Christian Thielemann

Christian Thielemann

Wednesday, November 12, 2014

Henryk Górecki: Symphony No.3 "Symphony of Sorrowful Songs" – Dawn Upshaw, David Zinman – A film by Tony Palmer

Μια εξαιρετική ταινία του Tony Palmer, βασισμένη στη «Συμφωνία των λυπημένων τραγουδιών» του Henryk Górecki.
















Henryk Górecki: Symphony of Sorrowful Songs (2008)

A film by Tony Palmer

Dawn Upshaw, soprano

London Sinfonietta Orchestra
Διευθύνει ο David Zinman

Παραγωγή: Mike Bluett
Σκηνοθεσία: Tony Palmer

Αγγλικοί υπότιτλοι – English subtitles

(HD 720p)

Προειδοποίηση: Το φιλμ περιέχει εικόνες που μπορεί να σοκάρουν.



Henryk Górecki: Symphony No.3 "Symphony of Sorrowful Songs" (1976)


Henryk Górecki
(6 Δεκεμβρίου 1933 – 12 Νοεμβρίου 2010 • December 6, 1933  November 12, 2010)

4η επέτειος από το θάνατό του – 4th anniversary of his death


Henryk Górecki, 1993
Ο Πολωνός συνθέτης Χένρικ Γκορέτσκι υπήρξε ένας από τους πολυάριθμους νέους δημιουργούς της γενιάς του που στο ξεκίνημα της σταδιοδρομίας τους ενστερνίστηκαν τα ιδεώδη και τις τεχνικές της μουσικής πρωτοπορίας των δεκαετιών του 1950 και του 1960. Από τα μέσα της δεκαετίας του 1970, εντούτοις, πραγματοποίησε μια πλήρη υφολογική μεταστροφή προς έναν θρησκευτικού τύπου μινιμαλισμό, ο οποίος εντάσσεται στο αντιδραστικό αλλά και ιδιαίτερα δημοφιλές κίνημα της «νέας απλότητας». Ένα από τα πρώτα αλλά και από τα πλέον χαρακτηριστικά δείγματα γραφής του Γκορέτσκι κατά τις προδιαγραφές της νέας αυτής τεχνοτροπίας είναι η Τρίτη Συμφωνία του, έργο 36, η επονομαζόμενη και ως «Συμφωνία των λυπημένων τραγουδιών». Το εν λόγω έργο υπήρξε παραγγελία της Ραδιοφωνίας της Νοτιοδυτικής Γερμανίας του Baden-Baden, γράφηκε τους τρεις τελευταίους μήνες του 1976 και εκτελέσθηκε για πρώτη φορά στις 4 Απριλίου 1977 στο φεστιβάλ σύγχρονης μουσικής της γαλλικής πόλης Royan, αποσπώντας μονάχα δεικτικά σχόλια για την απλοϊκότητα της μουσικής και τη – «δίχως νόημα» – παρατεταμένη διάρκειά της. Έτσι, παρέμεινε ουσιαστικά στην αφάνεια μέχρι το 1993, όταν οι ιθύνοντες του βρετανικού μουσικού ραδιοφωνικού σταθμού Classic FM αποφάσισαν να προωθήσουν έντονα μια νέα ηχογράφηση της συμφωνίας αυτής που είχε προσφάτως τεθεί σε κυκλοφορία από τη δισκογραφική εταιρεία Elektra· τότε, λοιπόν, συνέβη κάτι το πρωτοφανές για τα δεδομένα της «κλασικής» μουσικής: ο δίσκος αυτός πούλησε 700.000 αντίτυπα μέσα σε δύο μόλις χρόνια, παρέμεινε επί πολλές εβδομάδες στις πρώτες θέσεις των charts της βρετανικής μουσικής βιομηχανίας και τελικά υπερέβη το ένα εκατομμύριο σε πωλήσεις! Παρ' όλα αυτά, ο καταναλωτικός αυτός οίστρος, ναι μεν, απέδειξε την αποτελεσματικότητα των σύγχρονων μεθόδων προώθησης ενός οιουδήποτε προϊόντος, όμως δεν είχε την αναμενόμενη επίδραση και επί του κοινού των συναυλιών, ούτε – πολύ περισσότερο – συνέβαλε σε μια γενικότερη αναζωπύρωση του ενδιαφέροντος για το υπόλοιπο συνθετικό έργο του Γκορέτσκι.

Η «Συμφωνία των λυπημένων τραγουδιών» είναι γραμμένη για σοπράνο και ορχηστρικό σύνολο, αποτελείται δε από τρία φωνητικά μέρη πολύ αργής χρονικής αγωγής, που συνιστούν μελοποιήσεις ισάριθμων και πολύ διαφορετικών μεταξύ τους πολωνικών κειμένων, τα οποία ωστόσο πραγματεύονται ένα κοινό θέμα: τον θρήνο μιας μάνας για την τραγική απώλεια του παιδιού της. Και τα τρία μέρη διακατέχονται από στατικότητα και υποβάλλουν μιαν αίσθηση μυστικισμού, χάρη στις σύμφωνες τροπικές συνηχήσεις, την απουσία σημαντικών υφολογικών είτε απότομων δυναμικών αντιθέσεων αλλά και την ομοιόμορφη ενορχήστρωσή τους, η οποία στηρίζεται κυρίως στα έγχορδα, παραιτείται εντελώς του «αιχμηρού» ηχοχρώματος των όμποε και των τρομπετών και περιορίζει τη συνεισφορά της άρπας και του πιάνου σε διακριτικά στίγματα ήχου· η μουσική ξεδιπλώνεται πολύ αργά, ενώ οι μελωδικές φράσεις της σοπράνο παραπέμπουν στην απλότητα παιδικών τραγουδιών, αντιμετωπίζοντας όμως τελείως ουδέτερα το μελοποιημένο κείμενο.

Στο πρώτο μέρος, Lento (sostenuto tranquillo ma cantabile), ένα σχοινοτενές ελεγειακό θέμα αναδύεται αργά, υπό μορφήν κανόνος σε κύκλο πεμπτών, ο οποίος διανέμεται σε δέκα πάρτες εγχόρδων (αλλά πάντως όχι σε περισσότερες από οκτώ διαφορετικές φωνές), από τη βαθύτερη περιοχή των κοντραμπάσων μέχρι την υψηλότερη των βιολιών. Αφού λοιπόν φτάσει σε ένα σημείο κάλυψης ολόκληρου του διαθέσιμου ηχητικού φάσματος και παράλληλης δυναμικής επίτασης, η μουσική αλλάζει πορεία, μειώνοντας σταδιακά τόσο το πλήθος των διαφορετικών φωνών, όσο και την έντασή της, για να καταλήξει έπειτα από αρκετή ώρα σε ταυτοφωνία στο μέσον του συνολικού ηχητικού φάσματος. Με την είσοδο και των υπολοίπων οργάνων, η φωνή της σοπράνο εκθέτει σε σχετικά μικρή έκταση έναν θρήνο της Παναγίας προς τον Εσταυρωμένο, ο οποίος προέρχεται από πολωνικό μοναστήρι και χρονολογείται από το δεύτερο ήμισυ του 15ου αιώνα, ενώ από εκεί και ύστερα τα έγχορδα επιστρέφουν στον αρχικό τους κανόνα, αλλά αντιστρέφουν την αρχική διαδικασία, ξεκινώντας δηλαδή από ένα μέγιστο σημείο έντασης και αξιοποίησης όλου του διαθέσιμου ηχητικού φάσματος, για να καταλήξουν σταδιακά στη σκοτεινή γραμμή των κοντραμπάσων.

Το ακόλουθο Lento e largo (tranquillissimo, cantabilissimo, dolcissimo, legatissimo) – Molto lento, παρά τις εξεζητημένες ερμηνευτικές ενδείξεις του, βασίζεται σε μια συγκινητική επιγραφή-προσευχή της δεκαοκτάχρονης Helena Wanda Błażusiakówna, που βρέθηκε χαραγμένη σε τοίχο κελιού φυλακής της Μυστικής Κρατικής Αστυνομίας του ναζιστικού καθεστώτος (Gestapo) στην πολωνική πόλη Zakopane και είναι ίσως το πιο επιτυχημένο (αλλά και το συντομότερο σε διάρκεια) μέρος του έργου. Τα δύο εναρκτήρια ορχηστρικά «συμβάντα» αντιδιαστέλλουν συμβολικά μιαν αναπόληση της παιδικότητας και της χαμένης ελευθερίας με το έρεβος του κελιού που περιβάλλει την παραμυθία του μελοποιημένου κειμένου. Υπό την διαρκή συνοδεία μουντών και αργόσυρτων συγχορδιών, οι σύντομες και απέριττες μελωδικές φράσεις της σοπράνο διαμορφώνουν μιαν ευρύτερη αψιδωτή πορεία, προτού επικεντρωθούν σε μια σχετικά υψηλή περιοχή για τη μονότονη εκφώνηση της προσευχής, που μοιάζει να συνεχίζεται επ' άπειρον από την ορχήστρα.

Για το τρίτο μέρος, Lento (cantabile semplice) – Lento e largo – Molto lento – Largo ben tenuto, ο Γκορέτσκι επέλεξε να μελοποιήσει ένα λαϊκό τραγούδι της ιδιαίτερης πατρίδος του, της Σιλεσίας, καθιστώντας μάλιστα το ύφος της φωνητικής γραμμής της σοπράνο αρκετά δημοτικοφανές. Οι τρεις πρώτες στροφές του τραγουδιού είναι γραμμένες στον φυσικό ελάσσονα τρόπο, ενώ η τέταρτη στρέφεται προς την ομώνυμη Λα μείζονα· παράλληλα, η ομοφωνική συνοδεία των εγχόρδων επεκτείνεται βαθμιαία προς υψηλότερες ηχητικές περιοχές, προκειμένου να επενδύσει με ένα πιο φωτεινό υπόβαθρο τις εκκλήσεις της χαροκαμένης μάνας προς τα πουλάκια και τα άνθη του Θεού. Εντούτοις, το τραγούδι της ολοκληρώνεται με μια συνοπτική επαναφορά της πρώτης στροφής και του γεμάτου απόγνωση (αλλά και μοιραία αναπάντητου) ερωτήματός της προς αυτούς που φόνευσαν τον γιο της, ενώ η ορχήστρα έρχεται κατόπιν να προσθέσει ως ύστατη παρηγορητική χειρονομία μια γαλήνια καταδυόμενη συγχορδία της Λα μείζονος.

Πηγή: Ιωάννης Φούλιας


Henryk Górecki
Ο Χένρικ Γκορέτσκι (Henryk Górecki, Γκούρετσκι η ορθή προφορά του ονόματός του στα Πολωνικά) γεννήθηκε στις 6 Δεκεμβρίου 1933 στο χωριό Τσέρνιτσα της νοτιοδυτικής Πολωνίας. Η οικογένειά του αγαπούσε τη μουσική. Ο πατέρας του, Ρόμαν (1904-1991) ήταν σιδηροδρομικός και ερασιτέχνης μουσικός, ενώ η μητέρα του, Οτίλια (1909-1935) έπαιζε πιάνο. Η μητέρα του πέθανε όταν ο Χένρικ ήταν δύο ετών και πολλά από τα πρώιμα έργα του είναι αφιερωμένα στη μνήμη της. Ο Χένρικ ενδιαφέρθηκε από νωρίς για τη μουσική, αλλά αποθαρρύνθηκε, τόσο από τον πατέρα του, όσο και από τη μητριά του, που δεν τον άφηναν να παίζει στο πιάνο της μητέρας του. Αυτός επέμεινε και σε ηλικία 10 ετών άρχισε μαθήματα βιολιού με ένα συγχωριανό του ερασιτέχνη μουσικό.

Το 1945, ενώ έπαιζε με τα παιδιά της γειτονιάς του, έπαθε εξάρθρωση γοφού. Η κακή διάγνωση του τοπικού γιατρού, του προκάλεσε μόλυνση και σοβαρό πρόβλημα υγείας. Χρειάστηκε να υποβληθεί σε τέσσερεις εγχειρήσεις και να παραμείνει στο νοσοκομείο συνολικά είκοσι μήνες για να δει την υγεία του να καλυτερεύει. Προσωρινά, όμως, μία φυματίωση που του παρουσιάστηκε επέτεινε το πρόβλημα με την υγεία του η οποία τον ταλαιπώρησε σε όλη τη διάρκεια της ζωής του, μέχρι σημείου «να συνομιλεί συχνά με το θάνατο», όπως έλεγε.

Το 1952 πήγε για πρώτη φορά σε Ωδείο και μέσα σε τρία χρόνια έμαθε κλαρινέτο, πιάνο, μουσική θεωρία, βελτίωσε τις επιδόσεις του στο βιολί και άρχισε να συνθέτει. Από το 1955 συνέχισε τις σπουδές στη Μουσική Ακαδημία του Κατοβίτσε, με καθηγητή τον συνθέτη Μπόλεσλαβ Σαμπέλσκι (μαθητή του Κάρολ Σιμανόφσκι), ενώ παρέδιδε μαθήματα μουσικής για τα προς το ζην. Ο Σαμπέλσκι τον μύησε στη νεοκλασική ανάγνωση της αντίστιξης και στην πολωνική λαϊκή μουσική, αλλά την ίδια περίοδο ο Γκορέτσκι ήταν απορροφημένος στους κανόνες του δωδεκαφθογγικού σειραϊσμού. Αποφοίτησε με άριστα από την Ακαδημία το 1960.

Το 1968 προσελήφθη στη Μουσική Ακαδημία του Κατοβίτσε και το 1972 προήχθη σε καθηγητή της σύνθεσης. Ήταν πολύ αυστηρός δάσκαλος, ο φόβος και ο τρόμος του Ωδείου, λόγω του απότομου χαρακτήρα του και των συχνά ανελέητων σχολίων του για τις επιδόσεις των μαθητών του. «Όταν τον πρωτάκουσα στην τάξη ένιωσα σαν κάποιος να μου άδειασε μια κανάτα κρύο νερό στο κεφάλι», θυμάται ο μαθητής του και μετέπειτα συνθέτης Ραφάλ Αουγκουστίν. Ο ίδιος, όμως, αναγνωρίζει ότι όσοι αποφοίτησαν από την τάξη του Γκορέτσκι έγιναν αξιοσέβαστοι συνθέτες.

Το 1975 αναλαμβάνει διευθυντής της Σχολής, αν και δεν ήταν μέλος του Ενωμένου Εργατικού Κόμματος Πολωνίας (Κομμουνιστικού), που κυβερνούσε τη χώρα από το 1945. Οι διαρκείς του κόντρες με την κομματική γραφειοκρατία τον οδήγησαν σε παραίτηση το 1979, όταν διαμαρτυρήθηκε για την κυβερνητική απόφαση να μην επιτραπεί στον πολωνικής καταγωγής Πάπα Ιωάννη - Παύλο Β' να επισκεφθεί το Κατοβίτσε. Αμέσως μετά ίδρυσε το τοπικό παράρτημα του Καθολικού Συλλόγου Διανοουμένων, μιας οργάνωσης που αντιμαχόταν το Κομμουνιστικό Κόμμα. Παρέμεινε πολιτικά ενεργός έως την πτώση του Κομμουνισμού το 1989. Μάλιστα, το 1991 συνέθεσε το Miserere για μεγάλη ορχήστρα, σε ανάμνηση της αστυνομικής βίας κατά του συνδικάτου Αλληλεγγύη, που βρισκόταν στην πρωτοπορία του αντικομμουνιστικού αγώνα τη δεκαετία του '80.

Παράλληλα με τα διδακτικά του καθήκοντα ο Γκορέτσκι ασχολήθηκε με τη σύνθεση, όσο του επέτρεπε η ασθενική κράση του. Τα πρώτα έργα του χρονολογούνται από τα μέσα της δεκαετίας του '50 και κινούνται στα χνάρια του Πιερ Μπουλέζ και της σειραϊκής πρωτοπορίας. Θεωρείται ο ιδρυτής της αποκληθείσας Νέας Πολωνικής Σχολής, μαζί με τον άλλο διάσημο συνθέτη της γενιάς του, τον Κριστόφ Πεντερέτσκι. Και οι δύο επωφελήθηκαν από την ανοχή που επέδειξαν οι κομμουνιστικές αρχές προς τη μοντέρνα τέχνη, αν και συχνά τους κατηγορούσαν για φορμαλισμό (χαρακτηρισμός που αποδιδόταν σε όσους ξέφευγαν από τις νόρμες του σοσιαλιστικού ρεαλισμού).

Τον Φεβρουάριο του 1958 δόθηκε η πρώτη συναυλία με έργα του στο Κατοβίτσε. Η επιτυχία της έφερε και τις πρώτες παραγγελίες για τον νεαρό συνθέτη, ελαφρύνοντας κάπως τη δεινή οικονομική του κατάσταση. Ο Επιτάφιος (Epitafium), έργο του 1958 για χορωδία και ορχηστρικό σύνολο, θεωρήθηκε ως «η πιο παραστατική και σφύζουσα έκφραση του νέου πολωνικού κύματος στη μουσική». Τον επόμενο χρόνο έγραψε την Πρώτη Συμφωνία και το 1960 τα Scontri (Συγκρούσεις), που εντυπωσίασαν τους κριτικούς.

Το 1961 ο Γκορέτσκι βρισκόταν στην εμπροσθοφυλακή της πολωνικής αβάν-γκαρντ, έχοντας αφομοιώσει τις επιρροές του από τους Βέμπερν, Μπουλέζ και Ξενάκη κι έχοντας διαμορφώσει το δικό του στυλ. Αρχίζει να γίνεται γνωστός στο εξωτερικό. Μεταβαίνει για σπουδές στη Γαλλία και επηρεάζεται από τη μουσική των Ολιβιέ Μεσιάν και Καρλχάιντς Στοκχάουζεν. Από τα τέλη της δεκαετίας του '60 αρχίζει να απομακρύνεται από τη μουσική πρωτοπορία και να συνθέτει σ' ένα πιο παραδοσιακό, νεορομαντικό εκφραστικό ύφος. Ξεχωριστό έργο αυτής της περιόδου είναι η Συμφωνία αρ. 2, γνωστή και ως «Κοπερνίκεια». Γράφτηκε το 1972 για να τιμηθούν τα 500 χρόνια από τη γέννηση του Πολωνού αστρονόμου Νικολάου Κοπέρνικου.

Το 1976 συνθέτει τη Συμφωνία αρ. 3, γνωστή και με τον υπότιτλό της «Συμφωνία των λυπημένων τραγουδιών», ένα αργό και υποβλητικό έργο για σοπράνο και ορχήστρα, που θα αποτελέσει τη μεγαλύτερη επιτυχία του δεκάξι χρόνια αργότερα, όταν θα ηχογραφηθεί από τη Σινφονιέτα του Λονδίνου υπό τον Ντέιβιντ Ζίνμαν, με σολίστ τη σοπράνο Ντον Άπσοου. Θα κυκλοφορήσει από τη δισκογραφική εταιρεία Nonesuch/Warner και θα πουλήσει πάνω από ένα εκατομμύριο δίσκους μόνο στη Μεγάλη Βρετανία, φθάνοντας ως το No. 6 του βρετανικού πίνακα επιτυχιών, συναγωνιζόμενο ευθέως τους ποπ και ροκ καλλιτέχνες της εποχής. Είχε γίνει γνωστό το 1985, όταν ένα απόσπασμά του χρησιμοποιήθηκε στο σάουντρακ της ταινίας του Μορίς Πιαλά, "Police". Το πιο δημοφιλές έργο του Γκορέτσκι αποτελείται από τρία μέρη: Το πρώτο είναι βασισμένο σ' έναν θρήνο του 15ου αιώνα, το δεύτερο χρησιμοποιεί τα λόγια μιας νεαρής κοπέλας, της Έλενα Μπλαζούσιακ, που έγραψε στον τοίχο μιας φυλακής της Γκεστάπο, ζητώντας από την Παναγία να τη βοηθήσει. Το τρίτο μέρος της συμφωνίας περιλαμβάνει τα λόγια μιας μητέρας που έχασε τον γιο της σε μία από τις εξεγέρσεις των Πολωνών για την ανεξαρτησία της χώρας τους.

Παρά τη μεγάλη επιτυχία της Τρίτης Συμφωνίας, ο Γκορέτσκι άντεξε στον πειρασμό να συνθέσει ένα έργο στο ίδιο στυλ και συνέχισε να γράφει «υπακούοντας στις εσωτερικές του φωνές». Κριτικοί και μουσικολόγοι επαινούν το έργο του και τον εντάσσουν στο κλίμα του αποκληθέντος Αγίου Μινιμαλισμού, με συνθέτες όπως οι Άρβο Περτ, Τζον Τάβενερ και Γκίγια Καντσέλι. Κοινός τόπος αυτών των συνθετών, η απλότητα στο ρυθμό και τη μελωδία και τα βαθιά θρησκευτικά πιστεύω. Στις 12 Νοεμβρίου 2010, ο θάνατος του χτύπησε την πόρτα και δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει τη Συμφωνία αρ. 4, η πρεμιέρα της οποίας επρόκειτο να δοθεί στο Λονδίνο. Ήταν παντρεμένος από τον Ιούλιο του 1959 με τη συμφοιτήτριά του στο Ωδείο και μετέπειτα καθηγήτρια πιάνου, Γιανβίγκα Ρουράνσκα, με την οποία απέκτησε δύο παιδιά, την πιανίστρια Άννα Γκορέτσκα-Στάντσικ (γ. 1967) και τον συνθέτη Μικολάι Γκορέτσκι (γ. 1971).


Είπε:

«Γεννήθηκα στη Σιλεσία. Είναι παλιά πολωνική γη, αλλά με παρούσες τρεις κουλτούρες: Πολωνική, Τσεχική και Γερμανική. Η λαϊκή τέχνη, η τέχνη γενικότερα, δεν έχει σύνορα. Η Πολωνική Κουλτούρα είναι ένα υπέροχο μείγμα. Όταν κοιτάς την ιστορία της Πολωνίας είναι ακριβώς η πολυπολιτισμικότητα, η παρουσία των μειονοτήτων που έκαναν την Πολωνία αυτό που είναι σήμερα.»

«Οι μαθητές μου στη Μουσική Ακαδημία, μου ζητούσαν πολλά, πολλά πράγματα, πώς να γράψουν μουσική και τι να γράψουν. Εγώ τους απαντούσα: Εάν μπορείς να ζήσεις χωρίς μουσική για δύο ή τρεις μέρες, τότε μη γράφεις. Πέρασε καλύτερα τον χρόνο σου με το κορίτσι σου ή με μια μπύρα. Εάν δεν μπορείς να ζήσεις χωρίς μουσική, τότε γράψε.»

«Δεν διαλέγω του ακροατές μου. Δεν γράφω για τους ακροατές μου. Τους σκέφτομαι αλλά δεν γράφω γι' αυτούς. Έχω να τους πω κάτι, αλλά θα πρέπει και αυτοί να καταβάλουν προσπάθεια για να το καταλάβουν. Εάν τους σκεφτόμουν δεν θα μπορούσα να γράψω.»

«Θα ήταν τρομερή φτώχεια για τη ζωή εάν η μουσική ήταν πολιτική. Δεν μπορώ να φανταστώ τι είναι πολιτική μουσική. Η μουσική είναι μουσική, όπως η ζωγραφική είναι ζωγραφική. Εγώ μπορώ να έχω τα πολιτικά μου πιστεύω, τα οποία αφορούν μόνο την προσωπική μου ζωή».


Επιλεγμένα Έργα:

• Epitafium (Επιτάφιος), για μεικτή χορωδία και ορχηστρικό σύνολο. (1958)
• Scontri (Συγκρούσεις), για ορχήστρα. (1960)
• Τρία Κομμάτια σε Παλιό Στυλ, για ορχήστρα εγχόρδων. (1963)
• Refren (Ρεφρέν), για Ορχήστρα. (1965)
• Συμφωνία αρ. 2, «Κοπερνίκεια». (1972)
• Συμφωνία αρ. 3, «Συμφωνία των λυπημένων τραγουδιών». (1975)
• Beatus Vir (Μακάριος ο Ανήρ), ψαλμός για βαρύτονο, μεικτή χορωδία και ορχήστρα. (1979)
• Lerchenmusik (Η Μουσική του Κορυδαλλού), για κλαρινέτο, τσέλο και πιάνο. (1986)
• Totus Tuus (Όλος Δικός σας), για χορωδία. (1987)
• Κουαρτέτο Εγχόρδων αρ. 1 "Already It is Dusk". (1988)
• Kleines Requiem for a Polka (Μικρό Ρέκβιεμ για μία Πόλκα), για πιάνο και 13 όργανα. (1993)

Πηγή: sansimera.gr

No comments:

Post a Comment