DSOLive

DSOLive

Sunday, August 31, 2014

Dmitri Shostakovich: Piano Concerto No.1 in C minor – Martha Argerich, David Guerrier, Verbier Festival Chamber Orchestra, Gábor Takács-Nagy

Η χαρισματική Αργεντινή πιανίστρια Μάρθα Άργκεριχ ερμηνεύει το Κοντσέρτο αρ. 1 για πιάνο, τρομπέτα και ορχήστρα σε Ντο ελάσσονα, έργο 35 του Ντμίτρι Σοστακόβιτς. Μαζί της, ο ταλαντούχος Γάλλος τρομπετίστας David Guerrier. Την Ορχήστρα Δωματίου του Φεστιβάλ Βερμπιέ διευθύνει ο Ούγγρος βιολονίστας και αρχιμουσικός Gábor Takács-Nagy.

Η σύνθεση του Κοντσέρτου αρ. 1 για πιάνο, τρομπέτα και ορχήστρα σε Ντο ελάσσονα, έργο 35 του Ντμίτρι Σοστακόβιτς, έγινε την άνοιξη του 1933 και η πρεμιέρα του πραγματοποιήθηκε στις 15 Οκτωβρίου του ίδιου έτους από τη Φιλαρμονική Ορχήστρα του Λένινγκραντ υπό τη διεύθυνση του Αυστρικού αρχιμουσικού Fritz Stiedry ο οποίος είχε φτάσει αυτοεξόριστος στη Σοβιετική Ένωση μετά την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία. Πιάνο έπαιζε ο ίδιος ο συνθέτης και τρομπέτα ο Αλεξάντερ Σμιντ. Όταν ο Σοστακόβιτς παρουσίασε το Πρώτο Κοντσέρτο του ήταν ήδη γνωστός στο ευρύτερο κοινό, λόγω της επιτυχίας της Πρώτης Συμφωνίας του και του γεγονότος ότι, παρά την αποδοχή του μέχρι τότε από το καθεστώς, είχε γίνει στόχος δυσμενών σχολίων εξαιτίας της όπεράς του «Μύτη» που παίχτηκε το 1930.

Παρά τη χλιαρή υποδοχή του από τους μουσικόφιλους του Λένινγκραντ (σημερινή Αγία Πετρούπολη) και τις αυστηρές κριτικές που δέχτηκε, με το πέρασμα του χρόνου το Κοντσέρτο για πιάνο, τρομπέτα και ορχήστρα αποδείχτηκε ένα από τα πιο δημοφιλή έργα του Ρώσου συνθέτη. Παρά τον τίτλο της, η σύνθεση του Σοστακόβιτς είναι ένα πραγματικό κοντσέρτο για πιάνο και όχι ένα διπλό κοντσέρτο, με την τρομπέτα να περιορίζεται σε χιουμοριστικές σφήνες που δίνουν μια πιο ανάλαφρη «νότα» στο έργο. Γι' αυτό και συχνά αναφέρεται απλώς ως Κοντσέρτο για πιάνο αρ. 1.

Ενδιαφέρον στο έργο παρουσιάζουν οι αναφορές σε άλλες συνθέσεις. Το σόλο της τρομπέτας περιέχει τη μελωδία του αγγλικού παιδικού τραγουδιού "Poor Mary" ή "Poor Jenny", ενώ το πιάνο στο πρώτο μέρος «σκιτσάρει» τα πρώτα μέτρα από τη Σονάτα για πιάνο αρ. 23 σε Φα ελάσσονα, έργο 57 (τη λεγόμενη «Απασιονάτα») του Λούντβιχ βαν Μπετόβεν.



The Concerto in C minor for piano, trumpet and string orchestra, Op.35, was completed by Dmitri Shostakovich in 1933. The Concerto was an experimentation with a neo-baroque combination of instruments.

The Concerto was premiered on 15 October 1933 in the season opening concerts of the Leningrad Philharmonic Orchestra with Shostakovich at the piano, Fritz Stiedri conducting, and Alexander Schmidt playing the trumpet solos. "By all accounts, Shostakovich played brilliantly" and the Concerto was well received. The performance was repeated on 17 October.

Despite the title, the work might more accurately be classified as a piano concerto rather than a double concerto in which the trumpet and piano command equal prominence. The trumpet parts frequently take the form of sardonic interjections, leavening the humor and wit of the piano passage work. The trumpet does assume relatively equal importance during the conclusion of the last movement, immediately after the cadenza for piano solo. Years after he wrote the work, Shostakovich recalled that he had initially planned to write a concerto for trumpet and orchestra and then added the piano to make it a double concerto. As he continued writing, it became a piano concerto with a solo trumpet.



Dmitri Shostakovich (1906-1975)

♪ Piano Concerto No.1 (Concerto for Piano, Trumpet and Strings) in C minor, Op.35 (1933)


i. Allegro moderato. Allegro vivace. Moderato
ii. Lento
iii. Moderato
iv. Allegro con brio. Presto. Allegretto poco moderato. Allegro con brio

Martha Argerich, piano
David Guerrier, trummpet

Verbier Festival Chamber Orchestra

Μουσική διεύθυνση (Conductor): Gábor Takács-Nagy

Σκηνοθεσία (Director): Anaïs Spiro

Verbier Festival 2010


(HD 720p)


Πρώτη δημοσίευση: 31 Αυγούστου 2014 – First publication: August 31, 2014
Τελευταία ενημέρωση: 29 Φεβρουαρίου 2016 – Last update: February 29, 2016

David Guerrier, Martha Argerich













Martha Argerich, David Guerrier













Martha Argerich, David Guerrier, Gábor Takács-Nagy














Δείτε επίσης – Watch also

Johann Sebastian Bach: Partita No.2 in C minor, BWV 826 – Martha Argerich (HD 1080p)

Sergei Rachmaninov: Suite No.2 for two pianos, Op.17 – Martha Argerich, Nelson Freire

&

Dmitri Shostakovich: Concerto for Piano, Trumpet and Strings in C minor – Dmitri Shostakovich, André Cluytens (Audio video)

Dmitri Shostakovich plays the end of his First Piano Concerto (1940)

Saturday, August 30, 2014

The New Babylon (Novyy Vavilon), 1929 – A film by Grigori Kozintsev & Leonid Trauberg – Music by Dmitri Shostakovich (HD 1080p)

«Η ΝΕΑ ΒΑΒΥΛΩΝΑ» αναφέρεται στις 72 μέρες της Κομμούνας του Παρισιού. Αριστούργημα της σοβιετικής πρωτοπορίας η βωβή σοβιετική ταινία για την πρώτη προλεταριακή επανάσταση και την πρώτη λαϊκή εξουσία, σε σκηνοθεσία των Γκριγκόρι Κόζιντσεφ και Λεονίντ Τράουμπεργκ, ιδρυτικά μέλη της πειραματικής ομάδας «Φάμπρικα του Εκκεντρικού Ηθοποιού».

«Νέα Βαβυλώνα» είναι το όνομα ενός κεντρικού παριζιάνικου πολυτελούς πολυκαταστήματος στο οποίο η ηρωίδα της ιστορίας, Λουίζ Πουαριέ, εργάζεται ως πωλήτρια. Η Λουίζ είναι ο σύνδεσμος ανάμεσα στους φτωχούς ανθρώπους της τάξης της και τους πλούσιους για τους οποίους εργάζεται και υπηρετεί. Μέσα από το βλέμμα της Λουίζ καταγράφονται οι ταξικές αντιθέσεις της γαλλικής κοινωνίας.

Ταινία επαναστατική και σε μορφή και σε περιεχόμενο. Ταινία-δοκίμιο που οπτικοποιεί το κείμενο του Μαρξ για την «Κομμούνα του Παρισιού», προϊόν της περίφημης «Φάμπρικας του Εκκεντρικού Ηθοποιού», πειραματικής ερευνητικής κινηματογραφικής ομάδας που σε νεαρή ηλικία ίδρυσαν οι Κόζιντσεφ - Τράουμπεργκ μαζί με τον φορμαλιστή Σεργκέι Γιούτκεβιτς (1904-1985) στο Λένινγκραντ το 1921, ομάδα που συνδύαζε στοιχεία παντομίμας, τσίρκο και Κομέντια ντελ Άρτε, μέσα από μια νέα επαναστατική καλλιτεχνική φόρμα.

Το πρωτοποριακό στην ταινία συνίσταται σύμφωνα με τον Βασίλη Ραφαηλίδη στην «πλήρη κατάργηση της απάτης της αναπαράστασης». Η ταινία με τις γερές βάσεις στην ιστορία δε θα μπορούσε να είναι μια συμβατική ρεαλιστική καταγραφή των γεγονότων που οδήγησαν στην άνοδο και την πτώση της Κομμούνας. Στην ταινία οι ρόλοι είναι «τύποι», είναι σύμβολα και καθένας τους εκφράζει συγκεκριμένη τάξη και ιδεολογία, ενώ κάθε «τύπος» παραπέμπει σε χιλιάδες ομοίους του. Στην ταινία συγκρούονται μέχρι θανάτου οι δύο τάξεις. Οι αστοί και οι προλετάριοι, και για να γίνει νοητή η αγριότητα αυτής της σύγκρουσης, οι σκηνοθέτες καταφεύγουν σ' έναν απόλυτο μανιχαϊσμό με τα πράγματα σαφώς διαχωρισμένα. Από τη μια οι προλετάριοι και από την άλλη οι αστοί, χωρίς καμιά ενδιάμεση «στρωματική» διαβάθμιση. «Πράγμα απολύτως θεμιτό, αφού οι σκηνοθέτες εδώ δεν κάνουν κοινωνιολογία, αλλά φιλοσοφία της Ιστορίας» γράφει ο Βασίλης Ραφαηλίδης.

Η ταινία αξιοποιεί πλήρως τα διδάγματα του ιδεολογικού μοντάζ, το έντονα εκφραστικό και γκροτέσκο στυλ, φορμαλιστικά στοιχεία, αφηγηματική ελευθερία, δημιουργώντας μια ταινία καθαρά ιστορική αλλά καθόλου αναπαραστατική. Το φιλμ αναπαράγει κυρίως το κλίμα, την αίσθηση του αγώνα, την ένταση της αιματηρής διαμάχης αλλά πάνω απ' όλα, την ταξική διαφορά, την ταξική πάλη και την ταξική απόσταση ανάμεσα στους αστούς με τον παρακμιακό και άσωτο τρόπο ζωής και τους εξεγερμένους προλετάριους που μακριά από κάθε στολίδι και επίφαση καλοπέρασης αντιστέκονται, μάχονται και ετοιμάζονται να θυσιαστούν.

Δείτε την!!!

Τζία Γιοβάνη (Ριζοσπάστης, 9 Μαΐου 2013)

Ελληνικοί και Αγγλικοί υπότιτλοι – Greek and English sublitles
Για να ενεργοποιήσετε τους υπότιτλους κάντε κλικ στο cc (το λευκό κουμπί με τις δύο μαύρες παράλληλες γραμμές, κάτω δεξιά της οθόνης του βίντεο). Για να μεγαλώσετε τους υπότιτλους πατήστε το πλήκτρο με το +. Για να μικρύνετε τους υπότιτλους πατήστε το πλήκτρο με το -.



The New Babylon | Novyy Vavilon | Η Νέα Βαβυλώνα (1929)

Μια ταινία των 
Γκριγκόρι Κόζιντσεφ και Λεονίντ Τράουμπεργκ • A film by Grigori Kozintsev and Leonid Trauberg

Σκηνοθεσία, σενάριο, μοντάζ – Directors, writers, editors: Grigori Kozintsev, Leonid Trauberg

Μουσική 
 – Music: Dmitri Shostakovich
Φωτογραφία – Cinematography: Andrei Moskvin
Καλλιτεχνική διεύθυνση – Art Direction: Yevgeni Yenej
Εταιρεία Παραγωγής – Production Company: Sovkino

Παίζουν – Cast:
David Gutman (Owner of the "New Babylon" shop)
Yelena Kuzmina  (Louise Poirier, the shop-assistant)
Andrei Kostrichkin (The main shop-assistant)
Sofiya Magarillarill (An actress)
A. Arnold (Commune's Central Committee member)
Sergei Gerasimov (Lutro, the journalist)
Yevgeni Chervyakov (National Guard's officer)
Pyotr Sobolevsky (Jean, the soldier)
Yanina Zhejmo (Therese, a seamstress)
Oleg Zhakov (National Guard's soldier)
Vsevolod Pudovkin (Police intendent)
Lyudmila Semyonova (Can-can dancer)
A. Glushkova (Washerwoman)

Προβλήθηκε: Σοβιετική Ένωση, 18/3/1929 – ΗΠΑ, 30/11/1929 – Ελλάδα, 27/11/1979 και 19/5/2011 (επανέκδοση)

Βίντεο υψηλής ευκρίνειας με υψηλή ποιότητα ήχου
High definition video with high quality audio

(HD 1080p)

Δημοσιεύτηκε στο Youtube για λογαριασμό του Blog: Πρόσωπα της Κλασικής Μουσικής (Faces of Classical Music)



To 1970 η Ευρώπη ανακαλύπτει καθυστερημένα τούτο το αριστούργημα του 1929, αυτή την αξεπέραστη κορυφή του βωβού κινηματογράφου, που είναι μαζί και το απόγειο της ρωσικής πρωτοπορίας που αρχίζει με την επανάσταση και τελειώνει με τη Νέα Βαβυλώνα. Αυτή η ταινία της δυάδας Κόζιντσεφ-Τράουμπεργκ είναι το τέλειο προϊόν της Φάμπρικας του Εκκεντρικού Ηθοποιού, της πιο φημισμένης πειραματικής-ερευνητικής ομάδας του σοβιετικού κινηματογράφου, που ιδρύουν το 1921, στο Λένινγκραντ, οι δυο σκηνοθέτες μαζί με τον Σεργκέι Γιούτκεβιτς, και που είχε για σύνθημα της το «Επανάσταση στην Τέχνη».

Η μεγαλειώδης ρωσική πρωτοπορία που ήξερε θαυμάσια να δίνει επαναστατική μορφή στο επαναστατικό περιεχόμενο. Το 1960, η γαλλική νουβέλ βαγκ θα ξαναφέρει στην επικαιρότητα το παλιό σοβιετικό σύνθημα και το "Cahiers du Cinema" θα επαναξιολογήσει την κολοσσιαία προσφορά των Ρώσων «εστέτ»-επαναστατών. Τώρα πια ξέρουμε καλά πως κάθε σοβαρή πρωτοπορία στον κινηματογράφο έχει τη ρίζα της στη ρωσική πρωτοπορία του 1917-1930.

Σε τι συνίσταται το πρωτοποριακό στη Νέα Βαβυλώνα; Κατ' αρχάς και κατά κύριο λόγο στην πλήρη κατάργηση της απάτης της αναπαράστασης. Παρά το γεγονός πως έχουμε να κάνουμε εδώ μ' ένα κολοσσιαίας σημασίας ιστορικό συμβάν, τις 72 ημέρες της Κομμούνας του Παρισιού (18 Μαρτίου έως 28 Μαΐου 1871), οι σκηνοθέτες ούτε καν διανοούνται να αναπαραστήσουν τα γεγονότα που οδήγησαν στην άνοδο και την πτώση τούτης της πρώτης στην Ιστορία Λαϊκής Εξουσίας. Ξέρουν καλά πως κάθε «ρεαλιστική» αναπαράσταση της Ιστορίας δεν είναι παρά μια αυτόματη μετάθεσή της στην περιοχή του μύθου. Επιλέγουν, συνεπώς, εξαρχής την πολύ βολική, για την ανάπτυξη της ιδεολογίας, περιοχή του μύθου, κι αφήνουν τον αναπαραστατικό ψευδορεαλισμό για τους αφελείς και τους εύπιστους. Η Νέα Βαβυλώνα, λοιπόν, είναι ένας καθαρός μύθος, που, όμως, έχει πολύ γερές βάσεις στην Ιστορία και που παραπέμπει συνεχώς στο έργο του Μαρξ «Η Κομμούνα τον Παρισιού».

Κατά κάποιον τρόπο, η ταινία δεν είναι παρά μια εικονοποίηση του παραπάνω θεωρητικού κειμένου. Όλα τα πρόσωπα της ταινίας δεν είναι παρά σύμβολα, φτιαγμένα σύμφωνα με το «τυπάρισμα» της Φάμπρικας του Εκκεντρικού Ηθοποιού, που δεν είναι παρά μια κινηματογραφική παραλλαγή του στυλιζαρίσματος του Μέγερχολντ, που αργότερα θα περάσει και στο Άκτορς Στούντιο της Νέας Υόρκης. Ο κάθε τύπος εκφράζει μια συγκεκριμένη ιδεολογία ή μια τάξη στην οποία παραπέμπει αυτή η ιδεολογία ή ένα κοινωνικό στρώμα στο οποίο επιμερίζεται η ίδια ιδεολογία. Συνεπώς, στο φιλμ δεν υπάρχουν χαρακτήρες και τούτη η αποπροσωποποίηση επιβάλλει αυτόματα τη γενίκευση: ο κάθε τύπος παραπέμπει σε χιλιάδες ομοίους του.

Στην Κομμούνα και στην ταινία έρχονται σε σύγκρουση μέχρι θανάτου δύο τάξεις: οι αστοί και οι προλετάριοι. Για να γίνει νοητή η αγριότητα αυτής της σύγκρουσης, οι σκηνοθέτες καταφεύγουν σ' έναν απόλυτο μανιχαϊσμό που δεν θα τον πετύχαιναν αν χρησιμοποιούσαν χαρακτήρες αντί για τύπους. Και μανιχαϊσμός σημαίνει πως τα πράγματα είναι σαφώς χωρισμένα: απ' τη μια οι προλετάριοι κι απ' την άλλη οι αστοί, χωρίς καμιά ενδιάμεση «στρωματική» διαβάθμιση. Πράγμα απολύτως θεμιτό, αφού οι σκηνοθέτες εδώ δεν κάνουν κοινωνιολογία, αλλά φιλοσοφία της ιστορίας. Τούτος ο μανιχαϊσμός περνάει με εκπληκτική συνέπεια στη φόρμα: ποτέ και σε καμία περίπτωση ένας αστός δεν θα καδραριστεί στο ίδιο πλάνο δίπλα σ' έναν προλετάριο. Η περιγραφή της σύγκρουσης θα γίνει μόνο με την τεχνική της παράλληλης δράσης, η οποία θα κρεσεντάρει μ' έναν άψογα επιταχυνόμενο ρυθμό, τέλεια μελετημένο και σχολαστικά χρονομετρημένο. Τούτη η απίθανη δουλειά στο ρυθμό κάνει το φιλμ μια τέλεια οπτική συμφωνία: παρά την έλλειψη ήχου, ο ήχος «αποσπάται» τελικά μέσα απ' τη ρυθμική-μουσική εικόνα.

Το ίδιο μανιχαϊστικό στυλιζάρισμα έχουμε στην κινησιολογία, στο ντεκόρ, τα ρούχα και τα αξεσουάρ: Οι χώροι στους οποίους κινούνται οι αστοί δεν είναι ποτέ οι δικοί τους, δεν τους ανήκουν, είναι δημόσιοι: καφενεία, εστιατόρια και κυρίως το τεράστιο σούπερ μάρκετ της εποχής, η «Νέα Βαβυλώνα», που ξεπουλάει τα πάντα με την ίδια ακριβώς ευκολία που οι ίδιοι αστοί ξεπούλησαν τη Γαλλία στους ευρισκόμενους προ των πυλών Γερμανούς. Όλοι οι αστοί κοιτούν μόνιμα εκτός οπτικού πεδίου, η ματιά τους (η ιστορική τους ματιά) χάνεται και μοιάζουν να την ψάχνουν με επικουρικά μέσα: γυαλιά, μονόκλ, λορνιόν [παλιός τύπος γυαλιών όρασης], κιάλια. Στους παραπάνω δημόσιους χώρους, οι αστοί ποτέ δεν παράγουν. Είναι μονίμως αργόσχολοι. Οι προλετάριοι κινούνται πάντα στον δικό τους οικείο χώρο (μικρομάγαζα, σπίτι) ή σε δημόσιους, όπου όμως κουβαλούν τις ιδιωτικές τους συνήθειες, και τον κάνουν έτσι αυτόματα δικό τους. Η ματιά τους κινείται πάντα στον εντός του κάδρου χώρο: θέλουν να ελέγχουν τα τεκταινόμενα – και τη μοίρα τους. Οι προλετάριοι έχουν και μία ακόμα προνομιακή-μορφική μεταχείριση: τα πλάνα τους είναι μεγαλύτερα σε διάρκεια, και ποτέ δεν δείχνονται σε πιεστικό κοντρ πλονζέ (λήψη από ψηλά), όπως οι αστοί.

Σε όλο το φιλμ, τα γενικά πλάνα σχεδόν απουσιάζουν, πράγμα που έρχεται σε κατάφωρη αντίθεση με το εν χρήσει ντεκουπάρισμα ενός ιστορικού σεναρίου, κι αυτό δείχνει πως η πρόθεση των σκηνοθετών κάθε άλλο παρά ιστορική είναι. Στην ίδια αντι-ιστορική λογική υπακούει και η σχεδόν πλήρης απουσία κινήσεων της κάμερας. Τα στατικά πλάνα, σωστοί πίνακες στην άψογη αισθητική τους που παραπέμπουν σταθερά στον Μανέ, τον Ρενουάρ, τον Ντομιέ και τον Ντεγκά διαδέχονται το ένα τ' άλλο εντελώς ελεύθερα και χωρίς καμιά πρόθεση δημιουργίας «συνέχειας» και, συνεπώς, αληθοφάνειας.

Τούτο το αριστούργημα παραστατικοποιεί όσο κανένα άλλο φιλμ, ούτε καν του Αϊζενστάιν, απ' το «διαλεκτικό μοντάζ» του οποίου είναι ωστόσο καταφάνερα επηρεασμένοι οι δύο δημιουργοί, πως ο κινηματογράφος είναι τρόπος γραφής και όχι δραματοποίησης, αρχή που αποτελεί βασικό αίτημα κάθε κινηματογραφικής πρωτοπορίας.

Το 1945 οι δύο παλιοί συνεργάτες θα χωρίσουν κι ο καθένας θα τραβήξει το δρόμο του. Αλλά κανείς τους δε θα ξεχάσει το μεγάλο δίδαγμα της Φάμπρικας του Εκκεντρικού Ηθοποιού: η γλώσσα του κινηματογράφου είναι ομόλογη με τη γλώσσα της ποίησης. Ο Κόζιντσεφ θα ξαναμιλήσει ποιητικά στον Δον Κιχώτη (1957), στον Άμλετ (1964) και στον Βασιλιά Ληρ (1969). Και το 1973, στις 11 Μαΐου, θα σωπάσει για πάντα τούτος ο μεγάλος πρωτοπόρος. Ο Τράουμπεργκ ζει ως ένδοξος συνταξιούχος [πέθανε το 1990].

Βασίλης Ραφαηλίδης (1934-2000), Λεξικό Ταινιών, Α' Τόμος, Εκδόσεις «Αιγόκερως»



Ο Σοστακόβιτς για τη μουσική του στη «Νέα Βαβυλώνα»

Είναι πια καιρός να πάρουμε σοβαρά στα χέρια μας τη μουσική του κινηματογράφου, να απαλλαγούμε από τα προχειροφτιαγμένους και κακότεχνους αυτοσχεδιασμούς και να καθαρίσουμε πέρα για πέρα την κόπρο του Αυγεία που υπάρχει εκεί.

Η μόνη πραγματική λύση είναι να γράφεται μουσική ειδικά για κάθε μια ταινία, όπως έγινε – πάνω κάτω για πρώτη φορά, αν δεν κάνω λάθος – με τη Νέα Βαβυλώνα.

Όταν έγραφα τη μουσική για τη Νέα Βαβυλώνα, δεν είχα σκοπό να σχολιάσω κάθε μεμονωμένο επεισόδιο, αλλά να ταιριάξω τη μουσική με το κεντρικό επεισόδιο κάθε σκηνής. Παράδειγμα, στο τέλος του δεύτερου μέρους, το πιο σημαντικό επεισόδιο είναι η επίθεση  του γερμανικού ιππικού που προελαύνει προς το Παρίσι.  Η σκηνή τελειώνει μ' ένα ερειπωμένο εστιατόριο. Επικρατεί άκρα σιγή. Αλλά, μολονότι το ιππικό δεν φαίνεται πια στην οθόνη, η μουσική συνεχίζει να θυμίζει στους θεατές τον κίνδυνο που έρχεται.

Μια ανάλογη αρχή ακολουθείται και στο έβδομο μέρος, στο οποίο ένας στρατιώτης μπαίνει σ' ένα εστιατόριο όπου γλεντοκοπούν μπουρζουάδες μετά από την ήττα της Κομμούνας. Εδώ η μουσική, παρά το γλέντι που κυριαρχεί μέσα στο εστιατόριο, καθορίζεται από τα τραγικά συναισθήματα του στρατιώτη που ψάχνει την αγαπημένη του η οποία έχει καταδικαστεί σε θάνατο.

Η αρχή της αντίθεσης χρησιμοποιείται πλατιά. Για παράδειγμα, ο στρατιώτης (ένας μοναρχικός) που βρίσκει την αγαπημένη του με τους κομμουνάρους πάνω στα οδοφράγματα, πέφτει σε βαθιά απελπισία. Αλλά η μουσική γίνεται ολοένα και πιο θριαμβική, και στο τέλος γυρνά σ' ένα κεφάτο, σχεδόν άσεμνο βαλς που συμβολίζει τη νίκη των μοναρχικών πάνω στους κομμουνάρους.

Ένα ενδιαφέρον τέχνασμα χρησιμοποιείται στην αρχή του τέταρτου μέρους, εκεί που στην οθόνη φαίνεται η πρόβα μιας οπερέτας. Η μουσική παίζει ασκήσεις του Χάνον, που παίρνουν διαφορετικές αποχρώσεις ανάλογα με τη δράση: άλλοτε ηχούν εύθυμα, άλλοτε υπνωτικά, κάποτε απειλητικά.

Οι χοροί της εποχής εκείνης – βαλς, κανκάν – χρησιμοποιούνται πολύ, όπως και μελωδίες από οπερέτες του Όφενμπαχ. Ακούγονται επίσης μερικά γαλλικά λαϊκά και επαναστατικά τραγούδια, όπως το Σα Ιρά και η Καρμανιόλα. Η μουσική, βασισμένη σε ένα ευρύ φάσμα μουσικών πηγών, διατηρεί ένα αδιάσπαστο συμφωνικό ύφος παντού. Η βασική της λειτουργία είναι να ταιριάζει με το τέμπο και το ρυθμό της εικόνας και να κάνει τις εντυπώσεις που αυτή παράγει περισσότερο διαρκείς.

Από άρθρο του Ντμίτρι Σοστακόβιτς στο περιοδικό Sovetskii Ekran (Σοβιετική Οθόνη), Τεύχος 11, 12 Μαρτίου 1929.

Πηγή: zbabis.blogspot.gr



Ο Αμερικανός πρωτοποριακός σκηνοθέτης και ιστορικός του κινηματογράφου, Τζέι Λέιντα (Jay Leyda, 1910-1988), στο βιβλίο του «ΚΙΝΟ: Μια Ιστορία του Ρώσικου και Σοβιετικού Φιλμ – Η εξέλιξη του Ρώσικου κινηματογράφου από το 1896 έως το 1970» (Εξάντας 1980), γράφει:

Η ωραία επιφάνεια της Νέας Βαβυλώνας φαίνεται να εναρμονίζεται με την ιστορία της για την Παρισινή Κομμούνα του 1871, γιατί ο κεντρικός χώρος όπου ξετυλίγεται η ιστορία είναι το πολυτελές τμήμα τού παρισινού καταστήματος «Νέα Βαβυλώνα», όπου η ηρωίδα Λουίζ Πουαριέ, ερμηνευμένη από την Έλενα Κουζμίνα, είναι πωλήτρια. Μέσ' από τα μάτια της, βλέπουμε τους αντιπαραβαλλόμενους τομείς της γαλλικής κοινωνίας. Η Λουίζ είναι ο κρίκος ανάμεσα στο φτωχόκοσμο όπου ζει και στους πλούσιους για τους όποιους δουλεύει και τους οποίους εξυπηρετεί. Η κορύφωση της ταινίας γίνεται με την αντιπαράθεση της συμπεριφοράς αυτών των τάξεων μπροστά στη γερμανική προέλαση εναντίον του Παρισιού, όπου οι πλούσιοι παζαρεύουν και συνθηκολογούν και οι φτωχοί πατριώτες προθυμοποιούνται να θυσιαστούν για την πρωτεύουσα τους. Όταν αυτοί οι υπερασπιστές της πόλης παίρνουν κάποια εξουσία στα χέρια τους, εγκαθιστούν δική τους κυβέρνηση στην πόλη και η ηρωική τραγωδία της Παρισινής Κομμούνας οδηγεί την ταινία σε μια περισσότερο ρητορική κατάληξη από κείνη του παρόμοιου αγώνα εναντίον της ανισότητας που κλείνει το "Άρσεναλ" [«Οπλοστάσιο», 1929, σε σενάριο και σκηνοθεσία του Αλεξάντρ Ντοβζένκο (1894-1956)].

Χρειάζεται όλη αυτή η τραγωδία για να πεισθεί ο Ζαν της στρατιάς των Βερσαλλιών, ο εραστής της Λουίζ, πως τα δικά της ιδανικά ήταν δυνατότερα απ' τη χωριάτικη δική του πίστη στην εξουσία. Η Κουζμίνα έγραψε για το ρόλο της Λουίζ: «Αγάπησα και φρόντισα τη Λουίζ όπως αγαπάει κάποιος και φροντίζει το παιδί του. Έπαιξα το ρόλο με γυμνό δέρμα: η κάθε καινούργια μέρα γυρίσματος μου έδινε τη χαρά της εργασίας καθώς και τον τρόμο από τη συνειδητοποίηση της πραγματικότητας που αντιμετώπιζε η Λουίζ.

Η Λουίζ δεν μπορεί να βρεθεί στη λογοτεχνία της εποχής. Την αναζητήσαμε μέσα σε όλη εκείνη την περίοδο. Ήταν η συνθετική εικόνα μιας νεαρής κομουνίστριας την εποχή της Παρισινής Κομμούνας, και για να την αποδώσουμε έπρεπε να μάθουμε όσα μπορούσαμε γύρω από την ιστορία και τα γεγονότα της Κομμούνας, για να μεταφερθούμε εκεί και να μεταδώσουμε τους στεναγμούς της και το άρωμα της. Στη διάρκεια της εργασίας για τη Νέα Βαβυλώνα, ο Ζολά ήταν αυτός που μας πρόσφερε τα περισσότερα. Όλοι μας διαβάσαμε όλα του τα έργα.

Η διάρθρωση της Νέας Βαβυλώνας είναι μια θαυμαστή και συνεχής κλιμάκωση των βωβών ταινιών των Κόζιντσεφ και Τράουμπεργκ. Η ταινία διαθέτει το σωστό μείγμα ζεστασιάς και χιούμορ, ενώ η φωτογραφία, κυρίως τα εσωτερικά, του Αντρέι Μοσκβίν [διευθυντής φωτογραφίας στο «Ιβάν ο Τρομερός» του Αϊζενστάϊν], είναι τόσο άψογη! Η Νέα Βαβυλώνα είναι μια ακτινοβόλα ταινία στην οποία τα φωτεινά μέρη παίζουν ένα βασικό δραματικό ρόλο. Είναι ένα απ' τα πιο σαρδόνια σοβιετικά φιλμ και πετυχαί­νει εκεί που δεν πετυχαίνουν τα περισσότερα άλλα τα οποία αναφέρονται στο παρελθόν ή στον καπιταλισμό. Το ταξίδι που ο Κόζιντσεφ κι ο Τράουμπεργκ έκαναν στο Παρίσι, πριν ακριβώς ξεκινήσουν τα γυρίσματα της ταινίας τους, πρέπει να ήταν μια πλούσια σε ανταμοιβή εκδρομή.

Αφού ολοκληρώθηκε η ταινία, ο νεαρός Ντμίτρι Σοστακόβιτς έγραψε την πρώτη από τις πολλές μουσικές του επενδύσεις για ταινίες, σε παρτιτούρες για μεγάλη και μικρή ορχήστρα, η οποία όμως σπάνια χρησιμοποιήθηκε στην κυκλοφορία του φιλμ και είναι σχεδόν άγνωστη στο εξωτερικό.

Στη διάρκεια του γυρίσματος της Νέας Βαβυλώνας, η Πέρα Ατάσεβα [σκηνοθέτιδα και συγγραφέας, σύζυγος του Αϊζενστάιν] παρακολούθησε την εργασία μ' έναν ονομαστό ερασιτέχνη ηθοποιό. «Σ' ένα διάλειμμα γυρίσματος ο Ενάι, ο πανταχού παρών κι ακούραστος σχεδιαστής, συμπληρώνει το στήσιμο ενός ανατολίτικου τμήματος του καταστήματος «Νέα Βαβυλών». Εξωτικά αντικείμενα από το εθνογραφικό μουσείο – άγριες μάσκες, χαρούμενα φαναράκια, χρυσοποίκιλτα υφάσματα, βεντάλιες και ομπρέλες ηλίου, λαμπρά και γοητευτικά κιμονό. «Είναι τώρα έτοιμοι να κινηματογραφήσουν τον σκηνοθέτη Πουντόβκιν σε ένα πολύ μικρό επεισόδιο. [Είναι ο αστυνομικός επιθεωρητής, με το λουλούδι στο πέτο του αμπέχονου.] Ο Πουντόβκιν βρίσκεται σε έξαψη. Φαίνεται πως το μεγάλο του όνειρο είναι να παίζει κι όχι να σκηνοθετεί. Μονόκλ, ριγωτό παλτό, δακτυλιδωτή περούκα, μουστάκια, δόντια βαμμένα μαύρα – ο σκηνοθέτης Βσεβολόντ Πουντόβκιν έχει χαθεί· εδώ βρίσκεται ένας έμπορος ερωτευμένος με τη δουλειά του. Με τη βεντάλια στο ένα του χέρι κι ένα χάρτινο δράκο στο άλλο, ανίκανος να συμβαδίσει με το αψύ ήθος της δικής του ιδιοσυγκρασίας, κοντανασαίνει, φωνάζει δυνατά, συνεπαρμένος από το πνεύμα του εμπορίου: «Αγαπητές κυρίες, γνήσιες γιαπωνέζικες βεντάλιες, αγοράστε τις! Πάρτε! Πάρτε! Κοιτάξτε χρώματα, κοιτάξτε λεπτεπίλεπτες αποχρώσεις! Ορίστε κι ένας δράκος, γνήσιο γιαπωνέζικο τέρας, δείτε τα μάτια του, την ουρά του...». Αλλά ο εύθραυστος παλιός δράκος, μη ανταποκρινόμενος στον ενθουσιασμό του Πουντόβκιν, πέφτει στο πάτωμα και γίνεται κομμάτια. O Πουντόβκιν σαστίζει και στρέφεται σ' ένα άλλο αντικείμενο. Προς μεγάλη ανακούφιση του διευθυντή του ανατολίτικου τμήματος του εθνογραφικού μουσείου, οι κινηματογραφιστές τον διαβεβαιώνουν πως έχουν αρκετά μέτρα φιλμ για να γυρίσουν αυτό το πλάνο. [Sovetskii Ekran, 28 Αυγούστου 1928.] Ο Πουντόβκιν έπαιξε αρκετούς κινηματογραφικούς ρόλους, που μας βοηθούν να μελετήσουμε το στυλ των ερμηνειών του [...].









































Δείτε το trailer της ταινίας – Watch the movie trailer




Δείτε επίσης – Watch also

Dmitri Shostakovich: Film music from New Babylon – Valeri Polyansky (Audio video)


&

Son of Saul (2015) – A film by László Nemes – Géza Röhrig, Levente Molnár, Urs Rechn (Download the movie)

Amour (2012) – A film by Michael Haneke – Emmanuelle Riva, Jean-Louis Trintignant, Isabelle Huppert, Alexandre Tharaud (Download the movie)

Tous les Matins du Monde / All the Mornings of the World / Όλα τα Πρωινά του Κόσμου (1991) – A film by Alain Corneau (Download the movie)


Farinelli (1994) – A film by Gérard Corbiau – Stefano Dionisi, Enrico Lo Verso, Elsa Zylberstein (HD 1080p)


Death in Venice (1971) – A film by Luchino Visconti – Dirk Bogarde, Björn Andrésen, Silvana Mangano – Music by Gustav Mahler (Download the movie)


Copying Beethoven (2006) – A film by Agnieszka Holland – Ed Harris, Diane Kruger (HD 1080p)


Eroica (The Movie, BBC 2003) by Simon Cellan Jones – Ian Hart, Leo Bill, Claire Skinner, Frank Finlay – John Eliot Gardiner (HD 1080p)


Prova d’orchestra (1978) – A film by Federico Fellini – Music by Nino Rota (HD 1080p)

Thursday, August 28, 2014

Dmitri Shostakovich: Film music from New Babylon – Valeri Polyansky (Audio video)

Αριστούργημα της σοβιετικής πρωτοπορίας, η «Νέα Βαβυλώνα» είναι μια βουβή ταινία του 1929, σε σενάριο και σκηνοθεσία των Γκριγκόρι Κόζιντσεφ και Λεονίντ Τράουμπεργκ. Μέσα από την τραγική ιστορία δύο εραστών οι οποίοι χωρίζονται από τα οδοφράγματα, η ταινία αναφέρεται στην Παρισινή Κομμούνα του 1871 και τα γεγονότα που οδήγησαν σε αυτήν. Τη μουσική της ταινίας έγραψε ο Ντμίτρι Σοστακόβιτς – η πρώτη από τις πολλές μουσικές επενδύσεις που έγραψε για κινηματογραφικές ταινίες.

Την Κρατική Συμφωνική Ορχήστρα της Ρωσίας διευθύνει ο Βαλέρι Πολιάνσκι.



Masterpiece of the Soviet vanguard, the "New Babylon" is a 1929 silent film written and directed by Grigori Kozintsev and Leonid Trauberg. The film deals with the 1871 Paris Commune and the events leading to it, and follows the encounter and tragic fate of two lovers separated by the barricades of the Commune. The music of the film was written by Dmitri Shostakovich – the first of many soundtracks he wrote for films.

The State Symphony Orchestra of Russia conducted by Valeri Polyansky.



Dmitri Shostakovich (1906-1975)


♪ Film music from New Babylon (1929)

i. War
ii. Paris
iii. The Siege of Paris
iv. Operetta
v. Paris has stood for Centuries
vi. Versailles

Russian State Symphony Orchestra
Διευθύνει ο Valeri Polyansky

1998 Chandos Records Ltd.

(HD 1080p - Audio video)



Η Νέα Βαβυλώνα –  The New Babylon (Novyy Vavilon), 1929

Σενάριο, Σκηνοθεσία, Μοντάζ: Γκριγκόρι Κόζιντσεφ και Λεονίντ Τράουμπεργκ

Παίζουν: David Gutman (ο ιδιοκτήτης του μαγαζιού Νέα Βαβυλώνα), Yelena Kuzmina (Louise Poirier), Andrei Kostrichkin (ο βασικός βοηθός του ιδιοκτήτη), Sofiya Magarill (μία ηθοποιός), Sergei Gerasimov (Lutro, ο δημοσιογράφος)

Μουσική: Dmitri Shostakovich
Φωτογραφία: Andrei Moskvin
Καλλιτεχνική Διεύθυνση: Yevgeni Yenej
Εταιρεία Παραγωγής: Sovkino

Προβλήθηκε: Σοβιετική Ένωση, 18/3/1929 – ΗΠΑ, 30/11/1929 – Ελλάδα, 27/11/1979 και 19/5/2011 (επανέκδοση)
















Δείτε επίσης – Watch also

The New Babylon (Novyy Vavilon), 1929 – A film by Grigori Kozintsev & Leonid Trauberg – Music by Dmitri Shostakovich (HD 1080p)

Wednesday, August 27, 2014

Gramophone, September 2014

Επιλογές από το νέο Gramophone (Σεπτέμβριος 2014). Διαβάστε ολόκληρο το άρθρο για τη συνεργασία Lang Lang και Nikolaus Harnoncourt.

Selections from the new Gramophone (September 2014). Read the entire article on collaboration Lang Lang and Nikolaus Harnoncourt.



1
2

3

4
5












6
7












8












9
10









11
12









13
14










15
16









17
18









19















Tuesday, August 26, 2014

Dmitri Shostakovich: Song-cycle: From Jewish Folk Poetry – Valeri Polyansky (Audio video)

Ανέκαθεν σ' ένα απολυταρχικό κράτος, ένας συνθέτης μπορεί να στείλει μήνυμα με την επιλογή κειμένων ποιητών, που είναι απαγορευμένοι και ο συνθέτης τούς δίνει «φωνή», για να ασκεί κριτική στο πολιτικό σύστημα. Παραδείγματος χάριν ο Σοστακόβιτς, ο οποίος σε συμφωνίες ή σε έργα μουσικής δωματίου τεκμηρίωνε και «σχολίαζε» κάπως αόριστα τα δραματικά γεγονότα της εποχής του, ενώ στα τραγούδια του γινόταν πιο συγκεκριμένος, χρησιμοποιώντας συχνά ποιητές που το έργο τους συμβόλιζε κάποια αντίδραση προς το πολιτικό γίγνεσθαι, όπως του Πούσκιν, που μισούσε τους τσάρους, του Σαίξπηρ, για την πάντα επίκαιρη κριτική της πολιτικής εξουσίας ή της Μαρίνας Τσβετάγιεβας (1892-1941), της οποίας τα κείμενα είχαν απαγορευτεί.

Τα Τραγούδια από τη λαϊκή εβραϊκή ποίηση δημιουργήθηκαν σε μια δύσκολη περίοδο για τον συνθέτη. Μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, ο Στάλιν σκλήρυνε πάλι την πολιτική του, και όποιος καλλιτέχνης δεν συμμορφωνόταν με τη γραμμή του κόμματος, ετιμωρείτο. Στην αρχή, ο Σοστακόβιτς αποτραβήχτηκε και δεν έγραφε σχεδόν τίποτε. Όταν όμως ανακάλυψε τυχαία μια συλλογή από εβραϊκά ποιήματα σε ρωσική μετάφραση, αποφάσισε να τα μελοποιήσει το 1948. Είχε δει τη φρίκη απέναντι στους Εβραίους κατά τον πόλεμο, αλλά ο αντισημιτισμός προωθείτο έντονα από τον Στάλιν ακόμη και μετά τον πόλεμο. Ο Σοστακόβιτς κατά κάποιον τρόπο ταυτιζόταν μέσα από τη μελοποίηση των ποιημάτων με τους «κοσμοπολίτες χωρίς πατρίδα», όπως αποκαλούσαν τους Εβραίους στη Ρωσία, και συνθέτει αρχικά τον Αύγουστο του 1948 οκτώ τραγούδια «Από τη Λαϊκή Εβραϊκή Ποίηση», ενώ τον Οκτώβριο της ίδιας χρονιάς γράφει τα τρία τελευταία. Σε μια εποχή που ο εβραϊκός πολιτισμός ήταν ανεπιθύμητος από το πολιτικό καθεστώς, δεν υπήρχε βέβαια δυνατότητα να ακουστούν αυτά τα τραγούδια δημόσια.

Η πρώτη παρουσίαση των τραγουδιών «Από τη Λαϊκή Εβραϊκή Ποίηση» έγινε το 1955, δύο χρόνια μετά το θάνατο του Στάλιν. Στην ενορχήστρωση του κύκλου ο συνθέτης προχώρησε μόλις το 1963, ένα χρόνο μετά την επεξεργασία του των «Τραγουδιών και χορών του Θανάτου» του Μουσόργκσκι, ενώ μέχρι το θάνατό του θα γράψει ακόμη μερικούς από τους πιο σημαντικούς κύκλους τραγουδιών. Ο κύκλος «Τραγούδια από τη Λαϊκή Εβραϊκή Ποίηση» αποτελείται από έντεκα τραγούδια και συνδυάζει τις φωνές – σοπράνο, άλτο και τενόρο – ανάλογα με το κείμενο. Πρόκειται για ένα από τα πιο συγκινητικά και μελαγχολικά έργα του Σοστακόβιτς. Είναι αυτονόητο, ότι σ' αυτόν τον κύκλο τραγουδιών υπάρχουν κάποια ιδιωματικά στοιχεία της εβραϊκής μουσικής, τα οποία άρεσαν στον Σοστακόβιτς και τα χρησιμοποιεί και σε άλλα έργα του. Το πρώτο τραγούδι, «Θρήνος για ένα νεκρό παιδί», μας μεταφέρει άμεσα τη θλίψη στην αρχική μελωδία, που περιγράφει τη σκοτεινή νύχτα. Δύο γυναίκες (σοπράνο, άλτο) συζητούν για το παιδάκι και ενώνουν μελωδικά το θρήνο τους.

Στο δεύτερο τραγούδι, «Η σκεπτική μητέρα», η μητέρα με τη θεία (σοπράνο, άλτο) εναλλάσσονται σε μια καθησυχαστική μελωδία, ενώ η συνοδεία έχει κάπως παιχνιδιάρικο χαρακτήρα. Το κομμάτι κορυφώνεται στον τελευταίο στίχο, τον οποίο τραγουδούν οι δυο γυναίκες ταυτόχρονα. Το φλάουτο παρεμβαίνει στο τέλος του κάθε στίχου μ' έναν κάπως «εξωτικό σχολιασμό». Στο «Νανούρισμα», η μητέρα (άλτο) νανουρίζει το παιδί της με μια λυπητερή μελωδία, διότι εκείνη σκέφτεται τον πατέρα που βρίσκεται μακριά στη Σιβηρία. Και η συνοδεία, με χαρακτηριστικό το θρηνητικό ξέσπασμα του κλαρινέτου στην αρχή, είναι βαριά και σκοτεινή. Έντονα εκφράζει ο συνθέτης τον πόνο του χωρισμού στο τέταρτο τραγούδι, «Πριν από μεγάλο χωρισμό», στο οποίο η γυναίκα (σοπράνο) πιο πολύ κλαίει, ενώ ο άνδρας της (τενόρος) προσπαθεί να την παρηγορήσει, υπενθυμίζοντάς της παλιές ευτυχισμένες στιγμές. Τελικά όμως και εκείνος κλαίει μαζί της. Η ορχήστρα στηρίζει την κάπως μονότονη μελωδία με σκληρές αρμονίες.

Στην «Προειδοποίηση», μια γυναίκα (σοπράνο) παρακαλεί καρτερικά τον γιο της, να μη βγει έξω. Η κάπως χαρούμενη και χορευτική μελωδία του κλαρινέτου δείχνει μάλλον, πως ο νεαρός δεν ακολουθεί τη συμβουλή της. Στο έκτο τραγούδι, «Ο εγκαταλελειμμένος πατέρας», παρακολουθούμε έναν εξαιρετικά δραματικό διάλογο μεταξύ του πατέρα (τενόρος), που θέλει να κρατήσει την κόρη του κοντά, και της κόρης (άλτο), η οποία θέλει να παντρευτεί έναν αστυνομικό και τον βάζει να διώξει τον πατέρα. Η μελοποίηση του Σοστακόβιτς μέσα από τα ηχοχρώματα της ορχήστρας και τη γεμάτη αγωνία και θυμό εναρμόνιση, δημιουργεί μια «σκηνή όπερας» σε μινιατούρα. Σε απόλυτη αντίθεση παρουσιάζεται το «Τραγούδι της φτώχειας», με φαινομενικά εύθυμους ρυθμούς και ζωντανή χορευτική συνοδεία, που προσπαθούν να κρύψουν την τραγικότητα της κατάστασης της οικογένειας. Πολύ απαισιόδοξα περιγράφεται η κατάσταση στο «Χειμώνα», όπου συνθετικά για πρώτη φορά ενώνονται και οι τρεις φωνές μαζί. Ο πατέρας (τενόρος) περιγράφει την κατάσταση, η γυναίκα με το παιδί (άλτο, σοπράνο) κλαίνε και οδύρονται. Η ορχήστρα τονίζει όλη την τραγικότητα με ακόμη πιο δραματικό τρόπο απ' ό,τι στο έκτο τραγούδι.

Στο επόμενο τραγούδι, «Μια καλή ζωή», ένας άνθρωπος (τενόρος) περιγράφει τις ομορφιές της ζωής μέσα στο Κολχόζ. Η μελωδία και η όλη ορχηστρική επένδυση αποπνέουν ευτυχία, χαρούμενη διάθεση, όμως ιδιαίτερα στη μελωδία διακρίνει κανείς κάποια επιφύλαξη, σαν να μην είναι αληθινά αυτά που περιγράφονται. Με λιτή συνοδεία και λαϊκότροπη μελωδία μια βοσκοπούλα (σοπράνο) περιγράφει στο «Τραγούδι του κοριτσιού» τη χαρά της, που βλέπει τις ομορφιές της φύσης και είναι ελεύθερη. Αν και το τελευταίο τραγούδι του κύκλου μιλάει για την «Ευτυχία», η απόδοση του Σοστακόβιτς δεν το φανερώνει καθόλου. Η ορχήστρα έχει κάποια σατιρικά ξεσπάσματα, οι τρεις φωνές ενώνονται μαζί, με την άλτο να κυριαρχεί σολιστικά και όλο το κομμάτι δίνει την εντύπωση ενός αργού βηματιστού χορού. Σε όλο αυτόν τον κύκλο, ο συνθέτης, ιδιαίτερα μέσω της συνοδείας της ορχήστρας, δημιουργεί ένα σπάνιο έργο, που ξεπερνά το πολιτικό μήνυμα και εκφράζει μια φιλοσοφική αντίληψη για την ανθρώπινη ύπαρξη.

Από το πρόγραμμα συναυλιών της Κρατικής Ορχήστρας Θεσσαλονίκης και της Όπερας των Παρισίων, "Du Voix Monde", 2012.



Dmitri Shostakovich (1906-1975)

♪ Song-cycle: From Jewish Folk Poetry, Op.79 (1948)

1.  The lament for the dead child
2.  The thoughtful mother and aunt
3.  Lullaby
4.  Before a long parting
5.  A warning
6.  The abandoned father
7.  The song of misery
8.  Winter
9.  A good life
10. The young girl's song
11. Happiness

Tatiana Sharova, soprano
Ludmila Kuznetsova, mezzo-soprano
Alexei Martynov, tenor

Russian State Symphony Orchestra
Διευθύνει ο Valeri Polyansky

1998 Chandos Records Ltd.

(HD 1080p - Audio video)















Monday, August 25, 2014

Dmitri Shostakovich: Piano Trio No.2 in E minor – Delta Piano Trio

Το Δεύτερο Πιάνο Τρίο του Σοστακόβιτς γράφτηκε το 1944 στη δύσκολη περίοδο του Β' Παγκοσμίου Πολέμου και είναι αφιερωμένο στον στενό του φίλο Ίβαν Σολλερτίνσκυ, που μόλις είχε πεθάνει σε ηλικία 41 ετών. Το έργο είναι ένας θρήνος όχι μόνο για εκείνον αλλά και για τα θύματα του Ολοκαυτώματος. Αυτό το φρικιαστικό γεγονός συγκλόνισε τον Σοστακόβιτς, ο οποίος συντονίστηκε έντονα με τον πόνο του συνανθρώπου του και τον εκφράζει σ' αυτό το Τρίο, με έναν τρομερά δυναμικό και μοναδικό τρόπο. (*)

Shostakovich’s Piano Trio No.2 was composed in 1944 during the Second World War and it is dedicated to his close friend Ivan Sollertinsky, who had just died at the age of 41. The work is not only a lament for him but also for the victims of the Holocaust. This horrific news shattered Shostakovich, who attuned intensely to the suffering of his fellow human beings and is expressing his pain in this Trio, in a most dynamic and unique way. (*)



Dmitri Shostakovich (1906-1975)

♪ Piano Trio No.2 in E minor, Op.67 (1944)

i. Andante – Moderato – Poco più mosso
ii. Allegro con brio
iii. Largo
iv. Allegretto – Adagio

Delta Piano Trio:
Gerard Spronk, violin
Irene Enzlin, cello
Vera Kooper, piano

Austria, Salzburg, 21 Φεβρουαρίου 2014 (February 21, 2014)

(HD 1080p)

(*) Μαρτίνος Τιρίμος — Martino Tirimo (2014). Martino Tirimo (19 December 1942) is a Cypriot-British pianist. Born in Larnaca, Cyprus, he won the Liszt Scholarship to the Royal Academy of Music at sixteen, going on to graduate with the highest honours; in 1971 and 1972 winning the International Piano Competitions in Munich and Geneva launched his international career.











Δείτε επίσης – Watch also

• Dmitri Shostakovich: Piano Trio No.1 in C minor – Janine Jansen, Torleif Thedéen, Eldar Nebolsin

Sunday, August 24, 2014

Dmitri Shostakovich: Piano Trio No.1 in C minor – Janine Jansen, Torleif Thedéen, Eldar Nebolsin

Ο συνθέτης ήταν μόλις 17 ετών όταν έγραψε το Πιάνο τρίο σε Ντο ελάσσονα, αρ. 1. Το έργο φέρει σίγουρα τα σημάδια της εργασίας ενός σπουδαστή – το δαιδαλώδες σχήμα, το Ρομαντικό πνεύμα το οποίο αναμιγνύεται με στιγμές γεμάτες χρώμα, τη συνοδεία του πιάνου που θυμίζει Ιμπρεσιονισμό, τις ευδιάκριτες επιρροές από τους Σκριάμπιν, Ραχμάνινοφ και Γκλαζούνοφ. Ωστόσο, υπάρχουν πολλές νύξεις στο κομμάτι οι οποίες προμηνύουν το κατοπινό έργο του Σοστακόβιτς, υπαινιγμοί που δεν ευχαρίστησαν όλους τους δασκάλους του. Ένας από τους καθηγητές του Σοστακόβιτς στο ωδείο, εξέφρασε τη δυσαρέσκειά του για τον νεαρό συνθέτη, αποδίδοντάς του «εμμονή με το γκροτέσκο», ένα σχόλιο που είναι βέβαιο ότι ο Σοστακόβιτς δέχτηκε με κάποια ικανοποίηση.

The composer was only 17 when he wrote the Trio and it definitely bears the signs of a student work – the rambling form, the Romantic spirit mixed with chromatic moments and piano accompaniment that recalls Impressionism, the distinct influences of Scriabin, Rachmaninoff, and Glazunov. However, there are plenty of hints in the piece of the late Shostakovich we all know, hints that did not please all of his instructors. One of Shostakovich’s professors in the conservatory expressed his displeasure with the young composer’s “obsession with the Grotesque,” a comment which Shostakovich apparently took with some satisfaction.



Dmitri Shostakovich (1906-1975)

♪ Piano Trio Νο.1 in C minor, Op.8 (1923)

Janine Jansen, violin
Torleif Thedéen, cello
Eldar Nebolsin, piano

Chamber Music Festival Utrecht 2012, December 30 (Φεστιβάλ Μουσικής Δωματίου, Ουτρέχτη, 30 Δεκεμβρίου 2012)

(HD 720p)

Friday, August 22, 2014

Ludwig van Beethoven: Piano Concerto No.2 in B flat major – Arthur Jussen, Radio Kamer Filharmonie, Frans Brüggen

Arthur Jussen














The Piano Concerto No.2 in B flat major, Op.19, by Ludwig van Beethoven was composed primarily between 1787 and 1789, although it did not attain the form it was published as until 1795. Beethoven did write another finale for it in 1798 for performance in Prague, but that is not the finale that it was published with. It was used by the composer as a vehicle for his own performances as a young virtuoso, initially intended with the Bonn Hofkapelle. It was published in 1801, by which time he had also published the Piano Concerto No.1 in C major, although it had been composed after this work, in 1796 and 1797.

The B flat major Piano Concerto became an important display piece for the young Beethoven as he sought to establish himself after moving from Bonn to Vienna. He was the soloist at its premiere on 29 March 1795, at Vienna's Burgtheater in a concert marking his public debut. Prior to that, he had performed only in the private salons of the Viennese nobility. While the work as a whole is very much in the concerto style of Mozart, there is a sense of drama and contrast that would be present in many of Beethoven's later works. Beethoven himself apparently did not rate this work particularly highly, remarking to the publisher Franz Anton Hoffmeister that, along with the Piano Concerto No.1, it was "not one of my best". The version that he premiered in 1795 is the version that is performed and recorded today.

Source: en.wikipedia.org



Ο Arthur, ο ένας από τους δύο νεαρούς Ολλανδούς αδελφούς και ταλαντούχους πιανίστες Jussen, ερμηνεύει το Κοντσέρτο για πιάνο αρ.2 σε Σι ύφεση μείζονα, έργο 19, του Λούντβιχ βαν Μπετόβεν. Την Ορχήστρα Radio Kamer Filharmonie διευθύνει ο σπουδαίος Ολλανδός μαέστρος Frans Brüggen (1934-2014). Το έργο περιέχει σαφείς αναφορές στο στυλ γραφής των Χάυντν και Μότσαρτ, εντοπίζονται ωστόσο σε αυτό στοιχεία χαρακτηριστικά της μουσικής προσωπικότητας του Μπετόβεν, όπως για παράδειγμα οι αιφνίδιες μεταβολές στην αρμονία και οι αντιθέσεις. Αξίζει να σημειωθεί ότι η πρώτη παρουσίαση του έργου στο Burgtheater της Βιένης τον Μάρτιο του 1795 από τον Μπετόβεν, ο οποίος μέχρι τότε εμφανιζόταν σε ιδιωτικά σαλόνια της Αυστρίας, σηματοδότησε τις δημόσιες εμφανίσεις του ως πιανίστα.



Ludwig van Beethoven (1770-1827)

♪ Piano Concerto No.2 in B flat major, Op.19 (1787-1789, 1795)

i. Allegro con brio
ii. Adagio
iii. Rondo. Molto allegro

Arthur Jussen, piano

Radio Kamer Filharmonie
Conductor: Frans Brüggen

Concertgebouw, September 23, 2012

(HD 720p)

First publication: August 22, 2014 / Πρώτη δημοσίευση: 22 Αυγούστου 2014
Last update: December 17, 2016 / Τελευταία ενημέρωση: 17 Δεκεμβρίου 2016


Frans Brüggen


























See also / Δείτε επίσης

Wolfgang Amadeus Mozart: Piano Concerto No.7 in F major – Arthur and Lucas Jussen, Radio Filharmonisch Orkest, Markus Stenz (HD 1080p)

Johann Sebastian Bach: Cantata BWV 80 – Felix Mendelssohn: Symphony No.5 in D – Radio Kamer Filharmonie (The farewell concert), Frans Brüggen

Frédéric Chopin: Rondo à la Krakowiak in F major – Nelson Goerner, Frans Brüggen

Claude Debussy: Sarabande et Danse – Wolfgang Amadeus Mozart: Piano Concerto No.17 in G major – Ludwig van Beethoven: Symphony No.4 in B flat major – Andreas Staier, Frans Brüggen

Wednesday, August 20, 2014

Johann Sebastian Bach: Cantata BWV 80 – Felix Mendelssohn: Symphony No.5 in D – Radio Kamer Filharmonie (The farewell concert), Frans Brüggen

Frans Brüggen
(30 Οκτωβρίου 1934  13 Αυγούστου 2014 • 30 October 1934 – 13 August 2014)




















In Memoriam



Ο Frans Brüggen, του οποίου ο πρόσφατος θάνατος αφήνει δυσαναπλήρωτο κενό στον κόσμο της κλασικής μουσικής, διευθύνει την Radio Kamer Filharmonie στην αποχαιρετιστήρια συναυλία της.



Johann Sebastian Bach (1685-1750)
♪ Cantata "Ein feste Burg ist unser Gott", BWV 80 (1727-1731)

i. Chorus: Ein feste Burg ist unser Gott
ii. Aria and duet (bass and soprano): Alles, was von Gott geboren
iii. Recitative and arioso (bass): Erwäge doch, Kind Gottes
iv. Aria (soprano): Komm in mein Herzenshaus
v. Chorale: Und wenn die Welt voll Teufel wär
vi. Recitative and arioso (tenor): So stehe denn bei Christi blutgefärbten Fahne
vii. Duetto (alto, tenor): Wie selig sind doch die, die Gott im Munde tragen
viii. Chorale: Das Wort sie sollen lassen stahn

Lenneke Ruiten, soprano
Olivia Vermeulen, mezzo-soprano
Robert Getchell, tenor
André Morsch, baritone

~ // ~

Felix Mendelssohn (1809-1847)
♪ Symphony No.5 in D, Op. 107 (1830)

i. Andante – Allegro con fuoco
ii. Allegro vivace
iii. Andante
iv. Chorale: Andante con moto  Allegro vivace


Radio Kamer Filharmonie (2005-2013), The farewell concert
Διευθύνει ο Frans Brüggen

Concertgebouw, 14 Ιουλίου 2013 (July 14, 2013)

(HD 720p)




Δείτε επίσης – Watch also

Ludwig van Beethoven: Piano Concerto No.2 in B flat major – Arthur Jussen, Frans Brüggen

Frédéric Chopin: Rondo à la Krakowiak in F major – Nelson Goerner, Frans Brüggen