Christian Thielemann

Christian Thielemann

Wednesday, March 18, 2015

Giacomo Puccini: Tosca – A film by Benoît Jacquot – Angela Gheorghiu, Roberto Alagna, Ruggero Raimondi, Antonio Pappano (HD 1080p)














Η «Τόσκα», μία τραγική ερωτική ιστορία με πολιτικό φόντο, εκτυλίσσεται στη Ρώμη του 1800, όταν την Αιώνια Πόλη κυβερνούσαν αυταρχικά οι Βουρβώνοι. Η Φλόρια Τόσκα (ερμηνεύεται από σοπράνο), μια δημοφιλής τραγουδίστρια της εποχής, είναι ερωτευμένη με τον ζωγράφο Μάριο Καβαραντόσι (ερμηνεύεται από τενόρο). Ο βαρόνος Σκάρπια (ερμηνεύεται από βαρύτονο), αρχηγός της αστυνομίας του καθεστώτος, συλλαμβάνει τον Καβαραντόσι για τις δημοκρατικές του πεποιθήσεις. Όταν η Τόσκα του ζητά να απελευθερώσει τον αγαπημένο της, αυτός δέχεται, αλλά υπό έναν όρο: να υποκύψει στις ορέξεις του...

Η δημιουργία της όπερας πέρασε από χίλια κύματα. Ο συνθέτης είδε το ομώνυμο θεατρικό έργο του Βικτοριέν Σαρντού το 1887 στο Παρίσι, με τη Σάρα Μπερνάρ στο ρόλο της Τόσκα. Ενθουσιάστηκε και διαμήνυσε στον ατζέντη του να του κλείσει τα δικαιώματα του έργου για να το μεταφέρει στην όπερα. Το ίδιο έπραξαν και ο διάσημος συνάδελφός του, Τζουζέπε Βέρντι και ο Αλμπέρτο Φρανκέτι. Τελικά, ο Βέρντι αποσύρθηκε, επειδή διαφωνούσε με το φινάλε του Σαρντού. Ο Φρανκέτι κέρδισε τα δικαιώματα, αλλά γρήγορα αποσύρθηκε, επειδή η έμπνευση τον είχε εγκαταλείψει και δεν μπόρεσε να συνθέσει μια μουσική αντάξια του έργου.


Έτσι, ο δρόμος έμεινε ανοιχτός για τον Πουτσίνι, ο οποίος δεν φάνηκε ζεστός, επειδή δεν είχε προτιμηθεί στην αρχή. Τελικά πείστηκε να συνθέσει την όπερα σε λιμπρέτο των Λουίτζι Ιλικα και Τζουζέπε Τζακόζα. Το Οκτώβριο του 1899 η όπερα ήταν έτοιμη, δώδεκα χρόνια μετά το αρχικό ενδιαφέρον του Πουτσίνι. Η πρεμιέρα του έργου δόθηκε στις 14 Ιανουαρίου 1900 στο Θέατρο Κοντσάντσι της Ρώμης, παρουσία όλης της καλής κοινωνίας. Παρέστη σύσσωμη η πολιτειακή και η πολιτική ηγεσία της Ιταλίας και πολλοί άνθρωποι της μουσικής, όπως οι συνθέτες Πιέτρο Μασκάνι, Φραντσέσκο Τσιλέα και ο Αλμπέρτο Φρανκέτι. Τον επώνυμο ρόλο ερμήνευσε η Ρουμάνα σοπράνο Χαρίκλεα Νταρκλέ, η οποία ήταν ελληνικής καταγωγής και απόγονος της μεγάλης οικογένειας των Μαυροκορδάτων (Χαρίκλεια Χαρτουλάρη το πατρικό της όνομα). Οι συντελεστές της παράστασης και ο ίδιος ο Πουτσίνι γνώρισαν την αποθέωση και το παρατεταμένο χειροκρότημα των παρισταμένων.


Από την πρώτη στιγμή, το έργο άγγιξε το κοινό της όπερας και έγινε ένα από τα αγαπημένα του. Στην Ελλάδα, στην Εθνική Λυρική Σκηνή παρουσιάστηκε στις 27 Αυγούστου 1942, μεσούσης της γερμανικής κατοχής, στο Θέατρο Παρκ της Πλατείας Κλαυθμώνος, με τη 19χρονη Μαρία Καλογεροπούλου (αργότερα Κάλλας) στον κεντρικό ρόλο, υπό τη μουσική διεύθυνση του Σώτου Βασιλειάδη. Τον ρόλο της Τόσκα, εκτός της πρώτης διδάξασας Νταρκλέ και της Κάλας, έχουν δοξάσει οι υψίφωνοι Ζίνκα Μίλανοφ, Μονσεράτ Καμπαγιέ, Μιρέλα Φρένι, Ράινα Καμπαϊβάνσκα, Ρενάτα Σκότο και Άντζελα Γκεοργκίου.


Με ελληνικούς υπότιτλους – With Greek subtitles

[Το βίντεο αφαιρέθηκε για λόγους «πνευματικών δικαιωμάτων» – The video was removed for "copyright reasons"]

Giacomo Puccini (1858-1924)

Tosca (1900)

Όπερα σε 3 Πράξεις – Opera in 3 Αcts

Μια ταινία του Μπενουά Ζακό (πρώτη προβολή στο Φεστιβάλ Βενετίας το 2001)
A film by Benoît Jacquot (premiered at the Venice Film Festival 2001)

Libretto by Giuseppe Giacosa and Luigi Illica

Floria Tosca: Angela Gheorghiu (soprano)
Mario Cavaradossi: Roberto Alagna (tenor)
Baron Scarpia: Ruggero Raimondi (bass-baritone)
Cesare Angelotti: Maurizio Muraro (bass)
Sacristan: Enrico Fissore (bass)
Spoletta: David Cangelosi (tenor)
Sciarrone: Sorin Coliban (bass-baritone)
Il carceriere: Gwynne Howell (bass)
Un pastore: James Savage-Hanford (tenor)

Chorus of the Royal Opera House, Covent Garden (Terry Edwards)
Tiffin Boys' Choir (Simon Toyne)

Orchestra of the Royal Opera House, Covent Garden
Διευθύνει ο Antonio Pappano

Βίντεο υψηλής ευκρίνειας με υψηλή ποιότητα ήχου
High definition video with high quality audio

(HD 1080p)

Δημοσιεύτηκε στο Youtube για λογαριασμό του Blog: Πρόσωπα της Κλασικής Μουσικής (Faces of Classical Music)














Κλασική «Τόσκα» με κινηματογραφική ματιά

του Παναγιώτη Παναγόπουλου

H όπερα θα μπορούσε να χρησιμοποιείται πολύ συχνότερα ως πηγή υλικού για τον κινηματογράφο, καθώς διαθέτει έντονο συναίσθημα, πάθη, θέαμα και δυνατούς χαρακτήρες. Είναι, ωστόσο, σπάνιες οι φορές που έχουν ευτυχήσει οι μεταφορές λυρικών έργων στον κινηματογράφο. Και αυτό επειδή συνήθως οι σκηνοθέτες έχουν αρκετές επιφυλάξεις προκειμένου να φέρουν μια νέα άποψη και πιστεύουν ότι ένα τόσο μεγαλειώδες θέαμα πρέπει να μεταφέρεται όπως και στο θέατρο, μόνο με απαραίτητες σκηνικές αλλαγές. Στην πραγματικότητα υπάρχει χώρος για νέες προσεγγίσεις. Τα λυρικά θέατρα, εξάλλου, δεν έχουν διστάσει να παρουσιάσουν πολύ τολμηρές αναγνώσεις κλασικών έργων. Μόνο που στον κινηματογράφο, όπου στόχος είναι ένα μεγαλύτερο – αν και εξοικειωμένο – κοινό, τα έργα παρουσιάζονται συνήθως σε πιο mainstream εκδοχές.














Η ταινία που σκηνοθέτησε το 2001 ο Μπενουά Ζακό («Σαντ») αποφεύγει να πέσει στην εύκολη παγίδα που στήνει στον κινηματογράφο η όπερα. Λαμπερή και θεαματική ως είδος, μπορεί να οδηγήσει σε εικαστικές υπερβολές. O Ζακό προτίμησε να φτάσει στο άλλο άκρο. Έχει απογυμνώσει την εικόνα όχι μόνον από τα περιττά, αλλά και απ' ό,τι θεωρείται φυσιολογικό ως σκηνικό. Όλη η δράση διαδραματίζεται σε δυο τρεις άδειους χώρους, με την ύπαρξη μόνο των απολύτως απαραίτητων σκηνικών βοηθημάτων.














Επιλογή του Ζακό είναι να δώσει την προτεραιότητα στη μουσική και τις φωνές. Αυτό κάνει, τόσο με τους άδειους χώρους όσο και με την παρουσίαση της ηχογράφησης από τους καλλιτέχνες: την Αντζελα Γκεοργκίου (Τόσκα), τον Αλμπέρτο Αλάνια, που υποδύεται τον εραστή της Καβαραντόσι (και είναι ο πραγματικός της σύζυγος), και τον Ρουτζέρο Ραϊμόντι (Σκάρπια). Ειδικά στην αρχή και στο τέλος της ταινίας, εναλλάσσονται εικόνες από την ηχογράφηση στο στούντιο και από την κινηματογραφημένη δράση (ασπρόμαυρο φιλμ για το στούντιο-χώρο εργασίας, έγχρωμο για το καλλιτεχνικό πλατό), που μπορεί να μην έχει πλούσια σκηνικά, όμως οι πρωταγωνιστές κινούνται και ερμηνεύουν φορώντας βαριά οπερατικά κοστούμια. Είναι ο τρόπος του Μπενουά Ζακό να συνδέσει τους τρεις χώρους, μέσα στους οποίους μπορεί να υπάρξει μια όπερα: το στούντιο ηχογράφησης, τη θεατρική σκηνή και το κινηματογραφικό πλατό.














Η ταινία δεν κάνει την παραμικρή προσπάθεια να καλύψει το γεγονός ότι οι ερμηνείες γίνονται με προηχογραφημένη τη μουσική και το τραγούδι. Σε κάποια σημεία μάλιστα, η Γκεοργκίου και ο Αλάνια μιλούν ή φιλιούνται, ενώ την ίδια στιγμή οι φωνές τους ακούγονται να τραγουδούν. Δεν πρόκειται για λάθος του πλέι μπακ, αλλά μια σκηνοθετική επιλογή, ώστε να τονιστεί η σημασία του λόγου και των συναισθημάτων, που συνήθως στην όπερα εμφανίζονται αποδυναμωμένα σε σχέση με την κυρίαρχη μουσική. Μεγάλο προσόν αυτής της συγκεκριμένης βερσιόν της «Τόσκα» είναι ότι την ερμηνεύουν τρεις πολύ σημαντικοί καλλιτέχνες της όπερας, με μεγάλη πείρα στο λυρικό θέατρο, αλλά και στη συγκεκριμένη όπερα. Ενα άλλο ιδιαίτερα θετικό σημείο είναι το δέσιμο που έχουν οι δύο βασικοί πρωταγωνιστές. H Γκεοργκίου και ο Αλάνια, πέρα από ζευγάρι στη ζωή είναι και καλλιτεχνικό δίδυμο, άρα γνωρίζουν καλά ο ένας τον άλλον και σε ερμηνευτικό επίπεδο.














Ο Τζάκομο Πουτσίνι παρουσίασε για πρώτη φορά την «Τόσκα» στη θεατρική σκηνή το 1900. H ιστορία της διαδραματίζεται έναν αιώνα νωρίτερα, το 1800, σε μια μακριά νύχτα στη Ρώμη. H υπόθεση αρχίζει με τον Μάριο Καβαραντόσι, στον οποίο έχει ανατεθεί να ζωγραφίσει ένα πορτρέτο της Μαρίας Μαγδαληνής για ένα ιδιωτικό παρεκκλήσι που βρίσκεται μέσα στην εκκλησία του Αγίου Ανδρέα. Οι οδηγίες που έχει πάρει ο Καβαραντόσι είναι να κάνει τη Μαρία Μαγδαληνή να μοιάζει με τη μαρκησία που του έχει παραγγείλει το πορτρέτο, όμως εκείνος σκέφτεται μόνο την αγαπημένη του Φλόρια Τόσκα, μια όμορφη τραγουδίστρια, που φτάνει στο παρεκκλήσι για να προσευχηθεί.














Στη σχέση τους το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι η ζήλια της Τόσκα, η οποία υποψιάζεται ότι ο εραστής της την απατά. Την ώρα που ο Καβαραντόσι τελειώνει τη δουλειά του εκείνο το βράδυ, στην εκκλησία μπαίνει ο Τσέζαρε Αντζελότι, αδελφός της μαρκησίας, ζητώντας βοήθεια. Έχει αποδράσει από τη φυλακή, όπου βρισκόταν ως πολιτικός κρατούμενος, και μόλις προφταίνει να κρυφτεί, όταν στην εκκλησία μπαίνει ο διεφθαρμένος αρχηγός της αστυνομίας, ο βαρόνος Σκάρπια. O αστυνόμος βρίσκει μια βεντάλια με το οικόσημο της οικογένειας του δραπέτη. Τότε, πιστεύοντας ότι ο Καβαραντόσι έχει βοηθήσει τον Τσέζαρε να κρυφτεί, χρησιμοποιεί τη βεντάλια προκειμένου να πείσει την Τόσκα ότι ο αγαπημένος της έχει σχέση με τη μαρκησία. Το κόλπο του Σκάρπια πετυχαίνει και η Τόσκα εκδηλώνει τη ζήλια της. Ομως, η έρευνα του Σκάρπια δεν έχει και πάλι αποτέλεσμα. Τότε συλλαμβάνει τον Καβαραντόσι και τον βασανίζει, βάζοντας την Τόσκα να ακούει τι συμβαίνει και εκβιάζοντάς την να υποκύψει σ' αυτόν, ώστε να αφήσει τον αγαπημένο της ελεύθερο.

Τους λυρικούς τραγουδιστές συνοδεύουν η Ορχήστρα και η Χορωδία της Όπερας του Κόβεντ Γκάρντεν, υπό τη διεύθυνση του Αντόνιο Παπάνο.






























































No comments:

Post a Comment