DSO Live

DSO Live
SUNDAY, MAY 7: Los Angeles: 12:00 noon – Detroit, New York, Toronto: 03:00 PM – London: 08:00 PM – Paris, Brussels, Berlin, Madrid: 09:00 PM – Moscow, Kiev, Athens: 10:00 PM | MONDAY, MAY 8: Jakarta: 02:00 AM

Thursday, October 30, 2014

Giuseppe Verdi: Messa da Requiem – Michèle Crider, Markella Hatziano, Gabriel Sadé, Robert Lloyd, London Symphony Chorus & Orcherstra, Richard Hickox (Audio video)






















This is something of a milestone in the discography of the work, being the first modern version to be housed on a single CD. That hasn't been achieved through hurry; tempos are much what you encounter on most big-scale, two-disc performances and, where they are on the fast side, as in the opening Kyrie, that accords with the metronome mark. As a whole the performance judiciously marries spaciousness with dramatic drive. Hickox achieves his effects unobtrusively without attempting the stricter observance of the text achieved, to enlightening effect, by Gardiner in his slimmer reading. Indeed anyone looking for a middle-of-the-road performance recorded with all the modern panoply of multi-miked sound will want seriously to consider this one.

Let me put some flesh on that judgement. The assembled LSO forces perform throughout with verve and dedication: listen to either the Dies irae or the Sanctus and you will hear what I mean. The chorus may not have the Italianate bite and timbre heard on the single-disc 1939 Serafin reading but it is, of course, far, far better recorded. The shaping of the work overall is strong and unfussy.

The soloists are more than adequate as a team, if not outstanding individually. The best of the quartet is undoubtedly Hatziano who, in her first major recording, fulfils all the hopes one has for her, singing with firm tone, warm, well-schooled style, no mannerisms – her "Liber scriptus" cannot be faulted. Beside her Crider greatly improves on her Teldec Ballo (6/96), convincing in attack, phrasing and emotional force, culminating in an urgent "Libera me", but the excess of vibrancy in her tone remains a worry.

The tenor is new to me: he must be one and the same as the Israeli artist, Gabi Sadeh, given several favourable reviews recently in Opera magazine. His voice has an attractive timbre and it flows easily through the grateful music Verdi wrote for his tenor soloist, though nothing he does quite reaches ultimate distinction. The disappointment is Robert Lloyd, now sounding sadly hollow in tone and finding difficulty in sustaining his line, relying on solid experience and technique to carry him through the assignment and offering a good bottom line in the concerted passages.

The recording is a typical Chandos production which aficionados will know means a big, reverberant sound, wider in range even than the Gramophone Award-winning Telarc/Shaw version (which the Hickox also resembles in security as an interpretation). Its disadvantage is that the soloists are backwardly stationed so if you turn up the volume to hear them properly you will be promptly lifted out of your seat by the next choral passage.

Source: Alan Blyth (gramophone.co.uk)



Έργο μεγάλης πνοής, το Ρέκβιεμ του αγνωστικιστή Τζουζέπε Βέρντι ανήκει στην ίδια ομάδα θρησκευτικών έργων κοσμικού χαρακτήρα με το Ρέκβιεμ του Εκτόρ Μπερλιόζ και το Γερμανικό Ρέκβιεμ του Γιοχάνες Μπραμς. Παρά την αρχική επιτυχία, το αριστούργημα αυτό ξεχάστηκε γρήγορα και μόνο μετά τον Μεσοπόλεμο ανασύρθηκε από την αφάνεια και εντάχθηκε στο βασικό ρεπερτόριο.

Τη Συμφωνική Ορχήστρα και Χορωδία του Λονδίνου διευθύνει ο αξέχαστος Βρετανός αρχιμουσικός Richard Hickox (1948-2008). Συμπράττουν η Αμερικανίδα δραματική σοπράνο Michèle Crider, η κορυφαία Ελληνίδα μεσόφωνος Markella Hatziano, ο σπουδαίος Ρουμάνος τενόρος Gabriel Sadé και ο πολύ γνωστός Βρετανός μπάσος Robert Lloyd.

Σημαντική εγγραφή, η οποία έχει αποσπάσει ενθουσιώδεις κριτικές και εξακολουθεί να θεωρείται ως μία από τις καλύτερες ερμηνείες και ηχογραφήσεις του Ρέκβιεμ του Τζουζέπε Βέρντι, που έχουν υπάρξει ποτέ.



Giuseppe Verdi (1813-1901)

♪ Messa da Requiem (1874)

i. Introit and Kyrie (chorus, soloists)
ii. Dies irae
Dies irae (chorus)
Tuba mirum (chorus)
Mors stupebit (bass)
Liber scriptus (mezzo-soprano, chorus)
Quid sum miser (soprano, mezzo-soprano, tenor)
Rex tremendae (soloists, chorus)
Recordare (soprano, mezzo-soprano)
Ingemisco (tenor)
Confutatis (bass, chorus)
Lacrymosa (soloists, chorus)
iii. Offertory
Domine Jesu Christe (soloists)
Hostias (soloists)
iv. Sanctus (double chorus)
v. Agnus Dei (soprano, mezzo-soprano, chorus)
vi. Lux aeterna (mezzo-soprano, tenor, bass)
vii. Libera me (soprano, chorus)
Libera me
Dies irae
Requiem aeternam
Libera me

Michèle Crider, soprano
Markella Hatziano, mezzo-soprano
Gabriel Sadé, tenor
Robert Lloyd, bass

London Symphony Chorus
(Stephen Westrop, chorus master)

London Symphony Orcherstra
Conductor: Richard Hickox

Recording: All Saints' Church, Tooting, London, 1995

Chandos 1996

(HD 1080p – Audio video)

First publication: October 30, 2014 – Last update: April 13, 2017


Edvard Munch, Golgotha, 1900
















See also

Μαρκέλλα Χατζιάνο – Αποκλειστική Συνέντευξη / Markella Hatziano – Exclusive interview, in Greek


Manolis Kalomiris: Song Cycles – Markella Hatziano, Steven Larson (Audio video)


Maurice Ravel: Shéhérazade – Markella Hatziano, Steven Larson (Audio video)


Franz Liszt: Songs – Markella Hatziano, Steven Larson (Audio video)

Tuesday, October 28, 2014

Manolis Kalomiris: Song Cycles – Markella Hatziano, Steven Larson (Audio video)

Μανώλης Καλομοίρης / Manolis Kalomiris

















Μανώλης Καλομοίρης (14 Δεκεμβρίου 1883 - 3 Απριλίου 1962)
Manolis Kalomiris (December 14, 1883 - April 3, 1962)

132η επέτειος από τη γέννησή του / 132nd anniversary of his birth

Ο Μανώλης Καλομοίρης θεωρείται ο δημιουργός της Εθνικής Σχολής, καθώς επιδίωξε να συνθέσει λόγια μουσική με ελληνική ταυτότητα. Το δημοτικό τραγούδι και η ελληνική παράδοση, σε συνδυασμό με τις τεχνικές σύνθεσης της Δύσης, διαμόρφωσαν το ύφος του.

Γεννήθηκε στη Σμύρνη στις 14 Δεκεμβρίου 1883. Σπούδασε μουσική στη γενέτειρά του, την Κωνσταντινούπολη, την Αθήνα και τη Βιένη. Από το 1906 έως το 1910 έζησε στο Χάρκοβο της Ουκρανίας, όπου δίδαξε πιάνο στο Λύκειο Ομπολένσκι και γνώρισε από κοντά τη ρωσική εθνική σχολή.


Το 1908 πραγματοποιεί την πρώτη του εμφάνιση ως συνθέτης, σε μια ιστορική συναυλία στο Ωδείο Αθηνών στις 11 Ιουνίου. Το γραμμένο στη δημοτική γλώσσα πρόγραμμα της συναυλίας δημιουργεί αίσθηση και αναγνωρίζεται ως το μανιφέστο της Εθνικής Σχολής. Επηρεασμένος από το κίνημα της ρωσικής μουσικής σχολής, είναι υπέρμαχος μιας εθνικής μουσικής «βασισμένης από τη μια μεριά στη μουσική των αγνών μας τραγουδιών μα και στολισμένης από την άλλη με όλα τα τεχνικά μέσα που μας χάρισεν η αδιάκοπη εργασία των προοδευμένων στη μουσική λαών και πρώτα πρώτα των Γερμανών, Γάλλων, Ρώσων και Νορβηγών».


Ο Καλομοίρης συνδέθηκε με το κίνημα του δημοτικισμού, καθώς και με μεγάλες πνευματικές προσωπικότητες της εποχής του, όπως ο Κωστής Παλαμάς, ο Άγγελος Σικελιανός και ο Νίκος Καζαντζάκης. Η μουσική του Καλομοίρη ενσωματώνει πολλά βαγκνερικά στοιχεία (ατέρμονη μελωδία, εξαγγελτικά μοτίβα), αλλά και τη χρήση κλιμάκων του δημοτικού τραγουδιού, προσαρμοσμένων πάντοτε στο συγκερασμένο ευρωπαϊκό σύστημα. Το έργο του χαρακτηρίζεται από έντονη πληθωρικότητα και ενορχηστρωτικό όγκο. Υπήρξε πολυγραφότατος και συνέθεσε 222 έργα (ορχηστρική μουσική, όπερες, έργα για φωνή και ορχήστρα, κύκλους τραγουδιών και μουσική δωματίου). Υπήρξε εχθρικός προς την ιταλική όπερα και τους Ιόνιους συνθέτες, αλλά και στα σύγχρονα ρεύματα του εξπρεσιονισμού και της ατονικής μουσικής.


Σημαντικά έργα του θεωρούνται οι όπερες «Ο Πρωτομάστορας» (1915), αφιερωμένη στον Ελευθέριο Βενιζέλο, και το «Δαχτυλίδι της Μάνας» (1917), η «Συμφωνία της Λεβεντιάς» (1929), με την ενσωμάτωση Βυζαντινών Ύμνων, και ο κύκλος τραγουδιών «Μαγιοβότανα» (1912-1913) σε ποίηση Κωστή Παλαμά. Ο Μανώλης Καλομοίρης, πέρα από το συνθετικό του έργο, σφράγισε με την παρουσία του όλους του τομείς της μουσικής. Έγραψε μουσικοπαιδαγωγικά βιβλία, ίδρυσε το Ελληνικό Ωδείο και στη συνέχεια το Εθνικό Ωδείο, δημιούργησε δικό του μελοδραματικό θίασο ελλείψει κρατικής σκηνής, υπήρξε επιθεωρητής των στρατιωτικών μουσικών (τον απέλυσε το 1936 ο Μεταξάς, επειδή παραβρέθηκε στην κηδεία του Ελευθέριου Βενιζέλου), συνεισέφερε στην ίδρυση της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών, έγραψε κριτικές και άρθρα σε εφημερίδες και αγωνίστηκε με σθένος για τα δικαιώματα των μουσικών. Στις 8 Ιουνίου 1946, με την αναγόρευσή του σε ακαδημαϊκό, έγινε ο πρώτος μουσικός που πέρασε την πόρτα της Ακαδημίας Αθηνών.


Ο Μανώλης Καλομοίρης έφυγε από τη ζωή στις 3 Απριλίου 1962, χωρίς να προλάβει να ακούσει το λυρικό του έργο «Κωνσταντίνος Παλαιολόγος» (1961), η πανελλήνια πρώτη του οποίου δόθηκε στις 12 Αυγούστου 1962 στο Ηρώδειο.


Τους κύκλους τραγουδιών του Μανώλη Καλομοίρη, «Βραδυνοί Θρύλοι» και «Πέρασες», σε ποίηση του Κωνσταντίνου Χατζόπουλου, ερμηνεύει η σπουδαία Ελληνίδα μεσόφωνος Μαρκέλλα Χατζιάνο. Στο πιάνο τη συνοδεύει ο Steven Larson.

Η Μαρκέλλα Χατζιάνο ερμηνεύει Καλομοίρη / Markella Hatziano sings Kalomiris













Manolis Kalomiris was the effective leader of the modern Greek National School of Music. His activities as composer, author, teacher, music critic and manager shaped Greek musical life to a considerable extent during the first half of the 20th century.

He started his musical education in Athens and Constantinople and completed it in Vienna between 1901 and 1906. After spending four years as a piano teacher in Kharkov (today in Ukraine, then part of Imperial Russia), he settled permanently in Athens, in autumn 1910. Founder two of the most important conservatories in Greece; cofounder of Union of Greek Composers, he served for a time as director of the National Opera (1945). He was the first musician to be elected member of the Athens Academy. His large output includes 3 symphonies, 5 operas and hundreds of songs. (The number of his works is quoted as 100 or as 220 depending on whether individual songs are counted as separate works or are grouped into song cycles.)

Music critic George Leotsakos has said about Kalomiris:

Consciously moving between Wagnerism, the 19th Century Russian School and Greek folklore, he attained especially in his orchestral scores, a style of his own. A polyphonic structure (sometimes over-rich) brilliantly and colourfully orchestrated, is driven forward with a healthy exuberance and an overwhelming sense of dramatic impact and melodic pathos, not unskillfully expanding folksong modes into chromatic structures.

At the turn of the millenium Kalomiris' music remains largely unknown outside Greece but at least two of his works, his Symphony No.1, "Leventia" and his opera "The Mother's Ring", are relatively well known in Greece.

In the nearly 40 years since his death Kalomiris' music has withstood the onslaught of various fashions of artistic modernism, populism and now cosmopolitanism. It has survived and will survive all of them because, despite its largely borrowed language, it has something unique and sincere to say. 

H. Politopoulos, December 1999



Manolis Kalomiris (1883-1962)

♪ Song Cycles


ΒΡΑΔΥΝΟΙ ΘΡΥΛΟΙ (1940-41)

1. Αφιέρωμα
2. Τα Καράβια
3. Το Τραγούδι της Αυγής
4. Ήρθες
5. Θλίψη
6. Έτρεμε ένα βράδυ
7. Το τραγούδι που κλαίει
8. Σπάζει η βροχή
9. Σε αγάπησα τόσο και με αγάπησες τόσο
10. Θαμπό ήρθε το βράδυ

*

11. Μπαλάντα No.1 για πιάνο
12. Νυχτερινό για πιάνο
13. Μπαλάντα No.3 για πιάνο

*

ΠΕΡΑΣΕΣ (1946)

14. Πέρασες
15. Στάθηκες ωχρή
16. Κ' έβλεπες τα ρόδα
17. Κ' έφυγες και πας
18. Και κακός αέρας
19. Στου βραδιού τη σιγή
20. Είχες όνειρο φτάσει
21. Και γελούσες ωχρά
22. Μα θάρθω μια μέρα
23. Σαν να ήταν ιτιά
24. Και κλαίω τώρα εγώ
25. Και είχες πει
26. Και πάντα προσμένω - Θάρθω να σε βρω

*

27. Η Κατάρα
28. Ο Ναός


Markella Hatziano, mezzo-soprano
Steven Larson, piano

2011

(HD 1080p - Audio video)

Πηγή για την εισαγωγή: sansimera.gr
Σημείωση: Σε όλους τους τίτλους των τραγουδιών έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του πρωτότυπου.

Πρώτη δημοσίευση: 28 Οκτωβρίου 2014 – First publication: October 28, 2014
Τελευταία ενημέρωση: 14 Δεκεμβρίου 2015 – Last update: December 14, 2015

Μαρκέλλα Χατζιάνο / Markella Hatziano


















Όταν ο Μανώλης Καλομοίρης μελοποιεί  Κωνσταντίνο Χατζόπουλο

ΚΥΚΛΟΙ ΤΡΑΓΟΥΔΙΩΝ: «ΒΡΑΔΥΝΟΙ ΘΡΥΛΟΙ» & «ΠΕΡΑΣΕΣ»

Οι δύο αυτοί κύκλοι  τραγουδιών («Βραδυνοί Θρύλοι» και «Πέρασες») του Μανώλη Καλομοίρη κατέχουν μιαν ιδιαίτερη θέση στο έργο του. Πρόκειται για τις μοναδικές σειρές ποιημάτων του Κωνσταντίνου Χατζόπουλου που επεξεργάστηκε ο Καλομοίρης. Όπως είναι γνωστό, η νεοελληνική ποίηση και οι λογοτεχνία γενικότερα αποτέλεσε για τον συνθέτη ένα από τα σημαντικότερα ερεθίσματα της έμπνευσής του και πολυάριθμοι είναι οι κύκλοι τραγουδιών, αλλά και οι άλλες συνθέσεις που βασίζονται σ' αυτήν. Όμως, οι περισσότερες από τις συνθέσεις αυτές βασίζονται κατά κύριο λόγο στην ποίηση του Κωστή Παλαμά, ο οποίος [...] υπήρξε για τον Καλομοίρη ένα από τα ινδάλματα και τους καθοριστικότερους παράγοντες για τη διαμόρφωση της καλλιτεχνικής του προσωπικότητας. Η ποίηση του Παλαμά, όπως και εκείνη πολλών άλλων ποιητών με τους οποίους καταπιάστηκε ο Καλομοίρης (όπως, π.χ. του Σικελιανού) χαρακτηρίζεται από ένα συγκεκριμένο ύφος, τόσο ως προς τη γλώσσα όσο και ως προς το περιεχόμενο. Το ύφος αυτό είναι κατά κανόνα εξωστρεφές, μεγαλόπρεπο και μεγαλόστομο, «σε μείζονα τρόπο» όπως κάποιοι μελετητές, υιοθετώντας μουσική ορολογία, σημειώνουν.

Η περίπτωση των ποιημάτων του Χατζόπουλου, όμως, είναι μια από τις λίγες φορές, που ο συνθέτης καταπιάνεται με ένα εντελώς διαφορετικό ύφος ποίησης. Ο Κωνσταντίνος Χατζόπουλος έχει τοποθετηθεί από τους ειδικούς της λογοτεχνίας στη χορεία των συμβολιστών ποιητών, που χαρακτηρίζονται από ένα τόνο απαισιόδοξο, σκοτεινό, και μια διάθεση παραίτησης από τη ζωή και τις χαρές της. Το χαρακτηριστικό του είναι μια ακραία εσωστρεφής διάθεση, που αγγίζει τα όρια του εσωτερικού μονολόγου. Αντίθετα από τον πλούσιο λεκτικό χείμαρρο και την ευρηματικότητα του γλωσσοπλάστη Παλαμά, η τεχνική του Χατζόπουλου μεταχειρίζεται πολύ λίγες λέξεις, που επαναλαμβάνονται και αλλάζουν διαρκώς έννοιες και αποχρώσεις ανάλογα με το περιβάλλον που βρίσκονται και την εξέλιξη του ποιήματος. Και αντίθετα προς τον πλούτο των πτυχών της ανθρώπινης ζωής με τις οποίες καταπιάνεται ο Παλαμάς, ο Χατζόπουλος περιορίζει τη θεματολογία του στα μοτίβα του αποτυχημένου, του απογοητευμένου ή του παρωχημένου έρωτα και των μελαγχολικών νοσταλγικών ή και αυτοκαταστροφικών συναισθημάτων που προέρχονται απ' αυτόν. Τα θέματα όμως αυτά δεν διατυπώνονται καθαρά, αλλά απλώς υποβάλλονται, διαχέονται μέσα από ακαθόριστες εικόνες και ήπιες, σχεδόν ουδέτερες λέξεις.

Οι δύο προκείμενοι κύκλοι τραγουδιών του Καλομοίρη αντλούν το κείμενό τους από την ίδια συλλογή ποιημάτων του Χατζόπουλου, με τον γενικό τίτλο «Βραδυνοί Θρύλοι», ένα υποσύνολο της οποίας είναι η σειρά «Πέρασες», που αποτελεί τον δεύτερο κύκλο του Καλομοίρη. Η συλλογή εκδόθηκε από τον Χατζόπουλο το 1920, λίγους μήνες προ του θανάτου του ποιητή, που επήλθε την ίδια εκείνη χρονιά. Το γεγονός δεν πρέπει να άφησε ανεπηρέαστο τον Καλομοίρη, που είδε στη συλλογή αυτή, που χαρακτηρίζεται από θολή και ομιχλώδη ατμόσφαιρα και εξαιρετικά απαισιόδοξη διάθεση, και που ακολουθήθηκε από τον θάνατο του ποιητή, ένα μήνυμα της μοίρας.

Και οι δύο κύκλοι κατατάσσονται χρονικά και υφολογικά στην περίοδο της δεκαετίας του 1940 και είναι επηρεασμένοι από το γενικότερο κλίμα του Πολέμου, της Κατοχής, της Αντίστασης αλλά και των έντονων πολιτικών παθών που ακολούθησαν. Είναι η εποχή που ο συνθέτης μελοποιεί περισσότερη ελληνική ποίηση από οποιαδήποτε άλλη περίοδο της σταδιοδρομίας του, καταπιάνεται όμως επίσης και με μεγάλα συμφωνικά έργα και όπερες, πολλά από τα οποία έχουν ως κεντρική ιδέα ή κίνητρο της σύνθεσής τους το θέμα της ηρωικής αντίστασης ενάντια στον κατακτητή.

Ο πρώτος κύκλος, «Βραδυνοί Θρύλοι», γράφτηκε από τον Καλομοίρη τους τελευταίους μήνες του 1940, εκδόθηκε από τον Οίκο «Κωνσταντινίδη» και επεξεργάζεται δέκα ποιήματα του Χατζόπουλου, στα οποία ο συνθέτης προτάσσει ένα δικό του, με τίτλο «Αφιέρωμα (σε κείνην που δεν τα τραγούδησε)». Είναι το μόνο από τα τραγούδια αυτού του κύκλου που δεν φέρει ιδιόχειρη ημερομηνία σύνθεσης (γράφτηκε όμως τον Φεβρουάριο του 1941), αφού όλα τα άλλα χρονολογούνται επακριβώς από το συνθέτη, με ημερομηνία και έτος, ξεκινώντας από τις 29 του Σταυρού (Σεπτεμβρίου) 1940 για το πρώτο και 31 του Χριστού (Δεκεμβρίου) 1940 - 1η τ' Άη Βασίλη (Ιανουαρίου) 1941. Άρα όλα τοποθετούνται στο τελευταίο τρίμηνο του 1940, της πρωτοχρονιάς του 1941 συμπεριλαμβανομένης, και η σύνθεσή του ξεκίνησε ένα μήνα πριν την ιταλική εισβολή της 28ης Οκτωβρίου 1940 και ολοκληρώθηκε διαρκούντος ακόμη του ελληνοϊταλικού πολέμου στα βουνά της Αλβανίας. Αν κρίνει κανείς μόνο από το ύφος των τραγουδιών αυτών, θα 'λεγε ότι ο Καλομοίρης παρατηρεί μόνο εξ αποστάσεως τα σημαντικά γεγονότα που διαδραματίζονται στη διάρκεια των μηνών αυτών, χωρίς να τον επηρεάζουν καίρια. Αυτό όμως δεν είναι αλήθεια, αφού η επιλογή των ποιημάτων αυτών από τον Καλομοίρη έχει άλλο κίνητρο, και συγκεκριμένα τον ανεκπλήρωτο έρωτά του για μια νεαρή τραγουδίστρια και τα μελαγχολικά συναισθήματα που προέκυψαν από αυτόν. Περισσότερο ίσως από πολλούς άλλους κύκλους τραγουδιών, η σειρά αυτή των συνθέσεων χαρακτηρίζονται από ένα ενιαίο ύφος, που καθορίζεται βέβαια από το ίδιο το κείμενο. Πράγματι, όλα τα τραγούδια κινούνται σε μια μέτρια ή σχετικά αργή κίνηση, χωρίς όμως ακρότητες προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση, με τα περισσότερα να φέρουν την οδηγία Moderato (μέτρια), Lento (αργά), ή Andantino (σε ρυθμό βαδίσματος). Εξαίρεση αποτελούν δύο τραγούδια με επιγραφή Agitato (με ανήσυχη ενέργεια), το «Έτρεμε ένα βράδυ» και το «Σε αγάπησα τόσο», τραγούδια που εκφράζουν σπαραγμό και απελπισία. Η τεχνική σύνθεσης της μελοποίησης των τραγουδιών είναι μη στροφική, δεν ακολουθεί δηλαδή την ποιητική φόρμα αλλά περισσότερο το περιεχόμενο του λόγου και το κλίμα και την ατμόσφαιρα που αυτό δημιουργεί. Η συνοδεία του πιάνου τονίζει και υπογραμμίζει το απαισιόδοξο συναισθηματικό περιεχόμενο της ποίησης και χρησιμεύει για να υπενθυμίσει στον ακροατή ανάλογες εμπειρίες και να του διεγείρει ανάλογα συναισθήματα. Ταυτόχρονα όμως «ζωγραφίζει» με ήχους διάφορες εικόνες από αυτές που περιγράφονται, ή, καλύτερα, υποβάλλονται, στο κείμενο. Η μελωδική γραμμή του τραγουδιού είναι ελεύθερη, ευκίνητη, ρέει αβίαστα και φυσιολογικά, βοηθώντας να δημιουργηθεί μια από τις ευτυχέστερες συνθετικές στιγμές του Καλομοίρη στον τομέα του τραγουδιού με συνοδεία πιάνου. 

[...] Μουσικές μινιατούρες είναι και τα τραγούδια του κύκλου «Πέρασες» του ίδιου ποιητή, που μελοποιούν μιαν ακόμη σειρά ποιημάτων από την ίδια ποιητική συλλογή. Η σειρά αυτή, περισσότερο ακόμη από την προηγούμενη, δίνει την εντύπωση όχι πολλών, αλλά ενός μόνο ποιήματος σε συνεχή λόγο, και με συνέχεια συναισθηματικού περιεχομένου. Με ανάλογο τρόπο τα αντιμετωπίζει και ο Καλομοίρης, που δημιουργεί σύντομες συνθέσεις πάνω στα ολιγόστιχα και ολιγόλογα αυτά ποιήματα. Κάθε μια από τις συνθέσεις αυτές δείχνουν να είναι δημιουργήματα στιγμιαίας έμπνευσης μιας μόνο ημέρας, εκείνης που αναγράφεται στο τέλος κάθε τραγουδιού ως ημερομηνία σύνθεσης. Περισσότερο ακόμη και από τους «Βραδυνούς Θρύλους», τα τραγούδια αυτά δίνουν την εντύπωση μιας σύντομης κι ενιαίας ιδέας, που αποτυπώθηκε στο χαρτί μέσα σε λίγα μόνο λεπτά και την οποία ο συνθέτης δεν θέλησε να «νοθεύσει» με το να καταπιαστεί πάλι μαζί της σε μεταγενέστερη στιγμή, παρά την άφησε να στέκει έτσι, όπως την πρώτη στιγμή την εμπνεύστηκε. Όπως γνωρίζουμε, δεν είναι αυτή μια πάγια τακτική του Καλομοίρη, ο οποίος, συνήθως επανερχόταν πολλές φορές για να επανεξετάσει, να τροποποιήσει και να βελτιώσει τα έργα του (γι' αυτό και για τα περισσότερα υπάρχουν πολλές ημερομηνίες σύνθεσης και επεξεργασίας). Αυτό δίνει στον κύκλο μια αμεσότητα έκφρασης νεανική, που δύσκολα θα μπορούσαμε να φανταστούμε από άλλο συνθέτη αυτής της ηλικίας. Το ύφος και η τεχνική σύνθεσης δεν διαφέρουν από όσα σημειώσαμε παραπάνω για τους «Βραδυνούς Θρύλους», αφού κι εδώ έχουμε τραγούδια σε μέτρια ή αργή κίνηση, με λίγες εξαιρέσεις, και ελεύθερη γραμμή τόσο της μελωδίας του τραγουδιστή όσο και της πιανιστικής συνοδείας.

Η σύνθεση του κύκλου «Πέρασες» έγινε τους μήνες Οκτώβριο και Νοέμβριο του 1946, με εξαίρεση του πρώτο τραγούδι, που φέρει ημερομηνία 7 Τ' Αη-Δημήτρη (Οκτωβρίου) 1942. Τα τραγούδια, που είναι αφιερωμένα στην Νίνα Αραβαντινού, εκδόθηκαν από τον «Οίκο Γαϊτάνου» το 1950.

Νίκος Μαλιάρας (2011)

Μανώλης Καλομοίρης / Manolis Kalomiris











See also

Μαρκέλλα Χατζιάνο – Αποκλειστική Συνέντευξη / Markella Hatziano – Exclusive interview, in Greek

Giuseppe Verdi: Messa da Requiem – Michèle Crider, Markella Hatziano, Gabriel Sadé, Robert Lloyd, London Symphony Chorus & Orcherstra, Richard Hickox (Audio video)

Maurice Ravel: Shéhérazade – Markella Hatziano, Steven Larson (Audio video)

Franz Liszt: Songs – Markella Hatziano, Steven Larson (Audio video)

Monday, October 27, 2014

Frédéric Chopin: Polonaises – Rafal Blechacz (Audio video)

Η πολωνέζα συνιστά έναν παλιό αριστοκρατικό χορό της Πολωνίας, με αργό τρίσημο ρυθμό. Ως οργανικό κομμάτι εμφανίστηκε στις σουίτες κατά τον 17ο και 18ο αιώνα και κατόπιν στα έργα των Μπαχ, Χαίντελ, Κουπρέν και Μότσαρτ. Τον 19ο αιώνα οι Πολωνοί συνθέτες Μ. Κ. Ογκίνσκι και Κ. Λιπίνσκι έδωσαν στην Πολωνέζα έναν μεγαλόπρεπο χαρακτήρα εμβατηρίου, ενώ ο Βέμπερ ανέπτυξε περαιτέρω το ρυθμικό στοιχείο και τον μελωδικό της πλούτο. Ο Σοπέν ανανέωσε το είδος αυτό εμπλουτίζοντάς το με καινοτομίες στην αρμονική γλώσσα και αναδεικνύοντας τον αμιγώς εθνικό του χαρακτήρα. Οι πρώτες πολωνέζες του, γραμμένες το 1817, με το λαμπερό τους ύφος είχαν περισσότερη σχέση με αυτές του Βέμπερ και λιγότερη με τα μετέπειτα έργα του σε αυτό το είδος. Ωστόσο, σε αυτές τις πρώτες Πολωνέζες ο Σοπέν αφομοίωσε όλα τα στοιχεία εκείνα που συγκροτούσαν την πιανιστική δεξιοτεχνία. Οι Δύο Πολωνέζες έργο 26, γραμμένες μεταξύ των ετών 1834-1835, προσέδωσαν νέα φυσιογνωμία στο είδος, ενώ τα έργα που ακολούθησαν διακρίνονται για τον άλλοτε ηρωικό και άλλοτε τραγικό τους χαρακτήρα. Μεταξύ αυτών, ξεχωρίζει η Πολωνέζα σε Λα ύφεση μείζονα έργο 53, η επονομαζόμενη «ηρωική» η οποία γράφτηκε το 1842, όπου η μεγαλοπρέπεια συναντά το θριαμβικό ύφος και τους νοσταλγικούς τόνους. — Γιώργος Βλαστός, 2010


Τον Οκτώβριο του 2005 ο Rafal Blechacz υπήρξε ο αδιαμφισβήτητος νικητής του 15ου Διεθνούς Διαγωνισμού Πιάνου "Frédéric Chopin" στη Βαρσοβία. Για να υπογραμμίσει, μάλιστα, το πολύ υψηλό επίπεδο των επιδόσεών του για τις οποίες διακρίθηκε μεταξύ των υπόλοιπων συμμετεχόντων στο Διαγωνισμό, η διεθνής κριτική επιτροπή αποφάσισε να μην απονείμει το 2ο βραβείο. Όλα τα ειδικά βραβεία του Διαγωνισμού απονεμήθηκαν σε αυτόν: το Polish Radio Prize για τον τρόπο που απέδωσε τις Μαζούρκες, το Frédéric Chopin Society Prize για την ερμηνεία του στις Πολωνέζες, το National Philharmonic of Poland Prize για την καλύτερη παρουσίαση Κοντσέρτου, και το Krystian Zimerman Prize για την καλύτερη ερμηνεία Σονάτας. Κέρδισε επίσης το Βραβείο Κοινού.

Γεννημένος το 1985 στην επαρχία Μπιντγκός, στην Πολωνία, άρχισε μαθήματα πιάνου σε ηλικία πέντε ετών. Συνέχισε τις σπουδές του στο πιάνο στην Κρατική Σχολή Μουσικής "Artur Rubinstein" στη γενέτειά του και κατόπιν στην Ακαδημία Μουσικής "Feliks Nowowiejski", επίσης στο Μπιντγκός, από την οποία αποφοίτησε τον Μάιο του 2007.

Στα πρώτα στάδια της καριέρας του έλαβε μέρος σε πολλά μουσικά φεστιβάλ και διαγωνισμούς, όπου του απονεμήθηκαν σημαντικά βραβεία, όπως το 1ο βραβείο και το Grand Prix στον 13ο Διαγωνισμό "Johann Sebastian Bach" στην πόλη Gorzów Wielokpolski της δυτικής Πολωνίας, το 1996, και το 2ο Βραβείο στον 5ο Διεθνή Διαγωνισμό για νέους πιανίστες "Artur Rubinstein in memoriam" στο Μπιντγκός το 2002. Η πρόοδός του συνεχίστηκε και την επόμενη χρονιά, όταν μοιράστηκε το 1ο Βραβείο στον 5ο Διεθνή Διαγωνισμό Πιάνου της πόλης Hamamatsu στην Ιαπωνία.

Η νίκη του 2005 στη Βαρσοβία άνοιξε γι' αυτόν τις πόρτες στις πιο γνωστές αίθουσες συναυλιών του κόσμου, όπως τις Royal Festival Hall and Wigmore Hall στο Λονδίνο, την Berliner Philharmonie, τη Herkulessaal στο Μόναχο, την Alte Oper στη Φραγκφούρτη, τη Liederhalle στη Στουτγκάρδη, την Konzerthaus στη Βιένη, την Tonhalle στη Ζυρίχη, τη Victoria Hall στη Γενεύη, την Concertgebouw στο Άμστερνταμ, τη Salle Pleyel στο Παρίσι, την Palais des Beaux-Arts στις Βρυξέλλες, την Avery Fisher Hall στη Νέα Υόρκη, τη Σκάλα του Μιλάνου, τη Suntory Hall στο Τόκιο, για να αναφέρουμε λίγες μόνο. Τα πιο φημισμένα μουσικά φεστιβάλ, όπως του Σάλτσμπουργκ στην Αυστρία, της Βερμπιέρ στην Ελβετία, της Roque-d'Anthéron στη Γαλλία, της Ruhr στη Γερμανία και στο Gilmore Festival στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Οι εμφανίσεις του δημιουργούν θαυμασμό και ενθουσιασμό σε κριτικούς και θεατές, σε όλο τον κόσμο. Έχει συμπράξει με τις καλύτερες συμφωνικές ορχήστρες, υπό τη διεύθυνση μεγάλων αρχιμουσικών όπως οι Charles Dutoit, Valery Gergiev, Daniel Harding, Pavo Järvi, Fabio Luisi, Kent Nagano, Andris Nelsons, Víctor Pablo Pérez, Trevor Pinnock, Mikhail Pletnev, Jerzy Semkow, John Storgårds, Antoni Wit και David Zinman. Τον Ιούλιο του 2010 έλαβε το αναγνωρισμένου κύρους Premio Internazionale Accademia Musicale Chigiana, στη Σιένα της Ιταλίας, ένα μουσικό βραβείο που απονέμεται κάθε χρόνο από διεθνή κριτική επιτροπή σε νέους μουσικούς για τα εξαιρετικά καλλιτεχνικά τους επιτεύγματα.

Στις πρόσφατες εμφανίσεις του Rafal Blechacz περιλαμβάνεται το Κοντσέρτο για πιάνο αρ. 4 του Μπετόβεν, με την Orchestra dell'Accademia Nazionale di Santa Cecilia και τη Milan's Orchestra Filarmonica della Scala, το Κοντσέρτο αρ. 3 του Μπετόβεν, με την Deutsche Kammerphilharmonie, και το Κοντσέρτο αρ. 2, με την Lucerne Symphony Orchestra και την Tonhalle Orchestra Zurich, το Κοντσέρτο για πιάνο του Σούμαν, με την Mahler Chamber Orchestra, και το Κοντσέρτο αρ. 2 του Σοπέν, με την Detroit Symphony Orchestra.

Τον Μάιο του 2006 υπέγραψε αποκλειστικό συμβόλαιο με την Deutsche Grammophon κι έγινε ο δεύτερος Πολωνός καλλιτέχνης, μετά τον Krystian Zimerman, ο οποίος εντάχθηκε στις δυνάμεις της διάσημης δισκογραφικής εταιρείας. Ο πρώτος δίσκος του από την Deutsche Grammophon, με όλα τα Πρελούδια του Φρεντερίκ Σοπέν, κυκλοφόρησε στην Ευρώπη τον Οκτώβριο του 2007 και έγινε πλατινένιος στην Πολωνία από τη δεύτερη κιόλας εβδομάδα, κερδίζοντας επίσης κι άλλα πολλά βραβεία, όπως το γερμανικό Echo Klassik και το γαλλικό Diapason d'Or. Ο δεύτερος δίσκος του από την Deutsche Grammophon, ο οποίος κυκλοφόρησε ένα χρόνο αργότερα, με σονάτες των Χάυντν, Μότσαρτ και Μπετόβεν, κέρδισε αμέσως τον έπαινο τόσο από τους κριτικούς όσο και από το κοινό. Μετά από αυτές τις δισκογραφικές του επιτυχίες, τίμησε το Έτος Σοπέν 2010, καταγράφοντας τα Κοντσέρτα του Σοπέν, με την περίφημη Concertgebouw Orchestra υπό τη διεύθυνση του Jerzy Semkow, για τη σειρά "Yellow Label" της Deutsche Grammophon. Ο δίσκος κέρδισε το Preis der Deutschen Schallplattenkritik (το Βραβείο των Γερμανών μουσικοκριτικών), ενώ σύντομα έγινε διπλά πλατινένιος στην Πολωνία.

Ο τέταρτος δίσκος του από την Deutsche Grammophon, "Debussy / Szymanowski", κυκλοφόρησε την 1η Φεβρουαρίου 2012 κι έλαβε αμέσως μεγάλη διεθνή αναγνώριση, συγκεντρώνοντας εξαιρετικές κριτικές, καθώς και τον τίτλο «Δίσκος του Μήνα» από το βρετανικό "Gramophone" του Μαΐου 2012. Τον Ιούλιο του ίδιου έτους, η Deutsche Phono-Akademie απένειμε στο CD το διακεκριμένο ετήσιο βραβείο ECHO-Klassik για τον δίσκο της χρονιάς, στην κατηγορία «Πιάνο σόλο, εικοστός/εικοστός πρώτος αιώνας». Στον ίδιο δίσκο απονεμήθηκε, στις 25 Απριλίου 2013, το σημαντικότερο βραβείο στον τομέα της κλασικής μουσικής, το οποίο δίνεται στην Πολωνία. Επιστρέφοντας στον Σοπέν, ο Rafal Blechacz ηχογράφησε για την Deutsche Grammophon τις Πολωνέζες του μεγάλου συνθέτη, έναν δίσκο που κυκλοφόρησε τον Σεπτέμβριο του 2013 και χαρακτηρίστηκε αμέσως ως δίσκος αναφοράς.


Αφιέρωμα στον Φρεντερίκ Σοπέν • Tribute to Frédéric Chopin
165η επέτειος από το θάνατό του – 165th anniversary of his death



Frédéric Chopin
(1η Μαρτίου 1810 – 17 Οκτωβρίου 1849 • March 1, 1810 – October 17, 1849)

RAFAL BLECHACZ plays FREDERIC CHOPIN

Frédéric Chopin (1810-1849)

Polonaises


1. Polonaise No.1 in C sharp minor, Op.26 No.1

2. Polonaise No.2 in E flat minor, Op.26 No.2
3. Polonaise No.3 in A major, Op.40 No.1 "Military"
4. Polonaise No.4 in C minor, Op.40 No.2
5. Polonaise No.5 in F sharp minor, Op.44
6. Polonaise No.6 in A flat major, Op.53 "Heroic"
7. Polonaise No.7 in A flat major, Op.61 "Polonaise-Fantaisie"

Rafal Blechacz, piano


Deutsche Grammophon 2013

(HD 1080p - Audio video)


In October 2005 emerged as unquestionable winner of the 15th Frédéric Chopin International Piano Competition in Warsaw, Poland (to underscore his distinguished performance among the remaining Competition participants the international jury decided not to award the 2nd prize). All the special prizes of the Competition went to him as well: Polish Radio Prize for the best performance of the mazurkas, Frédéric Chopin Society Prize for the best performance of the polonaise, National Philharmonic of Poland Prize for the best performance of the concerto, and the Krystian Zimerman Prize for the best performance of the sonata. He also won the Audience Award.

Born in 1985 in Nakło nad Notecią, Bydgoszcz province, Poland, he began his piano lessons at the age of five. He continued his piano education at the Artur Rubinstein State School of Music in Bydgoszcz. Next, he progressed to study at the Feliks Nowowiejski Academy of Music in Bydgoszcz, where he graduated in May 2007 from Katarzyna Popowa-Zydroń’s piano class.

At the early stages of his career he took part in many music festivals and competitions that awarded him with prestigious prizes like the 1st Prize and Grand Prix at the 13th All-Poland Johann Sebastian Bach Competition in Gorzów Wielokpolski in1996, and the 2nd Prize at the 5th International Young Pianists Competition "Artur Rubinstein in memoriam" in Bydgoszcz in 2002. His progress continued the following year when he was named co-winner of the 5th Hamamatsu International Piano Competition in Japan.


The victory of 2005 in Warsaw opened for him the doors of the world's most renowned concert halls such as, the Royal Festival Hall and Wigmore Hall in Lodon, Berliner Philharmonie, Herkulessaal in Munich, Alte Oper in Frankfurt/Main, Liederhalle in Stuttgart, Konzerthaus in Vienna, Tonhalle in Zurich, Victoria Hall in Geneva, Concertgebouw in Amsterdam, Salle Pleyel in Paris, Palais des Beaux-Arts in Brussels, Avery Fisher Hall in New York, La Scala in Milan, Suntory Hall in Tokyo, just to name a few. The most acclaimed music festivals, such as Salzburg in Austria, Verbier in Switzerland, La Roque-d’Anthéron in France, Klavier Festival Ruhr in Germany and Gilmore Festival in the United States keep inviting Rafał Blechacz to perform time and time again. His appearances generate admiration and enthusiasm from music critics and concert goers around the world. He performed with the best symphonic orchestras under the direction of such conductors as Charles Dutoit, Valery Gergiev, Daniel Harding, Pavo Järvi, Fabio Luisi, Kent Nagono, Andris Nelsons, Viktor Pablo Perez, Trevor Pinnock, Mikhail Pletnev, Jerzy Semkow, John Storgårds, Antoni Wit, Dawid Zinman. In July 2010 he received the prestigious Premio Internazionale Accademia Musicale Chigiana (Siena, Italy) awarded annually by the international jury of music critics to the young musicians for their superb artistic achievements. In recent seasons Blechacz's concerto appearances include Beethoven's Piano Concerto no. 4 with the Orchestra dell’Accademia Nazionale di Santa Cecilia and Milan's Orchestra Filarmonica della Scala, Beethoven's Concerto no. 3 with the Deutsche Kammerphilharmonie and Concerto no. 2 with the Lucerne Symphony Orchestra and the Tonhalle Orchestra Zurich, Schumann's Piano Concerto with the Mahler Chamber Orchestra and Chopin’s Concerto no. 2 with the Detroit Symphony Orchestra.

In May 2006 he was invited to sign an exclusive contract with Deutsche Grammophon becoming the second only Polish artist, after Krystian Zimerman, who had enlisted under this prestigious classical music label. His first Deutsche Grammophon CD with all the Preludes by Frédéric Chopin was released in Europe in October 2007 and attained the Platinum Record status in Poland as early as in the second week of sale. This CD won also other awards, such as the German Echo Klassik and French Diapason d’Or. His second Deutsche Grammophon CD with the sonatas by Haydn, Mozart and Beethoven released a year later, in October 2008, won immediately a great praise from music critics and the listening public. Upon the big success of those two CDs he honored the Chopin Year 2010 by recording Chopin's Concertos for the "Yellow Label" with the acclaimed Concertgebouw Orchestra (listed in 2009 by the British music magazine "Gramophone" as world's No. 1) under the baton of Jerzy Semkow. Soon after, the Concertos CD was awarded the Preis der Deutschen Schallplattenkritik, a prestigious prize of the German music critics. After its release in Poland, it quickly reached the double Platinum Record status. His fourth Deutsche Grammophon CD entitled “Debussy/Szymanowski” was released on February 1, 2012. It received a great international acclaim and amassed excellent reviews as well as a title of the Recording of the Month from the British "Gramophone" for May 2012. In July 2012 Deutsche Phono-Akademie awarded the Debussy/Szymanowski CD with its distinguished annual prize ECHO-Klassik in the category of Piano-Solo recording of the year (20th/21st century). On April 25, 2013, for the same album again, Fryderyk, the most prestigious prize in the field of music in Poland, was awarded to him in the category of the classical music best recording of the year. He returns to Chopin for his latest Deutsche Grammophon album, a recording of the composer's Polonaises nos. 1-7, released on September 6, 2013.



Frédéric Chopin: Polonaise No.4 in C minor, Op.40 No.2
Rafal Blechacz, piano



2013
(HD 1080p)



Δείτε επίσης – Watch also

Sergio Tiempo plays Frédéric Chopin (Audio video)

Benjamin Grosvenor plays Frédéric Chopin (Audio video)

Frédéric Chopin: Études - Jan Lisiecki (Audio video)

Frédéric Chopin: Piano Concerto No.2 in F minor – Evgeny Kissin, Antoni Wit

Daniel Barenboim plays Frédéric Chopin – Warsaw Recital 2010

Frédéric Chopin: 19 Nocturnes – Arthur Rubinstein (Audio video)


Frédéric Chopin: 24 Préludes, Op.28 – Yulianna Avdeeva


Lukas Geniušas plays Frédéric Chopin - Part II (Audio video)


Lukas Geniušas plays Frédéric Chopin - Part I (Audio video)


Frédéric Chopin: Piano Concerto No.1 in E minor – Evgeny Kissin, Zubin Mehta


Ingolf Wunder plays Frédéric Chopin – Part II (Audio video)


Ingolf Wunder plays Frédéric Chopin – Part I (Audio video)


Sunday, October 26, 2014

Nelson Freire, piano recital – Μέγαρο Μουσικής Αθηνών 19/11/2014
















Nelson Freire, ρεσιτάλ πιάνου

Μέγαρο Μουσικής Αθηνών • Megaron, The Athens Concert Hall

19 Νοεμβρίου 2014, 20:30 • 19 November 2014, 20:30
Αίθουσα Χρήστος Λαμπράκης • Christos Lambrakis Hall

• Προπώληση εισιτηρίων από 29 Οκτωβρίου 2014 
• Advance bookings from 29 October 2014

Robert Schumann:
– Arabesque, Op.18
– Études symphoniques, Op.13

Frédéric Chopin:
3 Mazurkas, Op.59
– Sonata No.3 in B minor, Op.58

Nelson Freire, piano

Στα δάχτυλά του τα έργα μετουσιώνονται σε κάτι τέλειο, ποιητικό και συγκινητικό. Με αυτά τα λόγια περιγράφεται το «φαινόμενο» Νέλσον Φρέιρε, σύμφωνα με την ομόφωνη γνώμη φιλόμουσου κοινού και κριτικών. Η διεθνής καριέρα του ξεκίνησε πολύ νωρίς, όταν μετά την εμφάνισή του στο Λονδίνο σε ηλικία μόλις 23 ετών, οι Times τον χαρακτήρισαν «Το νεαρό λιοντάρι του πιάνου». Την αμέσως επόμενη χρονιά ο Νέλσον Φρέιρε έκανε το ντεμπούτο του με τη Φιλαρμονική της Νέας Υόρκης και από τότε η φήμη του εξαπλώθηκε σε όλο τον κόσμο. Όλα αυτά τα χρόνια και μέχρι σήμερα ο Βραζιλιάνος πιανίστας έχει εμφανιστεί σε περισσότερες από 70 χώρες και έχει συνεργαστεί με κορυφαίους μαέστρους και με τις μεγαλύτερες ορχήστρες του κόσμου.

• Σε συμπαραγωγή με το Διεθνές Μουσικό Φεστιβάλ Αίγινας (Καλλιτεχνική Διευθύντρια: Ντόρα Μπακοπούλου)
• A co-production with the Aegina International Music Festival (Artistic director: Dora Bakopoulos)

Περισσότερες πληροφορίες • More information

Saturday, October 25, 2014

Sergio Tiempo plays Frédéric Chopin (Audio video)

Γεννημένος στο Καράκας της Βενεζουέλας, ο Sergio Tiempo ξεκίνησε τις σπουδές του στο πιάνο με τη μητέρα του, Lyl Tiempo, στην ηλικία των δύο και έδωσε την πρώτη του συναυλία έναν μόλις χρόνο αργότερα.  Ενώ φοιτούσε στη Διεθνή Ακαδημία Πιάνου της Λίμνης του Κόμο στην Ιταλία, μαθήτευσε κοντά στους Dimitri Bashkirov, Fou Tsong, Murray Perahia, Dietrich Fischer-Dieskau, Martha Argerich, Nelson Freire και Nikita Magaloff. Συμπράττει τακτικά με τη Συμφωνική Ορχήστρα της Βενεζουέλας «Σιμόν Μπολίβαρ», υπό τη διεύθυνση του συμπατριώτη και φίλου του, Gustavo Dudamel.

Ο Sergio Tiempo έχει κάνει μια σειρά από εντελώς ξεχωριστές και πολύ επιτυχημένες ηχογραφήσεις. Με την ετικέτα της EMI Classics "Martha Argerich Presents", ηχογράφησε τις «Εικόνες από μια Έκθεση» του Μουσόργκσκι, το "Gaspard de la Nuit" του Ραβέλ και τρία Νυχτερινά του Σοπέν, ενώ για την Deutsche Gramophon έχει ηχογραφήσει αρκετούς δίσκους, τους περισσότερους σε συνεργασία με τον Mischa Maisky, συμπεριλαμβανομένου και του δίσκου με έργα Ραχμάνινοφ, στον οποίο απονεμήθηκαν πέντε αστέρια από τον Classic FM και το BBC Music Magazine το οποίο επιπλέον τον έχει περιλάβει στην ειδική λίστα του με τους δίσκους αναφοράς.

Τον Ιούνιο του 2010, στο πλαίσιο του φεστιβάλ "Martha Argerich in Lugano", στο οποίο συμμετέχει κάθε χρόνο, ο Tiempo έδωσε την παγκόσμια πρεμιέρα ενός νέου έργου για δύο πιάνα και ορχήστρα, με τίτλο "Tango Rhapsody", του Αργεντινού συνθέτη Federico Jusid, συνεργαζόμενος με την αδελφή του, πιανίστρια Karin Lechner, υπό τη διεύθυνση του Jacek Kaspszyk. Πιο πρόσφατα, σε συνεργασία και πάλι με την Karin Lechner, ο Sergio Tiempo ηχογράφησε για την Avanti Classic έναν δίσκο με γαλλική μουσική για δύο πιάνα, με τίτλο "La Belle Epoque". Περιζήτητος στην Ευρώπη, την Ασία και τη Νότιο Αμερική, έχει ήδη ή πρόκειται να συμπράξει με τις σπουδαιότερες ορχήστρες.


Αφιέρωμα στον Φρεντερίκ Σοπέν • Tribute to Frédéric Chopin
165η επέτειος από το θάνατό του – 165th anniversary of his death



Frédéric Chopin
(1η Μαρτίου 1810 – 17 Οκτωβρίου 1849 • March 1, 1810 – October 17, 1849)

SERGIO TIEMPO plays FREDERIC CHOPIN

Frédéric Chopin (1810-1849)

1. Andante Spianato in G major, Op.22
2. Grande Polonaise Brillante in F flat major, Op.22
3. Sonata No.3 in B minor, Op.58 – i. Allegro maestoso
4. Piano Concerto No.1 in E minor, Op.11 – i. Allegro
5. Piano Concerto No.1 in E minor, Op.11 – ii. Romance. Larghetto
6. Piano Concerto No.1 in E minor, Op.11 – iii. Rondo

Sergio Tiempo, piano

Badapest Symphony Orchestra
Διευθύνει ο Eduardo Marturet

(HD 1080p - Audio video)

2009

Born in Caracas, Venezuela, Tiempo began his piano studies with his mother, Lyl Tiempo, at the age of two and made his concert debut when he had just turned three. Whilst at the Fondazione per il Pianoforte in Como, Italy, he worked with Dimitri Bashkirov, Fou Tsong, Murray Perahia and Dietrich Fischer-Dieskau. He has received frequent musical guidance and advice from Martha Argerich, Nelson Freire and Nikita Magaloff and performs regularly with fellow-countryman and friend Gustavo Dudamel including concerts with the Simón Bolívar Orchestra.

Sergio Tiempo has made a number of highly distinctive and acclaimed recordings. On EMI Classics’ 'Martha Argerich Presents' label, he recorded Mussorgsky Pictures at an Exhibition, Ravel Gaspard de la Nuit and three Chopin Nocturnes, and for Deutsche Gramophon he has recorded several discs with Mischa Maisky, including a disc of Rachmaninov which was awarded five stars by Classic FM and the BBC Music Magazine, which also named it their benchmark recording. In June 2010, Tiempo gave the world premiere of a new work for two pianos and orchestra Tango Rhapsody by Argentinean composer Federico Jusid with Karin Lechner and the RSI Lugano under Jacek Kaspszyk at the Martha Argerich Festival in Lugano, where he is a visitor each year. Most recently, Sergio Tiempo released a disc of French music for two pianos with Karin Lechner for Avanti Classic entitled La Belle Epoque.

Recent concerto highlights for Tiempo have included return visits to the Orchestre Philharmonique de Radio France in Paris and on tour to his native South America, the Singapore Symphony and the Music Days in Lisbon Festival, as well as debuts with the BBC Symphony, City of Birmingham Symphony, Northern Sinfonia, Queensland Orchestra and the Auckland Philharmonia. Recent recital engagements have included a sell-out recital debut at the Queen Elizabeth Hall in London in the International Piano Series, debuts at the Vienna Konzerthaus, London’s Wigmore Hall, the Berlin Philharmonie and Edinburgh International Festival as well as return visits to the Oslo Chamber Music Festival and the Warsaw Chopin Festival.

More recently, Tiempo performed two return engagements with the Los Angeles Philharmonic with both Gustavo Dudamel and Nicholas McGegan and return engagements with the Queensland Symphony Orchestra, a European tour with the Buenos Aires Philharmonic Orchestra and debuts with the Zurich Chamber Orchestra, Brussels Philharmonic Orchestra and Orquestra Nacional do Porto as well as recital tours of Seoul, Italy and South America.













Δείτε επίσης – Watch also

Frédéric Chopin: Polonaises – Rafal Blechacz (Audio video)

Benjamin Grosvenor plays Frédéric Chopin (Audio video)

Frédéric Chopin: Études - Jan Lisiecki (Audio video)

Frédéric Chopin: Piano Concerto No.2 in F minor – Evgeny Kissin, Antoni Wit

Frédéric Chopin: 19 Nocturnes – Arthur Rubinstein (Audio video)

Frédéric Chopin: 24 Préludes, Op.28 – Yulianna Avdeeva

Lukas Geniušas plays Frédéric Chopin - Part II (Audio video)


Lukas Geniušas plays Frédéric Chopin - Part I (Audio video)

Frédéric Chopin: Piano Concerto No.1 in E minor – Evgeny Kissin, Zubin Mehta


Ingolf Wunder plays Frédéric Chopin – Part II (Audio video)


Ingolf Wunder plays Frédéric Chopin – Part I (Audio video)


Friday, October 24, 2014

Benjamin Grosvenor plays Frédéric Chopin (Audio video)

Η πρώτη επιτυχία του Βρετανού πιανίστα Benjamin Grosvenor ήρθε το 2004, όταν στην ηλικία μόλις των έντεκα χρόνων ανακηρύχτηκε από το BBC ως ο καλύτερος νέος μουσικός της χρονιάς. Μικρότερος από τα άλλα τέσσερα αδέλφια του, ο Benjamin γεννήθηκε το 1992 και ξεκίνησε μαθήματα μουσικής με τη μητέρα του, δασκάλα πιάνου, στην ηλικία των έξι ετών. Σπούδασε στη Βασιλική Ακαδημία της Μουσικής με τους Christopher Elton και Daniel-Ben Pienaar, από την οποία αποφοίτησε το 2012 με Έπαινο από τη Βασίλισσα. 

Το sold out ντεμπούτο του στο Royal Festival Hall χαιρετίστηκε με ενθουσιώδη σχόλια στον Τύπο. Ακολούθησε το ντεμπούτο του σε κοντσέρτο, στην ηλικία των δεκατριών χρόνων, στο Carnegie Hall της Νέας Υόρκης και το Royal Albert Hall του Λονδίνου, όπου τέθηκαν οι προοπτικές για μια σπουδαία καριέρα, με εμφανίσεις σε όλο τον κόσμο. Το 2011 άνοιξε τις εκδηλώσεις των BBC Proms, ερμηνεύοντας ως ο νεότερος σολίστ της «Πρώτης Νύχτας» του θεσμού, το Κοντσέρτο για πιάνο αρ. 2 του Φραντς Λιστ.

Εμφανίζεται συχνά στο Wigmore Hall του Λονδίνου, ενώ είναι περιζήτητος ως σολίστ στην Ευρώπη, τη Βόρεια Αμερική και την Άπω Ανατολή. Εκφράζοντας το ιδιαίτερο ενδιαφέρον του για τη μουσική δωματίου, συμμετέχει στα Elias String Quartet, Escher String Quartet και Endellion String Quartet. Έχει παρουσιαστεί σε τηλεοπτικά ντοκιμαντέρ του BBC, ενώ εμφανίσεις του έχουν μεταδοθεί στην Αγγλία, σε πολλές χώρες της Ευρώπης και στη Βόρεια Αμερική.

Το 2011 ο Benjamin Grosvenor έγινε ο νεότερος Βρετανός μουσικός που υπέγραψε ποτέ με τη δισκογραφική εταιρία Decca και ο πρώτος Βρετανός πιανίστας που εντάχθηκε στην ετικέτα της εταιρίας αυτής τα τελευταία 60 σχεδόν χρόνια. Έχει ηχογραφήσει τρία άλμπουμ, το "Chopin, Liszt & Ravel" (2011), απ' όπου προέρχεται και η ηχογράφηση που περιλαμβάνεται στο βίντεο το οποίο δημοσιεύεται εδώ, το "Rhapsody in Blue" (2012), με έργα των Καμίγ Σαιν-Σανς, Μωρίς Ραβέλ και Τζορτζ Γκέρσουιν, και το πιο πρόσφατο "Dances" (2014), με έργα των Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ, Φρεντερίκ Σοπέν, Αλεξάντρ Σκριάμπιν, κ.ά.

Το 2012, στην απονομή των βραβείων Gramophone υπήρξε διπλά κερδισμένος. Απέσπασε για το "Chopin, Liszt & Ravel" το βραβείο για τον καλύτερο δίσκο με ενόργανη μουσική (Best Instrumental Recording), καθώς επίσης και το βραβείο του «Νέου Καλλιτέχνη της χρονιάς».

Για τη σεζόν 2014-2015 ο Benjamin Grosvenor έχει προγραμματίσει εκτεταμένες περιοδείες στη Βόρεια Αμερική, την Ευρώπη, την Αυστραλία και την Άπω Ανατολή, συμπεριλαμβανομένων των εμφανίσεών του στο Carnegie Hall της Νέας Υόρκης, στο Barbican Centre του Λονδίνου και στο Konzerthaus της Βιένης. Στο διάστημα αυτό, θα συμπράξει με την Ορχήστρα του Κλίβελαντ, την Ορχήστρα της Χάλε, τη Συμφωνική Ορχήστρα του Σαν Φρανσίσκο, τη Συμφωνική Ορχήστρα του Χιούστον, τη Συμφωνική Ορχήστρα της Μελβούρνης, τη Συμφωνική Ορχήστρα της Σιγκαπούρης, τη NDR Radiophilharmonie του Αννόβερο, την Ορχήστρα της Ακαδημίας της Αγίας Καικιλίας της Ρώμης, τη Φιλαρμονική του Λονδίνου και τη Συμφωνική Ορχήστρα του Μόντρεαλ.


Αφιέρωμα στον Φρεντερίκ Σοπέν • Tribute to Frédéric Chopin
165η επέτειος από το θάνατό του – 165th anniversary of his death



Frédéric Chopin
(1η Μαρτίου 1810 – 17 Οκτωβρίου 1849 • March 1, 1810 – October 17, 1849)

BENJAMIN GROSVENOR plays FREDERIC CHOPIN

Frédéric Chopin (1810-1849)

1. Scherzo No.1 in B minor, Op.20
2. Nocturne in F sharp major, Op.15 No.2
3. Scherzo No.4 in E major, Op.54
4. Nocturne in E minor, Op. posth. 72 No.1
5. Scherzo No.3 in C sharp minor, Op.39
6. Nocturne in C sharp minor (1830)
7. Scherzo No.2 in B flat minor, Op.31

Benjamin Grosvenor, piano

DECCA 2011

(HD 1080p - Audio video)

"The 21-year-old British star proved beyond a doubt the pure-gold quality of his sonic imagination and his ability to realise it. He can transport his listeners to new dimensions." — International Piano (London), 17 October 2013

"...Grosvenor is the most mesmerising young pianist Britain has produced for decades... what fascinates his fans is his exquisite touch and the sense that, as he matures, he will unleash the turbulent emotions that can be sensed just beneath his placid surface." — The Times (London), 9 February 2013

British pianist Benjamin Grosvenor first achieved prominence in 2004 as the 11-year-old, youngest-ever winner of the Keyboard section of the BBC's Young Musician of the Year Com­petition. He has since taken his place as one of today's most exceptional musicians, receiving such accolades as "a master pianist" (Gramophone), "one in a million . . . several million" (The Independent), and "a keyboard visionary" (Süddeutsche Zeitung).

The youngest of five brothers, Benjamin was born in 1992 and began lessons with his mother, a piano teacher, at the age of 6. He has studied at the Royal Academy of Music with Christopher Elton and Daniel-Ben Pienaar, where he graduated in 2012 with the Queen’s Commendation for Excellence.

Benjamin Grosvenor's 2009 sold-out Royal Festival Hall debut with the Philharmonia Orchestra was hailed as "a performance that took its expressive and dramatic cues from the very heart of the music" (The Daily Telegraph). It followed concerto debuts at the age of 13 at New York's Carnegie Hall and London's Royal Albert Hall and underscored a career that has subsequently seen concerto appearances around the world. In 2011, he opened the BBC Proms with a performance of Liszt's Piano Concerto no. 2 – the youngest-ever soloist to perform on the "First Night".

A regular guest at London's Wigmore Hall, Grosvenor is also in demand as a recitalist in Europe, North America and the Far East. He is also committed to chamber music, including performances with the Elias String Quartet, Escher String Quartet and Endellion String Quartet. He was a member of the prestigious BBC New Generation Artists scheme during 2010-2012 and has been featured in two BBC television documentaries. His performances have been broadcast widely in the UK, Europe and North America.

Grosvenor's 2012 schedule featured a highly successful North American recital tour, appearances with the New York Philharmonic under Andrey Boreyko, the Minnesota Orchestra under Andrew Litton and the Royal Philharmonic Orchestra under Charles Dutoit at the BBC Proms, as well as recital debuts in Sydney and Berlin and at the Amsterdam Concertgebouw and London’s South Bank Centre. 2013 included the Britten Piano Concerto in Great Britain, Germany, Poland and with the Detroit Symphony, the Schumann Piano Concerto in Canada, Denmark and on tour in the UK as well as numerous recitals in North America and throughout Europe.

Coinciding with the "Dances" release, Grosvenor has two BBC Proms appearances this summer, performing Chopin's Piano Concerto No. 1 and Cesar Franck's Symphonic Variations with the BBC Philharmonic at the Royal Albert Hall on 8 August and his debut Proms recital on the 1 September at Cadogan Hall, which will include the premiere of Judith Weir's composition Day Break Shadows Flee.

The 2014-2015 season will be taking Grosvenor on multiple extensive recital tours of North America, Europe, the UK, Australia and the Far East, including appearances at New York’s Carnegie Hall, London’s Barbican Centre and the Vienna Konzerthaus. Scheduled among his numerous concerto engagements during this period are performances with The Cleveland and Hallé orchestras, San Francisco, Houston, Melbourne, and Singapore Symphony orchestras, NDR Radiophilharmonie Hannover, Accademia Nazionale di Santa Cecilia, London Philharmonic and the Orchestre Symphonique de Montréal.

In 2011, Benjamin Grosvenor became the youngest British musician ever signed by Decca and the first British pianist to join the label in almost 60 years. His first Decca recording, including the four Chopin Scherzi and Ravel's Gaspard de la nuit, has had critics marvelling: "Grosvenor, you can tell, is a Romantic pianist, almost from another age. He doesn't deconstruct, or stand at a distance. He jumps inside the music's soul" (The Times) and "Grosvenor's balance of oratory and ornament, gesture and poetry... are moving as well as impressive" (The Observer). In September 2012, in a unique double honour, not only did his Decca debut CD win the coveted Gramophone Award for "Best Instrumental Recording" of 2012 but the pianist himself was also named "Young Artist of the Year", thus becoming Gramophone's youngest-ever double award-winner. And just a few days later, Grosvenor went on to win the prestigious 'Critics' Choice" Award at the annual Classic Brits ceremony and the Diapason d'or Award as "Best Revelation of the Year". His recording of Gershwin's Rhapsody in Blue and concertos by Saint-Saëns and Ravel was released internationally in January 2013. August 2014 will bring the appearance of his latest Decca album, 'Dances" by composers including Bach, Chopin, Scriabin and Granados.

deccaclassics.com, 6/2014














Δείτε επίσης – Watch also

Frédéric Chopin: Polonaises – Rafal Blechacz (Audio video)

Frédéric Chopin: Études - Jan Lisiecki (Audio video)

Frédéric Chopin: Piano Concerto No.2 in F minor – Evgeny Kissin, Antoni Wit

Daniel Barenboim plays Frédéric Chopin – Warsaw Recital 2010

Frédéric Chopin: 19 Nocturnes – Arthur Rubinstein (Audio video)

Frédéric Chopin: 24 Préludes, Op.28 – Yulianna Avdeeva

Lukas Geniušas plays Frédéric Chopin - Part II (Audio video)


Lukas Geniušas plays Frédéric Chopin - Part I (Audio video)

Frédéric Chopin: Piano Concerto No.1 in E minor – Evgeny Kissin, Zubin Mehta


Ingolf Wunder plays Frédéric Chopin – Part II (Audio video)


Ingolf Wunder plays Frédéric Chopin – Part I (Audio video)


Wednesday, October 22, 2014

Frédéric Chopin: Études – Jan Lisiecki (Audio video)

Μεταξύ 19 και 22 ετών (1829-1832) ο Φρεντερίκ Σοπέν ανέπτυξε τους μουσικούς του προβληματισμούς σχετικά με τις δυνατότητες του πιάνου. Συνέθεσε 12 σπουδές για πιάνο, τις οποίες υποτίθεται θα τις μελετούσαν και νέοι μαθητές. Τις εξέδωσε το 1833 με αφιέρωση στον Φραντς Λιστ. Oι 12 αυτές σπουδές (έργο 10) ανέτρεψαν τα μέχρι τότε πιανιστικά δεδομένα των Muzio Clementi (1752-1832), Carl Czerny (1791-1857), Johann Baptist Cramer (1771-1858), και άλλων. Οι σπουδές του Σοπέν ήταν γνήσια μουσική, αν και ο ίδιος τις θεωρούσε ως προαπαίτηση για τον πιανίστα εκείνον που θα ήθελε να αναμετρηθεί με το κοινό σε μια «Μουσική Βραδιά». Το 1832 συνέθεσε άλλες 12 Σπουδές (έργο 25), τις οποίες όμως δημοσίευσε το 1837. Αν οι Σπουδές έργο 10 θεωρούνται η πρώτη αποκάλυψη της πιανιστικής ιδιοφυΐας του συνθέτη, καθώς συνδυάζουν την ευγένεια μαζί με τη διερεύνηση και την επίλυση τεχνικών πιανιστικών ζητημάτων, οι Σπουδές του έργου 25 ολοκληρώνουν με τον καλύτερο τρόπο το θέμα. To μόνο που παραμένει αναπάντητο είναι το κατά πόσον αυτά τα εκπληκτικά έργα μπορούν να αποτελέσουν διδακτέα ύλη για νέους πιανίστες. — Σπύρος Σούρλας


Είκοσι ετών μόλις (γενν. 23 Μαρτίου 1995), ο Πολωνοκαναδός πιανίστας-φαινόμενο Γιαν Λισιέτσκι φημίζεται για την εκφραστικότητα και την ωριμότητα της ερμηνείας του. Δίνει ατομικά ρεσιτάλ στις μεγαλύτερες αίθουσες του κόσμου ενώ συνεργάζεται με ορχήστρες όπως η Συμφωνική του BBC, η Συμφωνική της Ραδιοφωνίας της Λειψίας, η Ακαδημία της Αγίας Καικιλίας της Ρώμης, η Ορχήστρα του Παρισιού, κλπ. Το 2012, έκανε το ντεμπούτο του με τη Φιλαρμονική της Νέας Υόρκης στο Avery Fisher Hall (τώρα έχει μετονομαστεί σε David Geffen Hall). Σε ηλικία δεκαπέντε ετών υπέγραψε αποκλειστικό συμβόλαιο συνεργασίας με την Deutsche Grammophon. Το 2010 το Ινστιτούτο Φρεντερίκ Σοπέν κυκλοφόρησε ζωντανές ηχογραφήσεις του με τα δύο Κοντσέρτα του Σοπέν (με την ορχήστρα Sinfonia της Βαρσοβίας και τον Χάουαρντ Σέλλεϋ), δίσκος που βραβεύτηκε με το Diapason Découverte. Για την Deutsche Grammophon έχει ηχογραφήσει πρόσφατα τρία ακόμη άλμπουμ: Κοντσέρτα για πιάνο No.21 και No.22 του Μότσαρτ, Études του Σοπέν, καθώς επίσης και όλα τα έργα για πιάνο και ορχήστρα του Ρόμπερτ Σούμαν, με την Ορχήστρα της Ακαδημίας της Αγίας Καικιλίας της Ρώμης υπό την διεύθυνση του Αντόνιο Παπάνο. Από τα Gramophone Awards, το 2013 του απονεμήθηκε ο τίτλος του Νέου Καλλιτέχνη της χρονιάς.


Αφιέρωμα στον Φρεντερίκ Σοπέν • Tribute to Frédéric Chopin
165η επέτειος από το θάνατό του – 165th anniversary of his death



Frédéric Chopin
(1η Μαρτίου 1810 – 17 Οκτωβρίου 1849 • March 1, 1810 – October 17, 1849)

JAN LISIECKI plays FREDERIC CHOPIN

Frédéric Chopin (1810-1849)


♪ 12 Études Op.10 (1829-1832)

i. No.1 in C major
ii. No.2 in A minor
iii. No.3 in E major
iv. No.4 in C sharp minor
v. No.5 in G flat major
vi. No.6 in E flat minor
vii. No.7 in C major
viii. No.8 in F major
ix. No.9 in F minor
x. No.10 in A flat major
xi. No.11 in E flat major
xii. No.12 in C minor


♪ 12 Études Op.25 (1832-1836)

xiii. No.1 in A flat major
xiv. No.2 in f minor
xv. No.3 in F major
xvi. No.4 in A minor
xvii. No.5 in E minor
xviii. No.6 in G sharp minor
xix. No.7 in C sharp minor
xx. No.8 in D flat major
xxi. No.9 in G flat major
xxii. No.10 in B minor
xxiii. No.11 in A minor
xxiv. No.12 in C minor

Jan Lisiecki, piano

Deutsche Grammophon 2013

(HD 1080p - Audio video)



Jan Miłosz Lisiecki was born (March 23, 1995) in Calgary, Alberta, Canada to Polish parents. He began studying piano at the age of five. Jan had his orchestral debut at the age of 9, and has since performed with orchestras in Canada and internationally, including the New York Philharmonic, Orchestre de Paris, BBC Symphony Orchestra, Rotterdam Philharmonic Orchestra, National Arts Centre Orchestra, Montreal Symphony Orchestra, to name a few. Jan has performed with conductors Claudio Abbado, David Zinman, Paavo Järvi, Antonio Pappano, and Yannick Nézet-Séguin. On January 1, 2010 Jan opened the Chopin 200th Birthday celebrations from the composer's birthplace, Żelazowa Wola. The same month, he performed Chopin Concerto No.1 in E minor at the MIDEM Classical Awards Gala in Cannes, France. Jan performed for Her Majesty, Queen Elizabeth II, and a hundred thousand people on Parliament Hill in Ottawa, Canada, as part of the Canada Day 2011 celebrations.

Jan has played at The Royal Albert Hall, Avery Fisher Hall, Carnegie Hall, Salle Pleyel, Tonhalle Zürich, Konzerthaus Vienna, and Suntory Hall, and has substituted for pianists such as Martha Argerich, and Nelson Freire. Jan has shared the stage with Yo-Yo Ma, Pinchas Zukerman, James Ehnes, and Emanuel Ax, performing at various concert venues in USA, Korea, China, Japan, Poland, France, Germany, Belgium, Italy, Greece, Norway, Sweden, Switzerland, England, Scotland, Guatemala, Brazil, and throughout Canada. Jan has appeared at festivals including the Verbier Festival, Festival de la Roque d'Antheron, Merano Festival, Chopin and his Europe Festival and many others in Canada and the USA.

Recognized for his poetic and mature playing, Lisiecki has received many prestigious awards. Jan has won numerous major Canadian music titles. In 2009 he was awarded Grand Prize at the OSM Standard Life Competition (the youngest in history). In 2008, he won the Grand Award in both the Canadian Music Competitions (June 2008) and the Canadian Music Festival (August 2008, as the youngest in history). Jan is a prize winner in seven international competitions in the USA, Italy, England, and Japan.

In 2008, Jan performed the Chopin F minor Concerto and was named the sensation of the prestigious festival "Chopin and His Europe" in Poland. In 2009, he returned to Warsaw, performing the Chopin E minor Concerto, and received glowing reviews and praise from critics. The concerts were broadcast by the Polish Radio 2. Jan’s debut CD, featuring these two live performances, with Sinfonia Varsovia and Howard Shelley, was released in early 2010 by the Fryderyk Chopin Institute as catalogue No.1 on the new "White Series". The CD was awarded the prestigious Diapason d’Or Découverte award in May 2010. The Diapason magazine describes Lisiecki as "an unmannered virtuoso already with virile, and above all, irresistibly natural playing." BBC Music Magazine's July 2010 review commended "Lisiecki's mature musicality", and his "sensitively distilled" interpretation of the contrasting concerti, played "with sparkling technique as well as idiomatic pathos", noting that "even in a crowded CD catalogue, this refreshingly unhyped CD release is one to celebrate".

His performances have been broadcast internationally on CBC Radio in Canada, Polish Radio, Radio France, Radio Luxembourg, Austrian Radio, and German Radio, as well as on French Television 3 and the TV 1 and 2 in Poland. Jan was featured in the CBC Next! Series on March 1, 2009, on Sunday Afternoon in Concert as one of the most promising young artists in Canada. On September 7, 2009, CBC National News broadcast a Joe Schlesinger documentary about Jan, "A Reluctant Prodigy". In April, 2013, Lisiecki was named one of Canada's future leaders by Maclean's Magazine. In May 2013, he was featured by the national German television ZDF in the Heute Journal.

In June 2008, Jan was appointed a National Youth Representative by UNICEF Canada. Since 2012, Jan is a UNICEF Canada Ambassador.

Upon the school board's recommendation Jan was accelerated four grades. In January 2011, he graduated from Western Canada High School in Calgary, Canada. Since September 2011 he has been studying with Marc Durand for a Bachelor of Music at the Glenn Gould School of Music in Toronto on a full scholarship.

In October 2010 Jan Lisiecki and Deutsche Grammophon signed an exclusive recording-agreement. Lisiecki's debut recording for Deutsche Grammophon features Mozart's Piano Concertos No.20, K.466 and No.21, K.467 and was released internationally on April 16, 2012. Since 2010 Jan is represented by IMG Artists.




















Δείτε επίσης – Watch also

Frédéric Chopin: Polonaises – Rafal Blechacz (Audio video)

Sergio Tiempo plays Frédéric Chopin (Audio video)

Benjamin Grosvenor plays Frédéric Chopin (Audio video)

Frédéric Chopin: Piano Concerto No.2 in F minor – Evgeny Kissin, Antoni Wit

Daniel Barenboim plays Frédéric Chopin – Warsaw Recital 2010

Frédéric Chopin: 19 Nocturnes – Arthur Rubinstein (Audio video)


Frédéric Chopin: 24 Préludes, Op.28 – Yulianna Avdeeva


Lukas Geniušas plays Frédéric Chopin - Part II (Audio video)


Lukas Geniušas plays Frédéric Chopin - Part I (Audio video)


Frédéric Chopin: Piano Concerto No.1 in E minor – Evgeny Kissin, Zubin Mehta


Ingolf Wunder plays Frédéric Chopin – Part II (Audio video)


Ingolf Wunder plays Frédéric Chopin – Part I (Audio video)