ναι μεν, απέδειξε την αποτελεσματικότητα των σύγχρονων μεθόδων προώθησης ενός οιουδήποτε προϊόντος, όμως δεν είχε την αναμενόμενη επίδραση και επί του κοινού των συναυλιών, ούτε – πολύ περισσότερο – συνέβαλε σε μια γενικότερη αναζωπύρωση του ενδιαφέροντος για το υπόλοιπο συνθετικό έργο του Γκορέτσκι.

Η «Συμφωνία των λυπημένων τραγουδιών» είναι γραμμένη για σοπράνο και ορχηστρικό σύνολο, αποτελείται δε από τρία φωνητικά μέρη πολύ αργής χρονικής αγωγής, που συνιστούν μελοποιήσεις ισάριθμων και πολύ διαφορετικών μεταξύ τους πολωνικών κειμένων, τα οποία ωστόσο πραγματεύονται ένα κοινό θέμα: τον θρήνο μιας μάνας για την τραγική απώλεια του παιδιού της. Και τα τρία μέρη διακατέχονται από στατικότητα και υποβάλλουν μιαν αίσθηση μυστικισμού, χάρη στις σύμφωνες τροπικές συνηχήσεις, την απουσία σημαντικών υφολογικών είτε απότομων δυναμικών αντιθέσεων αλλά και την ομοιόμορφη ενορχήστρωσή τους, η οποία στηρίζεται κυρίως στα έγχορδα, παραιτείται εντελώς του «αιχμηρού» ηχοχρώματος των όμποε και των τρομπετών και περιορίζει τη συνεισφορά της άρπας και του πιάνου σε διακριτικά στίγματα ήχου· η μουσική ξεδιπλώνεται πολύ αργά, ενώ οι μελωδικές φράσεις της σοπράνο παραπέμπουν στην απλότητα παιδικών τραγουδιών, αντιμετωπίζοντας όμως τελείως ουδέτερα το μελοποιημένο κείμενο.

Στο πρώτο μέρος, Lento (sostenuto tranquillo ma cantabile), ένα σχοινοτενές ελεγειακό θέμα αναδύεται αργά, υπό μορφήν κανόνος σε κύκλο πεμπτών, ο οποίος διανέμεται σε δέκα πάρτες εγχόρδων (αλλά πάντως όχι σε περισσότερες από οκτώ διαφορετικές φωνές), από τη βαθύτερη περιοχή των κοντραμπάσων μέχρι την υψηλότερη των βιολιών. Αφού λοιπόν φτάσει σε ένα σημείο κάλυψης ολόκληρου του διαθέσιμου ηχητικού φάσματος και παράλληλης δυναμικής επίτασης, η μουσική αλλάζει πορεία, μειώνοντας σταδιακά τόσο το πλήθος των διαφορετικών φωνών, όσο και την έντασή της, για να καταλήξει έπειτα από αρκετή ώρα σε ταυτοφωνία στο μέσον του συνολικού ηχητικού φάσματος. Με την είσοδο και των υπολοίπων οργάνων, η φωνή της σοπράνο εκθέτει σε σχετικά μικρή έκταση έναν θρήνο της Παναγίας προς τον Εσταυρωμένο, ο οποίος προέρχεται από πολωνικό μοναστήρι και χρονολογείται από το δεύτερο ήμισυ του 15ου αιώνα, ενώ από εκεί και ύστερα τα έγχορδα επιστρέφουν στον αρχικό τους κανόνα, αλλά αντιστρέφουν την αρχική διαδικασία, ξεκινώντας δηλαδή από ένα μέγιστο σημείο έντασης και αξιοποίησης όλου του διαθέσιμου ηχητικού φάσματος, για να καταλήξουν σταδιακά στη σκοτεινή γραμμή των κοντραμπάσων.

Το ακόλουθο Lento e largo (tranquillissimo, cantabilissimo, dolcissimo, legatissimo) – Molto lento, παρά τις εξεζητημένες ερμηνευτικές ενδείξεις του, βασίζεται σε μια συγκινητική επιγραφή-προσευχή της δεκαοκτάχρονης Helena Wanda Błażusiakówna, που βρέθηκε χαραγμένη σε τοίχο κελιού φυλακής της Μυστικής Κρατικής Αστυνομίας του ναζιστικού καθεστώτος (Gestapo) στην πολωνική πόλη Zakopane και είναι ίσως το πιο επιτυχημένο (αλλά και το συντομότερο σε διάρκεια) μέρος του έργου. Τα δύο εναρκτήρια ορχηστρικά «συμβάντα» αντιδιαστέλλουν συμβολικά μιαν αναπόληση της παιδικότητας και της χαμένης ελευθερίας με το έρεβος του κελιού που περιβάλλει την παραμυθία του μελοποιημένου κειμένου. Υπό την διαρκή συνοδεία μουντών και αργόσυρτων συγχορδιών, οι σύντομες και απέριττες μελωδικές φράσεις της σοπράνο διαμορφώνουν μιαν ευρύτερη αψιδωτή πορεία, προτού επικεντρωθούν σε μια σχετικά υψηλή περιοχή για τη μονότονη εκφώνηση της προσευχής, που μοιάζει να συνεχίζεται επ' άπειρον από την ορχήστρα.

Για το τρίτο μέρος, Lento (cantabile semplice) – Lento e largo – Molto lento – Largo ben tenuto, ο Γκορέτσκι επέλεξε να μελοποιήσει ένα λαϊκό τραγούδι της ιδιαίτερης πατρίδος του, της Σιλεσίας, καθιστώντας μάλιστα το ύφος της φωνητικής γραμμής της σοπράνο αρκετά δημοτικοφανές. Οι τρεις πρώτες στροφές του τραγουδιού είναι γραμμένες στον φυσικό ελάσσονα τρόπο, ενώ η τέταρτη στρέφεται προς την ομώνυμη Λα μείζονα· παράλληλα, η ομοφωνική συνοδεία των εγχόρδων επεκτείνεται βαθμιαία προς υψηλότερες ηχητικές περιοχές, προκειμένου να επενδύσει με ένα πιο φωτεινό υπόβαθρο τις εκκλήσεις της χαροκαμένης μάνας προς τα πουλάκια και τα άνθη του Θεού. Εντούτοις, το τραγούδι της ολοκληρώνεται με μια συνοπτική επαναφορά της πρώτης στροφής και του γεμάτου απόγνωση (αλλά και μοιραία αναπάντητου) ερωτήματός της προς αυτούς που φόνευσαν τον γιο της, ενώ η ορχήστρα έρχεται κατόπιν να προσθέσει ως ύστατη παρηγορητική χειρονομία μια γαλήνια καταδυόμενη συγχορδία της Λα μείζονος.

Πηγή: Ιωάννης Φούλιας


Henryk Górecki
Ο Χένρικ Γκορέτσκι (Henryk Górecki, Γκούρετσκι η ορθή προφορά του ονόματός του στα Πολωνικά) γεννήθηκε στις 6 Δεκεμβρίου 1933 στο χωριό Τσέρνιτσα της νοτιοδυτικής Πολωνίας. Η οικογένειά του αγαπούσε τη μουσική. Ο πατέρας του, Ρόμαν (1904-1991) ήταν σιδηροδρομικός και ερασιτέχνης μουσικός, ενώ η μητέρα του, Οτίλια (1909-1935) έπαιζε πιάνο. Η μητέρα του πέθανε όταν ο Χένρικ ήταν δύο ετών και πολλά από τα πρώιμα έργα του είναι αφιερωμένα στη μνήμη της. Ο Χένρικ ενδιαφέρθηκε από νωρίς για τη μουσική, αλλά αποθαρρύνθηκε, τόσο από τον πατέρα του, όσο και από τη μητριά του, που δεν τον άφηναν να παίζει στο πιάνο της μητέρας του. Αυτός επέμεινε και σε ηλικία 10 ετών άρχισε μαθήματα βιολιού με ένα συγχωριανό του ερασιτέχνη μουσικό.

Το 1945, ενώ έπαιζε με τα παιδιά της γειτονιάς του, έπαθε εξάρθρωση γοφού. Η κακή διάγνωση του τοπικού γιατρού, του προκάλεσε μόλυνση και σοβαρό πρόβλημα υγείας. Χρειάστηκε να υποβληθεί σε τέσσερεις εγχειρήσεις και να παραμείνει στο νοσοκομείο συνολικά είκοσι μήνες για να δει την υγεία του να καλυτερεύει. Προσωρινά, όμως, μία φυματίωση που του παρουσιάστηκε επέτεινε το πρόβλημα με την υγεία του η οποία τον ταλαιπώρησε σε όλη τη διάρκεια της ζωής του, μέχρι σημείου «να συνομιλεί συχνά με το θάνατο», όπως έλεγε.

Το 1952 πήγε για πρώτη φορά σε Ωδείο και μέσα σε τρία χρόνια έμαθε κλαρινέτο, πιάνο, μουσική θεωρία, βελτίωσε τις επιδόσεις του στο βιολί και άρχισε να συνθέτει. Από το 1955 συνέχισε τις σπουδές στη Μουσική Ακαδημία του Κατοβίτσε, με καθηγητή τον συνθέτη Μπόλεσλαβ Σαμπέλσκι (μαθητή του Κάρολ Σιμανόφσκι), ενώ παρέδιδε μαθήματα μουσικής για τα προς το ζην. Ο Σαμπέλσκι τον μύησε στη νεοκλασική ανάγνωση της αντίστιξης και στην πολωνική λαϊκή μουσική, αλλά την ίδια περίοδο ο Γκορέτσκι ήταν απορροφημένος στους κανόνες του δωδεκαφθογγικού σειραϊσμού. Αποφοίτησε με άριστα από την Ακαδημία το 1960.

Το 1968 προσελήφθη στη Μουσική Ακαδημία του Κατοβίτσε και το 1972 προήχθη σε καθηγητή της σύνθεσης. Ήταν πολύ αυστηρός δάσκαλος, ο φόβος και ο τρόμος του Ωδείου, λόγω του απότομου χαρακτήρα του και των συχνά ανελέητων σχολίων του για τις επιδόσεις των μαθητών του. «Όταν τον πρωτάκουσα στην τάξη ένιωσα σαν κάποιος να μου άδειασε μια κανάτα κρύο νερό στο κεφάλι», θυμάται ο μαθητής του και μετέπειτα συνθέτης Ραφάλ Αουγκουστίν. Ο ίδιος, όμως, αναγνωρίζει ότι όσοι αποφοίτησαν από την τάξη του Γκορέτσκι έγιναν αξιοσέβαστοι συνθέτες.

Το 1975 αναλαμβάνει διευθυντής της Σχολής, αν και δεν ήταν μέλος του Ενωμένου Εργατικού Κόμματος Πολωνίας (Κομμουνιστικού), που κυβερνούσε τη χώρα από το 1945. Οι διαρκείς του κόντρες με την κομματική γραφειοκρατία τον οδήγησαν σε παραίτηση το 1979, όταν διαμαρτυρήθηκε για την κυβερνητική απόφαση να μην επιτραπεί στον πολωνικής καταγωγής Πάπα Ιωάννη - Παύλο Β' να επισκεφθεί το Κατοβίτσε. Αμέσως μετά ίδρυσε το τοπικό παράρτημα του Καθολικού Συλλόγου Διανοουμένων, μιας οργάνωσης που αντιμαχόταν το Κομμουνιστικό Κόμμα. Παρέμεινε πολιτικά ενεργός έως την πτώση του Κομμουνισμού το 1989. Μάλιστα, το 1991 συνέθεσε το Miserere για μεγάλη ορχήστρα, σε ανάμνηση της αστυνομικής βίας κατά του συνδικάτου Αλληλεγγύη, που βρισκόταν στην πρωτοπορία του αντικομμουνιστικού αγώνα τη δεκαετία του '80.

Παράλληλα με τα διδακτικά του καθήκοντα ο Γκορέτσκι ασχολήθηκε με τη σύνθεση, όσο του επέτρεπε η ασθενική κράση του. Τα πρώτα έργα του χρονολογούνται από τα μέσα της δεκαετίας του '50 και κινούνται στα χνάρια του Πιερ Μπουλέζ και της σειραϊκής πρωτοπορίας. Θεωρείται ο ιδρυτής της αποκληθείσας Νέας Πολωνικής Σχολής, μαζί με τον άλλο διάσημο συνθέτη της γενιάς του, τον Κριστόφ Πεντερέτσκι. Και οι δύο επωφελήθηκαν από την ανοχή που επέδειξαν οι κομμουνιστικές αρχές προς τη μοντέρνα τέχνη, αν και συχνά τους κατηγορούσαν για φορμαλισμό (χαρακτηρισμός που αποδιδόταν σε όσους ξέφευγαν από τις νόρμες του σοσιαλιστικού ρεαλισμού).

Τον Φεβρουάριο του 1958 δόθηκε η πρώτη συναυλία με έργα του στο Κατοβίτσε. Η επιτυχία της έφερε και τις πρώτες παραγγελίες για τον νεαρό συνθέτη, ελαφρύνοντας κάπως τη δεινή οικονομική του κατάσταση. Ο Επιτάφιος (Epitafium), έργο του 1958 για χορωδία και ορχηστρικό σύνολο, θεωρήθηκε ως «η πιο παραστατική και σφύζουσα έκφραση του νέου πολωνικού κύματος στη μουσική». Τον επόμενο χρόνο έγραψε την Πρώτη Συμφωνία και το 1960 τα Scontri (Συγκρούσεις), που εντυπωσίασαν τους κριτικούς.

Το 1961 ο Γκορέτσκι βρισκόταν στην εμπροσθοφυλακή της πολωνικής αβάν-γκαρντ, έχοντας αφομοιώσει τις επιρροές του από τους Βέμπερν, Μπουλέζ και Ξενάκη κι έχοντας διαμορφώσει το δικό του στυλ. Αρχίζει να γίνεται γνωστός στο εξωτερικό. Μεταβαίνει για σπουδές στη Γαλλία και επηρεάζεται από τη μουσική των Ολιβιέ Μεσιάν και Καρλχάιντς Στοκχάουζεν. Από τα τέλη της δεκαετίας του '60 αρχίζει να απομακρύνεται από τη μουσική πρωτοπορία και να συνθέτει σ' ένα πιο παραδοσιακό, νεορομαντικό εκφραστικό ύφος. Ξεχωριστό έργο αυτής της περιόδου είναι η Συμφωνία αρ. 2, γνωστή και ως «Κοπερνίκεια». Γράφτηκε το 1972 για να τιμηθούν τα 500 χρόνια από τη γέννηση του Πολωνού αστρονόμου Νικολάου Κοπέρνικου.

Το 1976 συνθέτει τη Συμφωνία αρ. 3, γνωστή και με τον υπότιτλό της «Συμφωνία των λυπημένων τραγουδιών», ένα αργό και υποβλητικό έργο για σοπράνο και ορχήστρα, που θα αποτελέσει τη μεγαλύτερη επιτυχία του δεκάξι χρόνια αργότερα, όταν θα ηχογραφηθεί από τη Σινφονιέτα του Λονδίνου υπό τον Ντέιβιντ Ζίνμαν, με σολίστ τη σοπράνο Ντον Άπσοου. Θα κυκλοφορήσει από τη δισκογραφική εταιρεία Nonesuch/Warner και θα πουλήσει πάνω από ένα εκατομμύριο δίσκους μόνο στη Μεγάλη Βρετανία, φθάνοντας ως το No. 6 του βρετανικού πίνακα επιτυχιών, συναγωνιζόμενο ευθέως τους ποπ και ροκ καλλιτέχνες της εποχής. Είχε γίνει γνωστό το 1985, όταν ένα απόσπασμά του χρησιμοποιήθηκε στο σάουντρακ της ταινίας του Μορίς Πιαλά, "Police". Το πιο δημοφιλές έργο του Γκορέτσκι αποτελείται από τρία μέρη: Το πρώτο είναι βασισμένο σ' έναν θρήνο του 15ου αιώνα, το δεύτερο χρησιμοποιεί τα λόγια μιας νεαρής κοπέλας, της Έλενα Μπλαζούσιακ, που έγραψε στον τοίχο μιας φυλακής της Γκεστάπο, ζητώντας από την Παναγία να τη βοηθήσει. Το τρίτο μέρος της συμφωνίας περιλαμβάνει τα λόγια μιας μητέρας που έχασε τον γιο της σε μία από τις εξεγέρσεις των Πολωνών για την ανεξαρτησία της χώρας τους.

Παρά τη μεγάλη επιτυχία της Τρίτης Συμφωνίας, ο Γκορέτσκι άντεξε στον πειρασμό να συνθέσει ένα έργο στο ίδιο στυλ και συνέχισε να γράφει «υπακούοντας στις εσωτερικές του φωνές». Κριτικοί και μουσικολόγοι επαινούν το έργο του και τον εντάσσουν στο κλίμα του αποκληθέντος Αγίου Μινιμαλισμού, με συνθέτες όπως οι Άρβο Περτ, Τζον Τάβενερ και Γκίγια Καντσέλι. Κοινός τόπος αυτών των συνθετών, η απλότητα στο ρυθμό και τη μελωδία και τα βαθιά θρησκευτικά πιστεύω. Στις 12 Νοεμβρίου 2010, ο θάνατος του χτύπησε την πόρτα και δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει τη Συμφωνία αρ. 4, η πρεμιέρα της οποίας επρόκειτο να δοθεί στο Λονδίνο. Ήταν παντρεμένος από τον Ιούλιο του 1959 με τη συμφοιτήτριά του στο Ωδείο και μετέπειτα καθηγήτρια πιάνου, Γιανβίγκα Ρουράνσκα, με την οποία απέκτησε δύο παιδιά, την πιανίστρια Άννα Γκορέτσκα-Στάντσικ (γ. 1967) και τον συνθέτη Μικολάι Γκορέτσκι (γ. 1971).


Είπε:

«Γεννήθηκα στη Σιλεσία. Είναι παλιά πολωνική γη, αλλά με παρούσες τρεις κουλτούρες: Πολωνική, Τσεχική και Γερμανική. Η λαϊκή τέχνη, η τέχνη γενικότερα, δεν έχει σύνορα. Η Πολωνική Κουλτούρα είναι ένα υπέροχο μείγμα. Όταν κοιτάς την ιστορία της Πολωνίας είναι ακριβώς η πολυπολιτισμικότητα, η παρουσία των μειονοτήτων που έκαναν την Πολωνία αυτό που είναι σήμερα.»

«Οι μαθητές μου στη Μουσική Ακαδημία, μου ζητούσαν πολλά, πολλά πράγματα, πώς να γράψουν μουσική και τι να γράψουν. Εγώ τους απαντούσα: Εάν μπορείς να ζήσεις χωρίς μουσική για δύο ή τρεις μέρες, τότε μη γράφεις. Πέρασε καλύτερα τον χρόνο σου με το κορίτσι σου ή με μια μπύρα. Εάν δεν μπορείς να ζήσεις χωρίς μουσική, τότε γράψε.»

«Δεν διαλέγω του ακροατές μου. Δεν γράφω για τους ακροατές μου. Τους σκέφτομαι αλλά δεν γράφω γι' αυτούς. Έχω να τους πω κάτι, αλλά θα πρέπει και αυτοί να καταβάλουν προσπάθεια για να το καταλάβουν. Εάν τους σκεφτόμουν δεν θα μπορούσα να γράψω.»

«Θα ήταν τρομερή φτώχεια για τη ζωή εάν η μουσική ήταν πολιτική. Δεν μπορώ να φανταστώ τι είναι πολιτική μουσική. Η μουσική είναι μουσική, όπως η ζωγραφική είναι ζωγραφική. Εγώ μπορώ να έχω τα πολιτικά μου πιστεύω, τα οποία αφορούν μόνο την προσωπική μου ζωή».


Επιλεγμένα Έργα:

• Epitafium (Επιτάφιος), για μεικτή χορωδία και ορχηστρικό σύνολο. (1958)
• Scontri (Συγκρούσεις), για ορχήστρα. (1960)
• Τρία Κομμάτια σε Παλιό Στυλ, για ορχήστρα εγχόρδων. (1963)
• Refren (Ρεφρέν), για Ορχήστρα. (1965)
• Συμφωνία αρ. 2, «Κοπερνίκεια». (1972)
• Συμφωνία αρ. 3, «Συμφωνία των λυπημένων τραγουδιών». (1975)
• Beatus Vir (Μακάριος ο Ανήρ), ψαλμός για βαρύτονο, μεικτή χορωδία και ορχήστρα. (1979)
• Lerchenmusik (Η Μουσική του Κορυδαλλού), για κλαρινέτο, τσέλο και πιάνο. (1986)
• Totus Tuus (Όλος Δικός σας), για χορωδία. (1987)
• Κουαρτέτο Εγχόρδων αρ. 1 "Already It is Dusk". (1988)
• Kleines Requiem for a Polka (Μικρό Ρέκβιεμ για μία Πόλκα), για πιάνο και 13 όργανα. (1993)

Πηγή: sansimera.gr

John Tavener: The Protecting Veil – Jacob Shaw, Håkon Daniel Nystedt

John Tavener
(28 Ιανουαρίου 1944 – 12 Νοεμβρίου 2013 • January 28, 1944 – November 12, 2013)

Ένας χρόνος από το θάνατό του  – A year after his death

Άγγλος συνθέτης λόγιας μουσικής, με σπουδαίο έργο, που τον κατατάσσει μεταξύ των πιο σημαντικών σύγχρονων συνθετών, ο Τζον Τάβενερ γνώρισε μεγάλη δημοσιότητα με τη σύνθεση για τσέλο «Τραγούδι για την Αθηνά» ("Song for Athene"), που παίχτηκε στην κηδεία της πριγκίπισσας Νταϊάνα. Ήταν βαπτισμένος Χριστιανός Ορθόδοξος και διατηρούσε ιδιαίτερες σχέσεις με τη χώρα μας. «Ο τόπος σας με βοηθάει να βρίσκω δρόμους» είχε πει για την Ελλάδα.

Ο Τζον Τάβενερ γεννήθηκε στις 28 Ιανουαρίου 1944 στη συνοικία Γουέμπλεϊ του Λονδίνου. Ο πατέρας του ήταν ένας ευκατάστατος εργολάβος οικοδομών και τον βοήθησε να κάνει το όνειρό του πραγματικότητα, να σπουδάσει μουσική. Μετά την αποφοίτησή του από το Λύκειο, γράφτηκε στην περίφημη Βασιλική Ακαδημία Μουσικής του Λονδίνου. Θεωρήθηκε εξαρχής εξαιρετικό ταλέντο και σε ηλικία μόλις 24 ετών έγινε γνωστός με τη σύνθεσή του "The Whale", ένα έργο με βιβλικές αναφορές.

Το 1977, βαπτίστηκε Χριστιανός Ορθόδοξος. Η ορθόδοξη θεολογία, οι λειτουργικές παραδόσεις της Ορθοδοξίας και η Βυζαντινή Μουσική, ιδιαίτερα η ρωσική της εκδοχή, άσκησαν τεράστια επιρροή στο έργο του. Δύο χρόνια αργότερα έγραψε το «Ελληνικό Ιντερλούδιο» ("Greek Interlude"), μια σύνθεση για φλάουτο και πιάνο. Το έργο αυτό είναι ένα μουσικό ταξίδι από τη Βουλγαρία στην Ελλάδα, μέσα από τους βυζαντινούς τρόπους και τη δημοτική μουσική.

Το 1985 πεθαίνει από καρκίνο η πολυαγαπημένη του μητέρα και ο συνθέτης βυθίζεται σε απόγνωση. Μετά από λίγες ημέρες περισυλλογής γράφει το έργο «Eis Thanaton» σε ποίηση του Ανδρέα Κάλβου και το αφιερώνει στη μνήμη της. Το 1988, γνωρίζει επιτυχία με τη σύνθεσή του για τσέλο και έγχορδα "The Protecting Veil» («Αγία Σκέπη»), που έγραψε τον προηγούμενο χρόνο στο εξοχικό του στην Εύβοια, όταν ήταν ακόμη παντρεμένος με την Ελληνίδα χορογράφο Βίκυ Μαραγκοπούλου. Η σύνθεσή του αυτή έμεινε για πολλές εβδομάδες στο No.1 του βρετανικού «κλασικού» πίνακα επιτυχιών.

Ο Τάβενερ υπήρξε ο αγαπημένος συνθέτης του πρίγκηπα Κάρολου, ίσως λόγω κοινών αναφορών, ενώ φίλος και θαυμαστής του υπήρξε ο Τζον Λένον. Τη μεγαλύτερη δημοσιότητα της καριέρας του τη γνώρισε με το χορωδιακό «Τραγούδι για την Αθηνά» ("Song for Athene") σε στίχους της μοναχής Θέκλας, που ακούστηκε κατά τη νεκρώσιμη τελετή της πριγκίπισσας Νταϊάνα στις 6 Σεπτεμβρίου 1997. Το 1995, ολοκλήρωσε το έργο "Agraphon" («Άγραφον») σε ποίηση του Άγγελου Σικελιανού, παραγγελία του Οργανισμού του Μεγάρου Μουσικής.

Μετά το 2000, ο Τάβενερ άρχισε να εξερευνά και άλλες θρησκευτικές παραδόσεις, όπως τον Ινδουισμό και το Ισλάμ, και επηρεάστηκε από τις συγκρητιστικές διδασκαλίες του Ελβετού μυστικιστή φιλοσόφου Φρίτγιοφ Σουόν (1907-1998), όπως γράφτηκε στον βρετανικό τύπο. Πάντως, ο ίδιος περιέγραψε τον εαυτό του ως «πιστό Ορθόδοξο Χριστιανό» σε συνέντευξή του στο BBC (2 Οκτωβρίου 2010).

Το 2000 τιμήθηκε από τη βασίλισσα Ελισάβετ με τον τίτλο του «σερ». To 2008, παρουσίασε στο Λίβερπουλ το δικό του «Ρέκβιεμ», το πιο φιλόδοξο ίσως έργο του, και απέσπασε διθυραμβικές κριτικές.

Ο Τάβενερ δρούσε και δημιουργούσε όλα αυτά τα χρόνια, έχοντας να αντιμετωπίσει σοβαρά προβλήματα υγείας. Σε ηλικία 30 ετών υπέστη εγκεφαλικό και στις αρχές της δεκαετίας του 2000 υποβλήθηκε στην πρώτη του εγχείριση στην καρδιά και σε αφαίρεση όγκου από τη γνάθο. Όπως είχε δηλώσει, οι συνεχείς περιπέτειες με την υγεία του τον έφεραν πιο κοντά στο Θεό και τον έκαναν περισσότερο δημιουργικό.

Τον Δεκέμβριο του 2000 κι ενώ βρισκόταν στο εξοχικό του στην Εύβοια, διαγνώστηκε ότι πάσχει από μια σπάνια γενετική ασθένεια, το «Σύνδρομο Μαρφάν», που προσβάλει τους συνδετικούς ιστούς του σώματος. Στις αρχές του 2008 υποβλήθηκε σε εγχείρηση ανοιχτής καρδιάς και μέσα στον ίδιο χρόνο υπέστη και δεύτερο εγκεφαλικό.

Ο Τζον Τάβενερ πέθανε στις 12 Νοεμβρίου 2013, σε ηλικία 69 ετών. Ήταν παντρεμένος σε δεύτερο γάμο από το 1991 με τη Μαριάνα Σέφερ, με την οποία απέκτησε δύο κόρες, τη Θεοδώρα και τη Σοφία.



Απόσπασμα από το έργο του Τζον Τάβενερ "The Protecting Veil" για τσέλο και ορχήστρα εγχόρδων. Ερμηνεύει ο ταλαντούχος Άγγλος τσελίστας Jacob Shaw (γεν. 1988), ενώ την Ορχήστρα της Βασιλικής Ακαδημίας Μουσικής της Δανίας και την Ορχήστρα Aarhus της ομώνυμης πόλης της Δανίας διευθύνει ο ανερχόμενος Νορβηγός αρχιμουσικός Håkon Daniel Nystedt.



John Tavener (1944-2013)


♪ The Protecting Veil, for cello and string orchestra [extract] (1988)

Jacob Shaw, cello


DKDM Copenhagen & DJM Aarhus combined orchestra

Διευθύνει ο Håkon Daniel Nystedt

Φωτισμοί – Lights: Jacob Shaw


DKDM Concert Hall (old radio house), Copenhagen, August 25, 2012 (25 Αυγούστου 2012)


(HD 1080p)


Πηγή για την εισαγωγή: sansimera.gr