Matthew Bourne

Matthew Bourne

Thursday, May 28, 2015

Johann Sebastian Bach: Works for Organ, Vol.5 – Marie-Claire Alain – Organ of the St Georgenkirche, Rötha (Audio video)

















Κατασκευασμένο το 1721 από τον φημισμένο Γερμανό κατασκευαστή μουσικών οργάνων, Gottfried Silbermann, το εκκλησιαστικό όργανο του ναού του Αγίου Γεωργίου στη Rötha θεωρείται ως ένα αληθινό θαύμα της περιόδου του Μπαρόκ. Πολλοί διάσημοι οργανίστες έχουν παίξει σε αυτό, όπως και ο ίδιος ο Φέλιξ Μέντελσον, στη διάρκεια της επίσκεψής του στη Λειψία.


Η Marie-Claire Alain γεννήθηκε στις 10 Αυγούστου 1926 στο Saint-Germain-en-Laye (ένα από τα πιο εύπορα προάστια του Παρισιού). Ο πατέρας της, Albert, όπως και οι δυο αδελφοί της, Jehan και Olivier ήταν επίσης οργανίστες. Ξεκίνησε να βοηθάει τον πατέρα της όταν εκείνος έπαιζε όργανο στην εκκλησία της ενορίας, στην ηλικία των έντεκα. Στο Ωδείο του Παρισιού, όπου τιμήθηκε με τέσσερα βραβεία, σπούδασε με τον Marcel Dupré, τον Maurice Duruflé και αργότερα με τον Gaston Litaize. Στον διεθνή μουσικό διαγωνισμό στη Γενεύη, το 1950, κέρδισε το δεύτερο βραβείο για εκκλησιαστικό όργανο. Δίδαξε στο Ωδείο της πόλης Rueil-Malmaison και κατόπιν στο Ωδείο του Παρισιού. Στους μαθητές της περιλαμβάνονται οι περισσότεροι από τους μετέπειτα μεγάλους οργανίστες, όπως οι Cherry Rhodes, James M. Higdon Jr, George C. Baker, Robert Bates, Diane Bish, Guy Bovet, James David Christie, Monique Gendron, Gerre Hancock, Marcus Huxley, Wolfgang Karius, Jon Laukvik, Michael Matthes, Daniel Roth, Wolfgang Rübsam, Helga Schauerte, Dong-ill Shin, Martin Strohhäcker, Thomas Trotter, Kenneth Weir, Fritz Werner, Zsuzsa Elekes και άλλοι. Η Marie-Claire Alain είναι η οργανίστα με τις περισσότερες ηχογραφήσεις στην καριέρα της (περισσότερες από 260). Μεταξύ αυτών υπάρχουν τρεις καταγραφές όλων των έργων για όργανο του Μπαχ. Η τελευταία (απ' όπου και η παρούσα ηχογράφηση), περιλαμβάνει εγγραφές από το 1985 μέχρι το 1993. Μετά το θάνατο του πατέρα της, το 1971, τον διαδέχθηκε στον ενοριακό ναό του Saint-Germain-en-Laye, όπου και υπηρέτησε ως οργανίστα επί σαράντα χρόνια. Παντρεύτηκε τον Jacques Gommier, το 1950, με τον οποίο απέκτησαν ένα γιο, τον Benoît και μία κόρη, την Aurélie. Ο σύζυγός της πέθανε το 1992. Μετά το θάνατο του γιου της το 2010, κατέρρευσε ψυχολογικά και αποσύρθηκε σε έναν οίκο ευγηρίας στο Pecq, ένα από τα δυτικά προάστια του Παρισιού, όπου στις 26 Φεβρουαρίου 2013 πέθανε σε ηλικία 86 ετών.

Ο Gottfried Silbermann γεννήθηκε στις 14 Ιανουαρίου 1683 στην Kleinbobritzsch (σήμερα αποτελεί μία συνοικία της μικρής πόλης Frauenstein στη Σαξονία) και ήταν ο μικρότερος γιος του ξυλουργού Michael Silbermann. Η οικογένειά του εγκαταστάθηκε στην Frauenstein το 1685, όπου εκείνος έμαθε ξυλουργική. Την κατασκευή μουσικών οργάνων την έμαθε από τον αδελφό του στο Στρασβούργο, όπου εγκαταστάθηκε το 1702 και ήρθε σε επαφή με τη γαλλοαλσατική σχολή κατασκευής οργάνων, η οποία έδρευε εκεί. Επέστρεψε ως αρχιτεχνίτης στη Σαξονία το 1710, όπου ένα χρόνο αργότερα άνοιξε δικό του εργαστήριο οργάνων στο Freiberg, αναλαμβάνοντας ταυτόχρονα και την κατασκευή του εκκλησιαστικού οργάνου για τον καθεδρικό ναό της πόλης. Το όργανο αυτό ολοκληρώθηκε το 1714 και θεωρείται το σπουδαιότερο έργο του. Στη ζωή του κέρδισε πολλές τιμές και απέκτησε ασυνήθιστα μεγάλο πλούτο για την εποχή του. Πέθανε στη Δρέσδη στις 4 Αυγούστου 1753, πιθανότατα από δηλητηρίαση από το κράμα κασσίτερου-μολύβδου με το οποίο δούλευε, ενώ κατασκεύαζε το όργανο στον καθεδρικό ναό (Hofkirche) της πόλης.

Η πόλη Rötha βρίσκεται στο κρατίδιο της Σαξονίας, 16 χιλιόμετρα νότια της Λειψίας, στη Γερμανία. Ο ρωμανικού ρυθμού ναός του Αγίου Γεωργίου στη Rötha χτίστηκε το 1140. Παρά το γεγονός ότι αρχικά είχε σχεδιαστεί να διαθέτει δύο πύργους, μόνον ο βόρειος πύργος ολοκληρώθηκε τελικά. Το 1510 το ερειπωμένο ρωμανικό ιερό κατεδαφίστηκε και αντικαταστάθηκε από άλλο, ύστερου γοτθικού ρυθμού. Τα αυθεντικά έργα ζωγραφικής που κοσμούσαν το εσωτερικό του ναού αποκαλύφθηκαν κατά τη διάρκεια της ανακαίνισής του το 1970. Το διάσημο εκκλησιαστικό όργανο του Gottfried Silbermann εγκαταστάθηκε στον ναό το 1721, όταν το παλιό όργανο που υπήρχε, παρά τις πολλές απόπειρες να επισκευαστεί, δεν μπορούσε πλέον να χρησιμοποιηθεί. Ο ναός ανακαινίστηκε πάλι το 2004, ωστόσο, καθώς διαπιστώθηκε ότι η φθορά ήταν πολύ μεγαλύτερη από όση είχε αρχικά υπολογιστεί, μόνο ένα τμήμα του ναού στάθηκε τελικά δυνατόν να αποκατασταθεί.




Johann Sebastian Bach (1685-1750)

Works for Organ, Vol. 5

i. Prelude & Fugue in C minor, BWV 549

"Chorale Preludes"
ii. Herr Jesu Christ, dich zu uns wend, BWV 709
iii. Liebster Jesu, wir sind hier, BWV 706
iv. Erbarm dich mein, o Herre Gott, BWV 721
v. Wer nur den lieben Gott lässt walten, BWV 690
vi. Wer nur den lieben Gott laebt walten, BWV 691
vii. Christ lag in Todes Banden, BWV 695

viii. Prelude & Fugue in C minor, BWV 537

ix. Chorale Partita: Christ, der du bist der helle Tag, BWV 766

"Chorale Preludes"
x. (Fughetta super) Christum wir sollen loben schon, BWV 696
xi. (Fughetta super) Gelobet seist du, Jesu Christ, BWV 697
xii. (Fughetta super) Herr Christ, der einig Gottes Sohn, BWV 698
xiii. (Fughetta) Nun komm der Heiden Heiland, BWV 699
xiv. (Fughetta super) Vom Himmel hoch, da komm ich her, BWV 701
xv. (Fughetta super) Gottes Sohn ist kommen, BWV 703
xvi. (Fughetta super) Lob sei dem allmächtigen Gott, BWV 704
xvii. Vom Himmel hoch, da komm ich her, BWV 700

xviii. Fugue on a theme by Corelli, in B minor, BWV 579


"Chorale Preludes"

xix. (Fantasia super) Jesu, meine Freude, BWV 713
xx. In dich hab ich gehoffet, Herr, BWV 712

Marie-Claire Alain (1926-2013)

Organ of the St Georgenkirche, Rötha

(Gottfried Silbermann, built 1721)

St Georgenkirche, Rötha, Germany, July 1991 (Ιούλιος 1991)


Erato Disques, Warner Music UK Ltd


(HD 1080p – Audio video)



































































































St Georgenkirche, Rötha































Δείτε επίσης – See also

Johann Sebastian Bach: Works for Organ, Vol.4 – Marie-Claire Alain – Organ of the St Georgenkirche, Rötha (Audio video)

Johann Sebastian Bach: Works for Organ, Vol.3 – Marie-Claire Alain – Große Orgel, Freiberger Dom (Audio video)


Johann Sebastian Bach: Works for Organ, Vol.2 – Marie-Claire Alain – Große Orgel, Freiberger Dom (Audio video)


Johann Sebastian Bach: Works for Organ, Vol.1 – Marie-Claire Alain, Organ of the Martinikerk (Audio video)


Monday, May 25, 2015

Jean Sibelius: Symphony No.7 in C major – Gothenburg Symphony Orchestra, Alexander Shelley

Αποτελούμενη από ένα μέρος, η Συμφωνία αρ. 7 σε Ντο μείζονα, έργο 105 του Γιαν Σιμπέλιους, ολοκληρώθηκε το 1924 (έχοντας την ονομασία "Fantasia sinfonica") και παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στη Στοκχόλμη, στις 24 Μαρτίου του ίδιου έτους, με τον συνθέτη στο πόντιουμ.

Την Έβδομη Συμφωνία του Γιαν Σιμπέλιους ερμηνεύει η Συμφωνική Ορχήστρα του Γκέτεμποργκ υπό τη διεύθυνση του εξαιρετικά ταλαντούχου Άγγλου αρχιμουσικού Alexander Shelley. Η συναυλία δόθηκε στο πλαίσιο του Sibelius/Nielsen Festival, στο Μέγαρο Μουσικής του Γκέτεμποργκ, στις 25 Απριλίου 2015.




Jean Sibelius (1865-1957)

♪ Symphony No.7 in C major, Op.105 (1924)


Gothenburg Symphony Orchestra

Μουσική διεύθυνση (Conductor): Alexander Shelley

Sibelius/Nielsen Festival

Gothenburg Concert Hall, April 25, 2015 (25 Απριλίου 2015)

(HD 720p)


Alexander Shelley. Photo by Torsten Hönig






















Ο Γιαν Σιμπέλιους, ένας από τους τελευταίους Ρομαντικούς, θεωρήθηκε αρκετά συντηρητικός για τον 20ό αιώνα, αν και πολλές συνθέσεις του αποδείκνυαν το αντίθετο! Το σίγουρο είναι ότι αποτελεί ένα παράδειγμα συνθέτη, ο οποίος αναπτύχθηκε και εξελίχθηκε πέρα από τις μεθόδους της εποχής του και μπόρεσε να δημιουργήσει ένα δικό του είδος σύνθεσης. Μαζί με τον Καρλ Νίλσεν (1865-1931) μπόρεσαν να δημιουργήσουν ένα νέο είδος νεοκλασικισμού. Όπως έλεγε και ο ίδιος, ήθελε να προσφέρει στο κοινό «αγνό νερό» αντί για περίτεχνα μουσικά κατατόπια, κάτι που θα περίμενε κάποιος από έναν μουσικό της εποχής του, βλέποντας την πορεία που είχε πάρει η μουσική τότε. Σημαντικός παράγοντας για τη στάση του αυτή, ήταν η αντίδρασή του (όπως και πολλών άλλων συνθετών της γενιάς του) στην επιρροή που ασκούσε εκείνο τον καιρό ο Ρίχαρντ Βάγκνερ. Επίσης, φανερή είναι και η επιρροή του από την παραδοσιακή μουσική της Φινλανδίας.

Όπως και πολλοί άλλοι σύγχρονοί του, στο χώρο της τέχνης και όχι μόνο, είχε ιδιαίτερες σχέσεις με τον εσωτερισμό, αλλά κυρίως με τη Θεοσοφία αλλά και με κάποιες Τεκτονικές Σχολές. Μάλιστα το έργο του "Μusique Religieuse" είναι αφιερωμένο στους βαθμούς μύησης που συναντάμε στους τέκτονες, όπου κι ο ίδιος ήταν μέλος.

Χαρακτηριστική είναι επίσης η δύναμη που ασκούσε επάνω του η φύση. Από μικρό παιδί τη λάτρευε. Αυτός ήταν και ο λόγος που είχε εγκαταλείψει το Ελσίνκι κι εγκαταστάθηκε σε μια κατοικία όπου μπορούσε να έχει άμεση επαφή με τη φύση. Ήταν γι' αυτόν μια μυστική, ποιοτική δύναμη.

Jean Sibelius, 1918
Η μουσική του, πάντως, επηρέασε ιδιαίτερα την πορεία της ίδιας της Φινλανδίας προς την ανεξαρτησία. Η Φινλανδία το 1917 πέτυχε την ανεξαρτησία της, καθώς αποτελούσε μέχρι τότε μέρος της Ρωσίας. Το έργο του «Φινλανδία» ήταν ένα σύμβολο προσφοράς στον αγώνα της για την ανεξαρτησία. Ένα μέρος του έργου αυτού αποτελεί και τον εθνικό ύμνο της χώρας. Το 1937, όταν ο Σιμπέλιους έκλεινε τα 70 του χρόνια, παρουσιάστηκε για τελευταία φορά στο κοινό. Περίπου 7000 άνθρωποι, μεταξύ των οποίων ήταν και ο πρόεδρος της χώρας αλλά και άλλες σημαντικές προσωπικότητες, παρακολούθησαν το κοντσέρτο για τα γενέθλιά του. Το 1957, πέθανε δοξασμένος και κηδεύτηκε ως εθνικός ήρωας. Ο Σιμπέλιους είχε γίνει το σύμβολο της Φινλανδικής μουσικής και της ίδιας της Φινλανδίας. Άξιο αναφοράς είναι το γεγονός ότι η μουσική ακαδημία στο Ελσίνκι, όπου σπούδασε και όπου ακόμα και σήμερα είναι μία από τις καλύτερες στην Ευρώπη, από το 1939 ονομάστηκε «Ακαδημία Σιμπέλιους».

Πηγή: theopeppasblog.pblogs.gr



Ο Alexander Shelley μιλάει – σε συνέντευξή του στον Måns Pär Fogelberg – για τον Γιαν Σιμπέλιους και τον Γουίλιαμ Γουόλτον.

Alexander Shelley on Jean Sibelius and William Walton. Interview made by Måns Pär Fogelberg.



April 2015 (Απρίλιος 2015)

(HD 720p)



See also

George Gershwin: Rhapsody in Blue & Summertime – Fazıl Say, Junge Norddeutsche Philharmonie, Alexander Shelley (HD 1080p)

Gothenburg Symphony Orchestra – All the posts


&

Jean Sibelius: Symphonies 1-7 – Berliner Philharmoniker, Simon Rattle (Download | High-Fidelity FLAC 5.1 Surround 192kHz/24bit)

Jean Sibelius: Violin Concerto in D minor – Emmanuel Tjeknavorian, Helsinki Philharmonic Orchestra, John Storgårds

Jean Sibelius: Violin Concerto in D minor – Joshua Bell, Oslo Philharmonic Orcestra, Vasily Petrenko

Jean Sibelius: Finlandia, Op.26 – Jukka-Pekka Saraste

Friday, May 22, 2015

Manos Hadjidakis: Piano Music – Danae Kara (Audio video)

Manos Hadjidakis

















Η διακεκριμένη Ελληνίδα σολίστ του πιάνου, Δανάη Καρά, ερμηνεύει συνθέσεις για πιάνο του Μάνου Χατζιδάκι.

1. «Για Μια Μικρή Λευκή Αχιβάδα», πρελούδια και χοροί, έργο 1 (1947-1948)
Αφιερωμένο στον Νίκο Κούνδουρο.
Ο Μάνος Χατζιδάκις, σχετικά με το ύφος και την ερμηνεία του έργου: Με μια έμφυτη απέχθεια προς το αισθηματικό παίξιμο, που συνηθίζαν στον καιρό μου οι πιανίστες και τα Ωδεία (και που δυστυχώς συνεχίζουν μέχρι σήμερα), η «Αχιβάδα» γράφτηκε με μια διάθεση, θα 'λεγα, αντιδράσεως. Αντιδράσεως στην ταλαιπωρημένη «μουσική ευαισθησία», στο με χρωματιστό μολύβι «αίσθημα» που καθορίζει ο δάσκαλος, στη σοβαροφάνεια διδασκάλων και μουσουργών και τέλος, στην κάθε σκονισμένη αντίληψη, ευρωπαϊκής επαρχιακής καταβολής, γύρω απ' τη μουσική και την ερμηνεία της. Γι' αυτό η «Αχιβάδα» πρέπει να παίζεται με αυστηρή ρυθμική αίσθηση και με το προσδιορισμένο απ' τη γραφή του αίσθημα. Τα πέρα απ' τα προβλεπόμενα όρια, είναι και άχρηστα και επιβλαβή. Η «Αχιβάδα» είναι ένα αντιρομαντικό, τουλάχιστον με την έννοια που δίναν στη λέξη ο Copland και ο Prokofiev μέσ' απ' τη μουσική τους. Κάθε ερμηνευτική υπερβολή και ρυθμική αυθαιρεσία, γελοιοποιεί τον ερμηνευτή και εξαφανίζει την μουσική ουσία του έργου.

2. «Έξι Λαϊκές Ζωγραφιές», έργο 5 (1949-1950)
Μεταγραφή, αρχικά για δύο πιάνα, έξι γνωστών ρεμπέτικων τραγουδιών (των Τσιτσάνη, Μητσάκη, Χατζηχρήστου, Καλδάρα). Παρουσιάστηκαν για πρώτη φορά το 1951 ως μπαλέτο από το «Ελληνικό Χορόδραμα» της Ραλλούς Μάνου, με τον συνθέτη και τον Αργύρη Κουνάδη στα δύο πιάνα. Τελικά διατηρήθηκε η εκ των υστέρων γραφή του συνθέτη για ένα πιάνο (η δεύτερη εργασία του για το ρεμπέτικο τραγούδι).

3. «Ιονική Σουίτα», έργο 7 (1952-1953) 
Οι πληροφορίες γύρω από το έργο είναι περιορισμένες. Η παρτιτούρα του έργου βρέθηκε λίγο πριν το θάνατο του συνθέτη. Πιθανολογείται ότι γράφτηκε για τους μεγάλους Ιόνιους ποιητές, Ανδρέα Κάλβο και Διονύσιο Σολωμό.

4. «Ρυθμολογία», έργο 26 (1969-1971)
Αφιερωμένο στον Γιώργο Σεφέρη.
Ο Μάνος Χατζιδάκις, για το έργο: Άρχισα να γράφω τη «Ρυθμολογία» στο Λονδίνο, το καλοκαίρι του 1969. Θέλησα απ' την αρχή να παίξω σοβαρά, με μονούς ρυθμούς και με χασάπικα ανάμεσά τους που να εξαρτώνται από αστερισμούς. Και προπαντός, να ξαναθυμηθώ πολύ παλιούς τρόπους – τους ορθόδοξους – του μπουζουκιού και των ρεμπέτικων τραγουδιών. Νομίζω πως ήμουν πια σε θέση να τ' ακούω χωρίς συναισθηματικές υπερβολές, από μακριά, πιο τεχνικά και μ' όλο το βαθύ ερωτικοθρησκευτικό τους περιεχόμενο... Η «Ρυθμολογία» είναι ένα παιχνίδι τρόπων και ρυθμών. Και η αναφορά μου στους αστερισμούς κι αυτό παιχνίδι, χωρίς συμβολισμό ή επιρροή απ' την αστρολογική τους σημασία. Κι όσο προχωρούσα στο σχεδίασμα του έργου, σκεφτόμουν τον ποιητή Σεφέρη. Γιατί αυτός πρώτος, μας έκαμε να νιώσουμε τη σημασία ενός σοβαρού παιχνιδιού, με το «Τετράδιο Γυμνασμάτων» του, π.χ., που το πρωτοδιάβασα νέος πολύ... Και υπήρξε αυθόρμητη η ανάγκη να του αφιερώσω τη «Ρυθμολογία».

Πηγή: hadjidakis.gr



The piano music of Manos Hadjidakis, best known outside Greece for his popular song "Never on Sunday", is as unique as the myriad influences which nourish it, reflecting the wide-ranging interests of this popular Greek composer. The suite "For A White Little Seashell" comprises five preludes followed by traditional Greek dances, while the "Six Popular Pictures" are arrangements of rebetika songs that share a feeling of nostalgia. The intimate and playful character of his "Ionian Suite" complements the solemn dignity of "Rhythmology", whose unusual rhythms derive from traditional melodic patterns. Trained at the Juilliard School, awardwinning Greek virtuoso Danae Kara here makes her Naxos début.

Source: naxos.com



If you have heard of the gorgeous Danae Kara before – there is an attractive photo of her within the booklet – then it may be because she gave the premiere of Skalkottas's massive third Piano Concerto and of other Greek works little known in Britain.

Speaking though of Skalkottas, as soon as I started listening to the earliest work here, Hadjidakis's Op.1 "For a Little White Seashell" I was immediately reminded of him. This came across especially in the handling of the harmonization of the typically Greek melodies which are a feature of this most attractive set of ten short preludes. It's not surprising that Hadjidakis wrote much film music; indeed this work is dedicated to the film director Nikos Koundouros with whom he often worked. This is young man's music and the composer is still trying to find imaginative ways of using creatively his native rhythms and melodies. I was struck in this piece by the third prelude "Conversations with Prokofiev" who was obviously a composer he admired and almost copies. You can hear the same trait in "Tsamikos" the fourth prelude, whose melody reminded me of the composer's best known "tune", "Never on a Sunday", played perpetually in Greek hotels but which was not actually written for another twelve years. Also the eighth prelude "Kalamatianos" in 7/4 – or is it 7/8 – time a title used by Skalkottas in the eighth (coincidentally?) of his Greek Dances for orchestra (Series 1). The whole piece has charm and interest throughout.

The Op.5 recorded here are the "Six Popular Pictures" completed in 1950. These use and are based on six rebetika songs. The composer maintained that these seemingly very simple tunes had their roots in Byzantine music and orthodox chant, a point which was quite controversial at the time. Like other pieces this one was also turned into a ballet soon after its completion. Of the six we have such descriptive titles as "Cloudy Sunday", "Lady" (rather jazzy) and "Moonless Night", perhaps the most Greek-sounding of them all.

Hadjidakis's Op.7 comes next. By this time he was becoming very well established as a theatre composer with the Greek National Company in Athens and from that led to the film music. He only opused his "serious" music as it were. Later on he was to move into the world of ballet and this brings us to the "Ionian Suite" which was later, also turned into a ballet, a medium close Hadjidakis's heart. It consists of five brief movements ending in a dance which is rather Turkish in inspiration; his mother was of Turkish extraction. The booklet notes by Danae Kara herself remark "They are intimate and playful in character with a naivety echoing Federico Mompou (1893-1987) whose music Hadjidakis liked".

The last work on the disc is "Rhythmology", completed in America as late as 1971. It consists of twelve movements and has a unique plan and format. A movement in an uneven compound time beginning with 5/8 is immediately paired off and contrasted with a movement in 2/4 called "Hasapiko". So the first is paired with "Hasapiko in Aries". The second is with "Hasapiko in Taurus" and so on. Each therefore is based on a sign of the zodiac. The second movement is in 7/8, the third follows one in 9/8 etc, right up to 15/8. A Hasapiko, to quote Kara's detailed booklet notes, is "a traditional popular dance of Byzantine origin". The work is dedicated to George Seferis. The movements that stood out for me were the flowing elegance of the 9/8 dance and the one following "Hasapiko in Gemini". The Greek melodic influence is certainly very audible but the rhythmic dance patterns used are also a strong element despite what Kara says in her notes, and anyway cannot be avoided all over the Greek islands. Incidentally Federico Mompou's "Cançó i dansa" – two paired movements with short contrasting ideas may be the nearest you can hear to the form adopted in Hadjidakis's "Rhythmology".

On the whole this disc represents light music but of a high calibre. None the worse for that I hear you cry, and quite right too. So now I've told you about it you can decide for yourselves but my advice is to snap up this delightful and fascinating disc as soon as you can. It will offer you much pleasure.

Source: Gary Higginson (MusicWeb International, June 2009)



Manos Hadjidakis (1925-1994)

♪ Piano Music

1. For a Little White Seashell, Op.1 (1947-1948) [0:00]*
i. March
ii. Syrtos
iii. Conversation with Prokofiev
iv. Tsamikos
v. Mantinada
vi. Ballos
vii. Nocturne
viii. Kalamatianos
ix. Pastorale
x. Grand Sousta

2. Six Popular Pictures, Op.5 (1949-1950) [17:12]
i. Cloudy Sunday
ii. Lady
iii. Drizzle followed the clouds
iv. The Coachman
v. Going for a stroll
vi. Moonless Night

3. Ionian Suite, Op.7 (1952-1953) [35:22]
i. 1st movement
ii. Andantino
iii. 3rd movement
iv. 4th movement
v. Scherzo

4. Rhythmology, Op.26 (1969-1971) [44:24]
i. In 5/8
ii. Hasapiko to Aries
iii. In 7/8
iv. Hasapiko to Taurus
v. In 9/8 (in the style of Eric Satie)
vi. Hasapiko to Gemini
vii. In 11/8
viii. Hasapiko to Aquarius
ix. In 13/8
x. Hasapiko to the Moon
xi. In 15/8
xii. Hasapiko to Virgo

Danae Kara, piano

Recorded at Athens Concert Hall, Athens, Greece, August 24, 1995 (Ηχογραφήθηκε στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, στις 24 Αυγούστου 1995)

Naxos 1996

(HD 1080p – Audio video)

* Χρόνος έναρξης του κάθε έργου – Start time of each work

Πρώτη δημοσίευση: 22  Μαΐου 2015 – First publication: May 22, 2015
Τελευταία ενημέρωση: 5 Ιουνίου 2016 – Last update: June 5, 2016


Danae Kara, 1995
Η Δανάη Καρά γεννήθηκε το 1953 στην Κωνσταντινούπολη και εκεί ξεκίνησε την ενασχόλησή της με τη μουσική στην ηλικία των πέντε ετών, στο Δημοτικό Ωδείο Κωνσταντινούπολης με τον Friedrich von Statzer, μαθητή των Emil von Sauer και Friedrich Wührer. Μετανάστευσε στην Ελλάδα το 1966, όπου και συνέχισε τις σπουδές της στο Ωδείο Αθηνών με την πιανίστρια Μαρία Χαιρογιώργου-Σιγάρα, μαθήτρια των Alfredo Casella και Marguerite Long, και τον συνθέτη Κωνσταντίνο Κυδωνιάτη για τη θεωρητική της εκπαίδευση, λαμβάνοντας το «Δίπλωμα Σολίστα Πιάνου», καθώς και το «Ανώτατο Δίπλωμα Θεωρίας» με τη διάκριση «Πρώτου Βραβείου» και «Χρυσού Μεταλλίου της Ιφιγένειας και Ανδρέα Συγγρού» το 1972.

Ολοκλήρωσε τον κύκλο ανώτερων σπουδών αποφοιτώντας ως υπότροφος από το Juilliard School of Music στη Νέα Υόρκη το 1978, με Μπάτσελορ Μουσικης (BΜ) και Μάστερ Μουσικής (MΜ). Στην ίδια σχολή δίδαξε ως βοηθός καθηγητή. Η καλλιτεχνική της ιδεολογία επηρεάστηκε από τους καθηγητές της, τον πιανίστα Jacob Lateiner, καθώς επίσης και από τον συνθέτη David Diamond. Πέρα από την παραλαβή της μουσικής κληρονομιάς της Isabelle Vengerova από τον Lateiner, η Καρά έχει μελετήσει και με τους Ivan Moravec και Nina Svetlanova, μαθήτρια του Heinrich Neuhaus.

Με πρώτο ατομικό ρεσιτάλ στην ηλικία των δεκαέξι ετών (1969) στην Αθήνα, η Δανάη Καρά έχει δώσει συναυλίες σε πολυάριθμες χώρες της Ευρώπης, της Λατινικής Αμερικής, τη Ρωσία και στις πρώην Δημοκρατίες της Σοβιετικής Ένωσης.

Η Δανάη Καρά περιόδευσε εκτενώς κατά τη διάρκεια των ετών 1979 έως 2009, ως σολίστ, λαμβάνοντας μέρος σε φεστιβάλ και συναυλίες με πολυάριθμες ορχήστρες όπως η Aarhus Symphony Orchestra, όλες οι Ελληνικές Ορχήστρες, η Ορχήστρα του Λονδίνου, η Συμφωνική της Μπανγκόκ, της Βουδαπέστης, της Λιθουανίας, του Φεστιβάλ του Σερβαντίνο, η Εθνική Ορχήστρα του Μονπελιέ, η ορχήστρα Βιρτουόζοι της Μόσχας, η Φιλαρμονική της Σόφιας, η Ορχήστρα Μοτσαρτέουμ του Σάλτσμπουργκ, η Ορχήστρα Δωματίου της Βιένης, και πολλές άλλες.

Ανάμεσα στους διευθυντές ορχήστρας με τους οποίους έχει συνεργαστεί υπήρξαν οι Giancarlo Andretta, Matthias Bamert, Hans Graf, John Georgiadis, Philippe Entremont, Μιλτιάδης Καρύδης, Jakob Kowalski, Alexander Lazarev, Friedemann Layer, Christian Mandeal, Αλέξανδρος Μυράτ, Robertas Servenikas και Vladimir Spivakov.

Στο ενεργητικό της έχει πολυάριθμες ζωντανές αναμεταδόσεις από την Ελληνική Ραδιοφωνία και Τηλεόραση (ΕΡΤ), την EBU, το Baku Radio & Television, το Radio Educación, το Radio UNAM, το Radio France, το France Musique, το WDR Γερμανίας, το WGBH Boston, το WQXR-FM New York, το Glastonbury Radio και το BBC Radio 3.

Ως μουσικός δωματίου έχει συνεργαστεί με τη μεσόφωνο Μαρκέλλα Χατζιάνο, τον μπάσο Χριστόφορο Σταμπόγλη, τη βιολoνίστρια Hideko Udagawa, και τα κουαρτέτα εγχόρδων Voces, Auer και Kroger.

Ως Artist-in-residence, δίδαξε στο Αμερικανικό Κολέγιο Ελλάδας από το 1987 έως το 2012.

Η δισκογραφία της που πραγματοποιήθηκε με τις εταιρείες Naxos Records, Universal/Decca Records, Agorá Musica, Philips/PolyGram, Millenium Archives, EMI Classics και Lyra, είχε διεθνή απήχηση και αναγνώριση. Πιο συγκεκριμένα, η Καρά απόσπασε την προσοχή των ειδικών τόσο για τις πρώτες εκτελέσεις σημαντικών έργων όσο και για τα ασυνήθιστα έργα που έφερε στο προσκήνιο με ηχογραφήσεις όπως τα «Τρία Κοντσέρτα για πιάνο», του Φέλιξ Μέντελσον, το «Κοντσέρτο για πιάνο» του Γιώργου Σισιλιάνου, τα «Κοντσέρτα για πιάνο» του Νίκου Σκαλκώτα, τις «62 Σονάτες» του Ντομένικο Τσιμαρόζα, κύκλους έργων του Γιοχάνες Μπραμς, τα «Έργα για πιάνο» του Δημήτρη Μητρόπουλου, τα «Έργα για πιάνο» του Μάνου Χατζιδάκι, και άλλα γνωστά άλμπουμ της. Η Δανάη Καρά έλαβε το «Βραβείο Δισκογραφίας 2000» από την Ένωση Ελλήνων Κριτικών Θεάτρου και Μουσικής.

Για τη διαρκή αφοσίωσή της και αποφασιστικότητα να φέρει στο προσκήνιο αγνοημένα έργα, όπως το μνημειώδες «Τρίτο Κονσέρτο για πιάνο» του Νίκου Σκαλκώτα το 2003 στο Παρίσι, η Δανάη Καρά τιμήθηκε από το Εθνικό Συμβούλιο Μουσικής και μέλος του IMC/UNESCO με το Ελληνικό Βραβείο Μουσικής 2003.

Πηγή: el.wikipedia.org



For her enduring commitment and determination in giving premières of important music, such as the monumental Third Piano Concerto by Nikos Skalkottas in 2003 in Paris, Danae Kara received the Hellenic Music Award of the National Council of Music/Unesco. Trained at the Juilliard School of Music in New York, where her principal teacher and mentor was Jacob Lateiner, she has given numerous performances worldwide during her career of forty years. Born in 1953 in Istanbul, she made her début at the age of sixteen in Athens, and has appeared as soloist with over thirty orchestras, including the BBC Philharmonic, Vienna Chamber Orchestra, Salzburg-Mozarteum Orchestra, and London Festival Orchestra, performing in major venues of European cities, in the United States, Latin America, and the former Soviet Republics. She has enjoyed the collaboration of distinguished conductors among whom have been Giancarlo Andretta, Matthias Bamert, Hans Graf, Alexander Lazarev, and Friedemann Layer. She is the recipient of the Recording Award 2000 from The Union of Greek Theater & Music Critics.

Source: naxos.com


Μάνος Χατζιδάκις: Βιογραφικό Σημείωμα σε Πρώτο Πρόσωπο

Γεννήθηκα στις 23 του Οκτώβρη του 1925 στην Ξάνθη τη διατηρητέα κι όχι την άλλη τη φριχτή που χτίστηκε μεταγενέστερα από τους εσωτερικούς της ενδοχώρας μετανάστες. Η συνύπαρξη εκείνο τον καιρό ενός αντιτύπου της μπελ-επόκ, με αυθεντικούς τούρκικους μιναρέδες, έδιναν χρώμα και περιεχόμενο σε μια κοινωνία-πανσπερμία απ' όλες τις γωνιές της Ελλαδικής γης, που συμπτωματικά βρέθηκε να ζει σε ακριτική περιοχή και να χορεύει τσάρλεστον στις δημόσιες πλατείες. Σαν άνοιξα τα μάτια μου είδα με απορία πολύ κόσμο να περιμένει την εμφάνισή μου (το ίδιο συνέχισα κι αργότερα να απορώ σαν με περίμεναν κάπου καθυστερημένα να φανώ). Η μητέρα μου ήταν από την Αδριανούπολη, κόρη του Κωνσταντίνου Αρβανιτίδη, και ο πατέρας μου απ' την Μύρθιο της Ρεθύμνου, απ' την Κρήτη. Είμαι ένα γέννημα δύο ανθρώπων που καθώς γνωρίζω δεν συνεργάστηκαν ποτέ, εκτός απ΄ την στιγμή που αποφάσισαν την κατασκευή μου. Γι' αυτό και περιέχω μέσα μου χιλιάδες αντιθέσεις κι όλες τις δυσκολίες του Θεού. Όμως η αστική μου συνείδηση, μαζί με τη θητεία μου την λεγόμενη «ευρωπαϊκή», φέραν ένα εντυπωσιακό αποτέλεσμα.

Προσπάθησα όλον το καιρό που μέναμε στην Ξάνθη να γνωρίσω σε βάθος τους γονείς μου και να εξαφανίσω την αδελφή μου. Δεν τα κατάφερα και τα δύο. Έτσι μετακομίσαμε το '32 στην Αθήνα όπου δεν στάθηκε δυνατόν να λησμονήσω την αποτυχία μου. Άρχιζα να ζω και να εκπαιδεύομαι στην πρωτεύουσα ενώ παράλληλα σπούδαζα τον έρωτα και την ποιητική λειτουργία του καιρού μου. Έλαβα όμως την αττική παιδεία όταν στον τόπο μας υπήρχε και Αττική και Παιδεία. Μ' επηρεάσανε βαθιά ο Ερωτόκριτος, ο Στρατηγός Μακρυγιάννης, το Εργοστάσιο του Φιξ, ο Χαράλαμπος του «Βυζαντίου», το υγρό κλίμα της Θεσσαλονίκης και τα άγνωστα πρόσωπα που γνώριζα τυχαία και παρέμειναν άγνωστα σ' όλα τα χρόνια τα κατοπινά. Στην κατοχική περίοδο συνειδητοποίησα πόσο άχρηστα ήτανε τα μαθήματα της Μουσικής, μια και μ' απομάκρυναν ύπουλα απ' τους αρχικούς μου στόχους που ήταν να επικοινωνήσω, να διοχετευθώ και να εξαφανιστώ, γι' αυτό και τα σταμάτησα ευθύς μετά την Κατοχή. Έτσι δεν σπούδασα σε Ωδείο και συνεπώς εγλύτωσα απ' το να μοιάζω με τα μέλη του Πανελληνίου Μουσικού Συλλόγου. Έγραψα ποιήματα και πολλά τραγούδια, και ασκήθηκα ιδιαίτερα στο να επιβάλλω τις απόψεις μου με δημοκρατικές διαδικασίες, πράγμα που άλλωστε με ωφέλησε τα μέγιστα σαν έγινα υπάλληλος τα τελευταία χρόνια. Απέφυγα μετά περίσσιας βδελυγμίας ό,τι τραυμάτιζε το ερωτικό μου αίσθημα και την προσωπική μου ευαισθησία.

Ταξίδεψα πολύ και αυτό με βοήθησε ν' αντιληφθώ πως η βλακεία δεν ήταν αποκλειστικόν του τόπου μας προϊόν, όπως περήφανα ισχυρίζονται κι αποδεικνύουν συνεχώς οι έλληνες σωβινιστές και της εθνικοφροσύνης οι εραστές. Παράλληλα ανακάλυψα ότι τα πρόσωπα που μ' ενδιαφέρανε έπρεπε να ομιλούν απαραιτήτως ελληνικά, γιατί σε ξένη γλώσσα η επικοινωνία γινότανε οδυνηρή και εξαφάνιζε το μισό μου πρόσωπο.

Το '66 βρέθηκα στην Αμερική. Έμεινα κι έζησα εκεί κάπου έξι χρόνια, τα χρόνια της δικτατορίας, για λόγους καθαρά εφοριακούς – ανεκαλύφθη πως χρωστούσα τρεισήμισι περίπου εκατομμύρια στο δημόσιο. Όταν εξόφλησα το χρέος μου επέστρεψα περίπου το '72 και ίδρυσα ένα καφενείο που το ονομάσαμε Πολύτροπον, ίσαμε τη μεταπολίτευση του '74, όπου και τόκλεισα γιατί άρχιζε η εποχή των γηπέδων και των μεγάλων λαϊκών εκτονώσεων. Κράτησα την ψυχραιμία μου και δεν εχόρεψα εθνικούς και αντιστασιακούς χορούς στα γυμναστήρια και στα γεμάτα από νέους γήπεδα. Κλείνοντας το Πολύτροπο είχα ένα παθητικό πάλι της τάξεως περίπου των τρεισήμισι εκατομμυρίων – μοιραίος αριθμός, φαίνεται, για την προσωπική μου ζωή.

Από το '75 αρχίζει μια διάσημη εποχή μου που θα την λέγαμε, για να την ξεχωρίσουμε, υπαλληλική, που μ' έκανε ιδιαίτερα γνωστό σ' ένα μεγάλο και απληροφόρητο κοινό, βεβαίως ελληνικό, σαν άσπονδο εχθρό της ελληνικής μουσικής, των ελλήνων μουσικών και της εξίσου ελληνικής κουλτούρας. Μέσα σ' αυτή την περίοδο και ύστερα από ένα ανεπιτυχές έμφραγμα στην καρδιά, προσπάθησα πάλι, ανεπιτυχώς είναι αλήθεια, να πραγματοποιήσω τις ακριβές καφενειακές μου ιδέες πότε στην ΕΡΤ και πότε στο Υπουργείο Πολιτισμού, εννοώντας να επιβάλω τις απόψεις μου με δημοκρατικές διαδικασίες. Και οι δύο όμως τούτοι οργανισμοί σαθροί και διαβρωμένοι από τη γέννησή τους κατάφεραν να αντισταθούν επιτυχώς και, καθώς λεν, να με νικήσουν «κατά κράτος». Παρ' όλα αυτά, μέσα σε τούτον τον καιρό γεννήθηκε το Τρίτο κι επιβλήθηκε στη χώρα.

Καταστάλαγμα του βίου μου μέχρι στιγμής είναι:

Αδιαφορώ για την δόξα. Με φυλακίζει μες στα πλαίσια που καθορίζει εκείνη κι όχι εγώ.
Πιστεύω στο τραγούδι που μας αποκαλύπτει και μας εκφράζει εκ βαθέων, κι όχι σ' αυτό που κολακεύει τις επιπόλαιες και βιαίως αποκτηθείσες συνήθειές μας.
Περιφρονώ αυτούς που δεν στοχεύουν στην αναθεώρηση και στην πνευματική νεότητα, τους εύκολα «επώνυμους» πολιτικούς και καλλιτέχνες, τους εφησυχασμένους συνομήλικους, την σκοτεινή και ύποπτη δημοσιογραφία καθώς και την κάθε λογής χυδαιότητα.

Έτσι κατάφερα να ολοκληρώσω την τραυματισμένη από την παιδική μου ηλικία προσωπικότητα, καταλήγοντας να πουλώ «λαχεία στον ουρανό» και προκαλώντας τον σεβασμό των νεωτέρων μου μια και παρέμεινα ένας γνήσιος Έλληνας και Μεγάλος Ερωτικός.

Μάνος Χατζιδάκις
Νοέμβριος 1980 - Μάρτιος 1981

Πηγή: hadjidakis.gr (Διατηρήθηκε η ορθογραφία του πρωτοτύπου)




















Δείτε επίσης – See also

Monday, May 18, 2015

William Walton: Symphony No.1 in B flat minor – Gothenburg Symphony Orchestra, Alexander Shelley

Τη Συμφωνία αρ. 1 σε Σι ύφεση ελάσσονα, του Γουίλιαμ Γουόλτον, ερμηνεύει η Συμφωνική Ορχήστρα του Γκέτεμποργκ υπό τη διεύθυνση του εξαιρετικά ταλαντούχου Άγγλου αρχιμουσικού Alexander Shelley. Η συναυλία δόθηκε στο πλαίσιο του Sibelius/Nielsen Festival, στο Μέγαρο Μουσικής του Γκέτεμποργκ, στις 25 Απριλίου 2015.



Sir William Walton (1902-1983)

♪ Symphony No.1 in B flat minor (1935)

i. Allegro assai
ii. Scherzo: Presto con malizia
iii. Andante con malinconia
iv. Maestoso – Allegro, brioso ed ardentemente – Vivacissimo – Maestoso

Gothenburg Symphony Orchestra
Διευθύνει ο Alexander Shelley

Sibelius/Nielsen Festival
Gothenburg Concert Hall, April 25, 2015 (25 Απριλίου 2015)

(HD 720p)

Alexander Shelley. Photo by Torsten Hönig






















Ο Σερ Γουίλιαμ Γουόλτον γεννήθηκε στις 29 Μαρτίου 1902 στο Όλνταμ της Αγγλίας. Ξεκίνησε σπουδές στο Christ Church της Οξφόρδης, τις οποίες συνέχισε ως αυτοδίδακτος υπό την πολύτιμη καθοδήγηση προσωπικοτήτων όπως ο Άγγλος μουσικοκριτικός και μουσικολόγος Έντουαρντ Ντεντ (1876-1957) και ο Ιταλός συνθέτης και πιανίστας Φερούτσιο Μπουζόνι (1866-1924). Έγραψε πολλά έργα για ορχήστρα, δύο όπερες, μπαλέτα, μουσική δωματίου, έργα για χορωδία, καθώς επίσης και μουσική για το θέατρο και τον κινηματογράφο. Πέθανε στις 8 Μαρτίου 1983 στο νησί Ίσκια της Ιταλίας.

Sir William Walton



















See also

George Gershwin: Rhapsody in Blue & Summertime – Fazıl Say, Junge Norddeutsche Philharmonie, Alexander Shelley (HD 1080p)

Gothenburg Symphony Orchestra – All the posts

Sunday, May 17, 2015

Johann Sebastian Bach: Works for Organ, Vol.4 – Marie-Claire Alain – Organ of the St Georgenkirche, Rötha (Audio video)
















Το εκκλησιαστικό όργανο του ναού του Αγίου Γεωργίου στη Rötha, κατασκευασμένο από τον Gottfried Silbermann το 1721, εκτός από το γεγονός ότι είναι ένα από τα λίγα εναπομείναντα όργανα του φημισμένου Γερμανού κατασκευαστή, θεωρείται ως ένα αληθινό θαύμα της περιόδου του Μπαρόκ. Πολλοί διάσημοι οργανίστες έχουν παίξει σε αυτό, όπως και ο ίδιος ο Φέλιξ Μέντελσον, στη διάρκεια της επίσκεψής του στη Λειψία.


Η Marie-Claire Alain γεννήθηκε στις 10 Αυγούστου 1926 στο Saint-Germain-en-Laye (ένα από τα πιο εύπορα προάστια του Παρισιού). Ο πατέρας της, Albert, όπως και οι δυο αδελφοί της, Jehan και Olivier ήταν επίσης οργανίστες. Ξεκίνησε να βοηθάει τον πατέρα της όταν εκείνος έπαιζε όργανο στην εκκλησία της ενορίας, στην ηλικία των έντεκα. Στο Ωδείο του Παρισιού, όπου τιμήθηκε με τέσσερα βραβεία, σπούδασε με τον Marcel Dupré, τον Maurice Duruflé και αργότερα με τον Gaston Litaize. Στον διεθνή μουσικό διαγωνισμό στη Γενεύη, το 1950, κέρδισε το δεύτερο βραβείο για εκκλησιαστικό όργανο. Δίδαξε στο Ωδείο της πόλης Rueil-Malmaison και κατόπιν στο Ωδείο του Παρισιού. Στους μαθητές της περιλαμβάνονται οι περισσότεροι από τους μετέπειτα μεγάλους οργανίστες, όπως οι Cherry Rhodes, James M. Higdon Jr, George C. Baker, Robert Bates, Diane Bish, Guy Bovet, James David Christie, Monique Gendron, Gerre Hancock, Marcus Huxley, Wolfgang Karius, Jon Laukvik, Michael Matthes, Daniel Roth, Wolfgang Rübsam, Helga Schauerte, Dong-ill Shin, Martin Strohhäcker, Thomas Trotter, Kenneth Weir, Fritz Werner, Zsuzsa Elekes και άλλοι. Η Marie-Claire Alain είναι η οργανίστα με τις περισσότερες ηχογραφήσεις στην καριέρα της (περισσότερες από 260). Μεταξύ αυτών υπάρχουν τρεις καταγραφές όλων των έργων για όργανο του Μπαχ. Η τελευταία (απ' όπου και η παρούσα ηχογράφηση), περιλαμβάνει εγγραφές από το 1985 μέχρι το 1993. Μετά το θάνατο του πατέρα της, το 1971, τον διαδέχθηκε στον ενοριακό ναό του Saint-Germain-en-Laye, όπου και υπηρέτησε ως οργανίστα επί σαράντα χρόνια. Παντρεύτηκε τον Jacques Gommier, το 1950, με τον οποίο απέκτησαν ένα γιο, τον Benoît και μία κόρη, την Aurélie. Ο σύζυγός της πέθανε το 1992. Μετά το θάνατο του γιου της το 2010, κατέρρευσε ψυχολογικά και αποσύρθηκε σε έναν οίκο ευγηρίας στο Pecq, ένα από τα δυτικά προάστια του Παρισιού, όπου στις 26 Φεβρουαρίου 2013 πέθανε σε ηλικία 86 ετών.

Ο Gottfried Silbermann γεννήθηκε στις 14 Ιανουαρίου 1683 στην Kleinbobritzsch (σήμερα αποτελεί μία συνοικία της μικρής πόλης Frauenstein στη Σαξονία) και ήταν ο μικρότερος γιος του ξυλουργού Michael Silbermann. Η οικογένειά του εγκαταστάθηκε στην Frauenstein το 1685, όπου εκείνος έμαθε ξυλουργική. Την κατασκευή μουσικών οργάνων την έμαθε από τον αδελφό του στο Στρασβούργο, όπου εγκαταστάθηκε το 1702 και ήρθε σε επαφή με τη γαλλοαλσατική σχολή κατασκευής οργάνων, η οποία έδρευε εκεί. Επέστρεψε ως αρχιτεχνίτης στη Σαξονία το 1710, όπου ένα χρόνο αργότερα άνοιξε δικό του εργαστήριο οργάνων στο Freiberg, αναλαμβάνοντας ταυτόχρονα και την κατασκευή του εκκλησιαστικού οργάνου για τον καθεδρικό ναό της πόλης. Το όργανο αυτό ολοκληρώθηκε το 1714 και θεωρείται το σπουδαιότερο έργο του. Στη ζωή του κέρδισε πολλές τιμές και απέκτησε ασυνήθιστα μεγάλο πλούτο για την εποχή του. Πέθανε στη Δρέσδη στις 4 Αυγούστου 1753, πιθανότατα από δηλητηρίαση από το κράμα κασσίτερου-μολύβδου με το οποίο δούλευε, ενώ κατασκεύαζε το όργανο στον καθεδρικό ναό (Hofkirche) της πόλης.

Η πόλη Rötha βρίσκεται στο κρατίδιο της Σαξονίας, 16 χιλιόμετρα νότια της Λειψίας, στη Γερμανία. Ο ρωμανικού ρυθμού ναός του Αγίου Γεωργίου στη Rötha χτίστηκε το 1140. Παρά το γεγονός ότι αρχικά είχε σχεδιαστεί να διαθέτει δύο πύργους, μόνον ο βόρειος πύργος ολοκληρώθηκε τελικά. Το 1510 το ερειπωμένο ρωμανικό ιερό κατεδαφίστηκε και αντικαταστάθηκε από άλλο, ύστερου γοτθικού ρυθμού. Τα αυθεντικά έργα ζωγραφικής που κοσμούσαν το εσωτερικό του ναού αποκαλύφθηκαν κατά τη διάρκεια της ανακαίνισής του το 1970. Το διάσημο εκκλησιαστικό όργανο του Gottfried Silbermann εγκαταστάθηκε στον ναό το 1721, όταν το παλιό όργανο που υπήρχε, παρά τις πολλές απόπειρες να επισκευαστεί, δεν μπορούσε πλέον να χρησιμοποιηθεί. Ο ναός ανακαινίστηκε πάλι το 2004, ωστόσο, καθώς διαπιστώθηκε ότι η φθορά ήταν πολύ μεγαλύτερη από αυτήν που είχε αρχικά υπολογιστεί, μόνο ένα τμήμα του ναού στάθηκε τελικά δυνατόν να αποκατασταθεί.



Johann Sebastian Bach (1685-1750)

Works for Organ, Vol. 4


i. Prelude & Fugue in E minor, BWV 533 [00:00]*


"Chorale Preludes"

ii. Nun freut euch, lieben Christen gmein, BWV 734 [05:02]
iii. Liebster Jesu, wir sind hier, BWV 730 [06:59]
iv. Liebster Jesu, wir sind hier, BWV 731 [08:46]
v. In dulci jubilo, BWV 729 [11:07]
vi. Herzlich tut mich verlangen, BWV 727 [13:20]

vii. Prelude & Fugue in C major, BWV 531 [15:44]


"Chorale Preludes"

viii. Herr Jesu Christ, dich zu uns wend, BWV 726 [22:12]
ix. Allein Gott in der Höh sei Ehr, BWV 711 [23:13]
x. Allein Gott in der Höh sei Ehr, BWV 715 [25:56]
xi. Fuga super: Allein Gott in der Höh sei Ehr, BWV 716 [27:44]
xii. Allein Gott in der Höh sei Ehr, BWV 717 [29:57]
xiii. Christ lag in Todes banden, BWV 718 [32:42]
xiv. Ach Gott und Herr, BWV 714 [37:26]

xv. Fantasia & Imitation in B minor, BWV 563 [38:47]


"Chorale Preludes"

xvi. Gelobet siest du, Jesu Christ, BWV 722 [43:00]
xvii. Gottes Sohn ist kommen, BWV 724 [44:25]
xviii. Jesus, meine Zuversicht, BWV 728 [45:55]
xix. Lobt Gott, ihr Christen, allzugleich, BWV 732 [48:00]
xx. Vater unser im Himmelreich, BWV 737 [49:16]
xxi. Vom Himmel hoch, da komm ich her, BWV 738 [52:01]
xxii. Wie schön leuchtet uns der Morgenstern, BWV 739 [53:19]
xxiii. Wir glauben all an einen Gott, Schöpfer, BWV 765 [57:44]
xxiv. Herr Gott, dich loben wir, BWV 725 [01:02:09]

Marie-Claire Alain (1926-2013)


Organ of the St Georgenkirche, Rötha

(Gottfried Silbermann, built 1721)

St Georgenkirche, Rötha, Germany, July 1991 
(Ιούλιος 1991)

Erato Disques, Warner Music UK Ltd


(HD 1080p – Audio video)


* Χρόνος έναρξης του κάθε κομματιού – Start time of each track






















































































St Georgenkirche, Rötha



















































Δείτε επίσης – See also

Johann Sebastian Bach: Works for Organ, Vol.3 – Marie-Claire Alain – Große Orgel, Freiberger Dom (Audio video)

Johann Sebastian Bach: Works for Organ, Vol.2 – Marie-Claire Alain – Große Orgel, Freiberger Dom (Audio video)


Johann Sebastian Bach: Works for Organ, Vol.1 – Marie-Claire Alain, Organ of the Martinikerk (Audio video)


Thursday, May 14, 2015

Richard Strauss: Ein Heldenleben (A Hero's Life) – Pittsburgh Symphony Orchestra, Manfred Honeck

«Το θέμα του έργου δεν είναι μία συγκεκριμένη ποιητική ή ιστορική φιγούρα, αλλά μάλλον μία γενική και ελεύθερη ιδέα ενός μεγάλου και ανδροπρεπούς ηρωισμού», έγραφε ο Ρίχαρντ Στράους στο πρόγραμμα της πρεμιέρας του συμφωνικού του ποιήματος «Η ζωή ενός ήρωα» τον Μάρτιο του 1899 στη Φρανκφούρτη, με την ορχήστρα Κοντσερτγκεμπάου του Άμστερνταμ υπό τη μουσική διεύθυνση του ίδιου. Παρ' όλα αυτά, το ίδιο το μουσικό περιεχόμενο του συμφωνικού ποιήματος υπαγορεύει με σαφήνεια πως ο Στράους είχε στο μυαλό του τον εαυτό του όταν το έγραφε: Τα μέρη του έργου παρακολουθούν σχεδόν με ακρίβεια βιογραφικού σημειώματος τους μέχρι τότε σημαντικούς σταθμούς της ζωής του συνθέτη. Το έργο δεν διακρίνεται βεβαίως από διάθεση στείρας έπαρσης ή εγωκεντρισμού αλλά περισσότερο από την υπερβατική νιτσεϊκή αίσθηση της διαρκούς πάλης με το Εγώ και της αντιπαράθεσής του με το εξωτερικό περιβάλλον.

Τη Συμφωνική Ορχήστρα του Πίτσμπουργκ διευθύνει ο Αυστριακός αρχιμουσικός Manfred Honeck.



Richard Strauss (1864-1949)

♪ Ein Heldenleben / A Hero's Life, Op.40 (1898)

Pittsburgh Symphony Orchestra
Διευθύνει ο Manfred Honeck

Live from Philharmonie Berlin. Opening concert of Musikfest Berlin, August 31, 2013 (31 Αυγούστου 2013)

Βίντεο υψηλής ευκρίνειας με υψηλή ποιότητα ήχου
High definition video with high quality audio

(HD 1080p)

Δημοσιεύτηκε στο Youtube για λογαριασμό του Blog: Πρόσωπα της Κλασικής Μουσικής (Faces of Classical Music)

Pittsburgh Symphony Orchestra, Manfred Honeck














Δείτε επίσης – Watch also

Leoš Janáček: Suite for string orchestra – Pittsburgh Symphony Orchestra, Manfred Honeck

Tuesday, May 12, 2015

Leoš Janáček: Suite for string orchestra – Pittsburgh Symphony Orchestra, Manfred Honeck

Υπό τη διεύθυνση του Αυστριακού αρχιμουσικού Manfred Honeck, η Συμφωνική Ορχήστρα του Πίτσμπουργκ ερμηνεύει τη «Σουίτα για έγχορδα» του μεγάλου Τσέχου συνθέτη Λέος Γιάνατσεκ. Το έργο παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στις 2 Δεκεμβρίου 1877, υπό τη διεύθυνση του συνθέτη.



Leoš Janáček (1854-1928)

♪ Suite for string orchestra, JW 6/2 (1877)

i. Moderato
ii. Adagio
iii. Andante con moto
iv. Presto – Andante – Presto
v. Adagio
vi. Andante

Pittsburgh Symphony Orchestra
Διευθύνει ο Manfred Honeck

Live from Philharmonie Berlin. Opening concert of Musikfest Berlin, August 31, 2013 (31 Αυγούστου 2013)

Βίντεο υψηλής ευκρίνειας με υψηλή ποιότητα ήχου
High definition video with high quality audio

(HD 1080p)

Δημοσιεύτηκε στο Youtube για λογαριασμό του Blog: Πρόσωπα της Κλασικής Μουσικής (Faces of Classical Music)

Pittsburgh Symphony Orchestra, Manfred Honeck














Leoš Janáček, 1882
Ο Λέος Γιάνατσεκ γεννήθηκε στις 3 Ιουλίου 1854 στην πόλη Hukvaldy της Μοραβίας (τότε μέρος της Αυστριακής Αυτοκρατορίας) και πέθανε στις 12 Αυγούστου 1928. Σπούδασε μουσική στο Μπρνο (1865-1872) και συνέχισε τις σπουδές του το 1875 στη Σχολή Εκκλησιαστικού Οργάνου της Πράγας. Μετεκπαιδεύτηκε έπειτα στα ωδεία της Λειψίας και της Βιένης, και το 1881 γύρισε στην πατρίδα του και ίδρυσε στο Μπρνο σχολή διδασκαλίας εκκλησιαστικού οργάνου. Την περίοδο 1881-1888 διετέλεσε διευθυντής της φιλαρμονικής της Τσεχίας και ταυτόχρονα έγραφε για μουσικά θέματα στην εφημερίδα Χουντέμπνι Λίστι. Διετέλεσε επίσης πρόεδρος της Λέσχης Μουσικοσυνθετών της Μοραβίας. Το όνομά του έχει δοθεί στην Όπερα και στην Ακαδημία Εικαστικών Τεχνών του Μπρνο.


Ο Γιάνατσεκ διασκεύασε έργα μουσικής λαογραφίας, δημιουργώντας ένα ιδιαίτερο τσεχικό φωνητικό ύφος. Προσπάθησε επίσης να απαλλάξει την τσεχική μουσική από την επίδραση του γερμανικού ρομαντισμού, προτιμώντας τον ρεαλισμό της ρωσικής μουσικής παράδοσης και της γαλλικής μουσικής του τέλους του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα. Στα περισσότερα έργα του, άλλωστε, έχει βασιστεί σε ρωσικά θέματα. Τα κυριότερα από αυτά είναι το Τρίo για πιάνο και το Κουαρτέτο για έγχορδα. Η συμφωνική ραψωδία του, «Ταράς Μπούλμπα» είναι εμπνευσμένη από το ομώνυμο πεζογράφημα του Νικολάι Γκόγκολ (1918). Ρωσικής υπόθεσης είναι και το μελόδραμά του «Κάτια Καμπάνοβα» (1921).



Δείτε επίσης – Watch also

Richard Strauss: Ein Heldenleben (A Hero's Life) – Pittsburgh Symphony Orchestra, Manfred Honeck

Sunday, May 10, 2015

Jean Sibelius: Violin Concerto in D minor – Joshua Bell, Oslo Philharmonic Orcestra, Vasily Petrenko (HD 1080p)

















Joshua Bell plays and Vasily Petrenko conducts the Oslo Philharmonic Orcestra in Jean Sibelius' Violin Concerto in D minor, Op.47. Recorded at Oslo konserthus, on November 24, 2011.



Λυρικό αλλά και στοχαστικό, το Κοντσέρτο για βιολί σε Ρε ελάσσονα, έργο 47, του Γιαν Σιμπέλιους είναι ένα από τα κορυφαία έργα του μεγάλου Φινλανδού συνθέτη. Παρουσιάστηκε για πρώτη φορά το 1905 με μαέστρο τον Ρίχαρντ Στράους.

Ο Τζόσουα Μπελ ερμηνεύει με αβίαστη δεξιοτεχνία που αγγίζει την τελειότητα. Τη Φιλαρμονική Ορχήστρα του Όσλο διευθύνει ο ταλαντούχος Ρώσος αρχιμουσικός Vasily Petrenko. Η συναυλία δόθηκε στο Μέγαρο Μουσικής του Όσλο, στις 24 Νοεμβρίου 2011.



Jean Sibelius (1865-1957)

♪ Violin Concerto in D minor, Op.47 (1904)

i. Allegro moderato
ii. Adagio di molto
iii. Allegro, ma non tanto

Joshua Bell, violin

Oslo Philharmonic Orcestra
Conductor: Vasily Petrenko

Oslo konserthus, November 24, 2011

(HD 1080p)

First publication: May 10, 2015 / Πρώτη δημοσίευση: 10 Μαΐου 2015
Last update: January 17, 2017 / Τελευταία ενημέρωση: 17 Ιανουαρίου 2017


Vasily Petrenko conducts the Oslo Philharmonic Orchestra














The Violin Concerto is not the only work Finland's Sibelius wrote for solo violin with orchestra; he wrote a variety of excellent, shorter works including Two Serenades (1913) and Six Humoresques (1917). But the concerto is certainly the most ambitious of all these works. Despite the early enthusiasm of a few violinists – notably Maud Powell, who was the soloist in the American premiere with the New York Philharmonic in 1906 and repeated the work several times on a transcontinental tour – the concerto was slow to catch on with audiences. Not until Jascha Heifetz took up the work and recorded it in the 1930s did the concerto become what it is today, one of the most popular of the national Romantic concerto repertory.

Sibelius was himself a fine violinist. He took up studying the instrument at 15 with his hometown's military bandmaster, and shortly thereafter was taking part in chamber music performances and playing in his school's orchestra. He felt he had taken up the violin too late in life to become a true virtuoso, but he brought his intimate knowledge of the instrument to bear on this, his only concerto, which he completed in 1903. The soloist at the first performance was to be the composer's friend Willy Burmeister. But when scheduling difficulties intervened, Viktor Novacek was given the honor of premiering the work in Helsinki on February 8, 1904, with Sibelius himself conducting. After this indifferently received performance, Sibelius withdrew the work for revision. Ultimately, the work was shortened, including the excision of one solo cadenza, and featured a brighter orchestral sound. The first performance of the revised score took place on October 19, 1905 in Berlin, with Richard Strauss conducting and Karl Halir, a member of Joseph Joachim's quartet, as soloist.

Sibelius had a less than high regard for virtuoso violinists or for many of the works written for them. In his concerto, he manages to strike an ideal balance between instrumental brilliance and the more purely musical, structural, and emotional values. At one point he gave a pupil some advice about writing concertos, saying that one should be aware of the audience's patience (and the stupidity of many soloists!) and avoid long, purely orchestral passages. He certainly took his own advice, as the violinist takes up the expressive main theme of the first movement in the fourth bar, and rarely relinquishes center stage for the remainder of the concerto's half-hour duration.

The opening movement, cast in first-movement sonata form, contrasts passages of restraint and melancholy with passages of great force and intensity. One unusual feature is the mid-movement cadenza for the soloist, which shares some qualities with like passages in the great virtuoso concertos of the nineteenth century, but is more substantial and more fully integrated into the overall form of the piece. Wind duets start the slow second movement, after which the soloist takes up the lush, almost Tchaikovskian main melody. Later in the movement the violinist is called on to play a fiendish two-part counterpoint. This is but one of the numerous technical hurdles the soloist must conquer in this work; many more arise in the brilliant, dance-like third movement, with its insistent rhythm and the folk-like cast of its melodies. The excitement and momentum carry through to the very end of the work.

Source: Chris Morrison (allmusic.com)


With a career spanning more than 30 years as a soloist, chamber musician, recording artist and conductor, Joshua Bell is one of the most celebrated violinists of his era. An exclusive Sony Classical artist, Bell has recorded more than 40 CDs garnering Grammy, Mercury, Gramophone and Echo Klassik awards and is recipient of the Avery Fisher Prize. Named the Music Director of the Academy of St. Martin in the Fields in 2011, he is the only person to hold this post since Sir Neville Marriner formed the orchestra in 1958. In September 2016, Sony Classical releases Bell's newest album, For the Love of Brahms, with the Academy of St. Martin in the Fields, cellist Steven Isserlis and pianist Jeremy Denk.

Bell has collaborated with countless artists in and outside the classical arena and performed on television shows including the Grammy Awards, numerous Live from Lincoln Center specials and on movie soundtracks including the Oscar-winning film, The Red Violin. Bell received his first violin at age four and at 14 performed with Riccardo Muti and the Philadelphia Orchestra, followed by his Carnegie Hall debut at 17. Perhaps the event that most transformed his reputation from "musician's musician" to "household name" was his incognito performance in a Washington, D.C. subway station in 2007 for a Washington Post article which thoughtfully examined art and context. The cover story earned writer Gene Weingarten a Pulitzer Prize and sparked an international firestorm of discussion which continues to this day.

Convinced of the value of music as both a diplomatic and educational tool, Bell is a member of President Obama's Committee on the Arts and the Humanities and in April 2016, he participated in the U.S. government's inaugural cultural mission to Cuba. He is involved in Turnaround Arts, a signature program of the President's Committee on the Arts and Humanities led by Michelle Obama, providing arts education to low-performing elementary and middle schools.

Bell's 2016/17 season includes season-opening appearances with the Atlanta Symphony and Minnesota Orchestra and performances with the New York Philharmonic under Alan Gilbert, Los Angeles Philharmonic under Gustavo Dudamel, plus the symphony orchestras of San Francisco, Seattle, Montreal and the National Arts Centre Orchestra. Abroad he performs with the Vienna Philharmonic, Leipzig Gewandhaus Orchestra, Frankfurt Radio Symphony and Czech Philharmonic. He embarks on four international orchestral tours: To the U.K., Benelux, Germany and Australia with the Academy of St. Martin in the Fields; to Switzerland with the Verbier Festival Chamber Orchestra; to Austria, Germany, Italy and Sweden with the Swedish Radio Symphony under Daniel Harding; and to Korea and Japan with the Orchestra de Paris also with Harding. He makes recital appearances throughout North America with his recital partners Alessio Bax including at Lincoln Center and with Sam Haywood in a West coast tour.

A highlight of the season features Bell in a week-long residency in Washington, D.C., where he will serve as 2016-2017 Artist-in- Residence at the Kennedy Center and National Symphony Orchestra. Performing and collaborating across artistic and educational mediums, Bell will explore the depths of artistic possibilities examining synergies between music, dance, the culinary arts, literature, education, and technology. Featured events will include an evening with Gourmet Symphony, a collaboration with Brooklyn's Dance Heginbotham, a recital with literature celebrating John F. Kennedy's Centennial, and a world premiere co-commission from Anne Dudley in a family concert based on the bestselling children’s book The Man with the Violin, inspired by Bell's incognito 2007 D.C. Metro performance.

Bell performs on the 1713 Huberman Stradivarius violin.

Source: joshuabell.com

















Γεννημένος στο Μπλούμινγκτον της Ιντιάνα το 1967, ο Τζόσουα Μπελ είναι ένας εκθαμβωτικός βιρτουόζος που συνδυάζει ιδανικά άψογη τεχνική και απόλυτη μουσικότητα.

Στα τέσσερα χρόνια του είχε ήδη πιάσει το δοξάρι στα χέρια του, στα δεκατέσσερα μοιράστηκε τη σκηνή μαζί με την ξακουστή Ορχήστρα της Φιλαδέλφειας, στα είκοσι έξι του απέκτησε το πρώτο βραβείο Γκράμι. Το 1985 το Κάρνεγκι Χολ της Νέας Υόρκης «υποκλίθηκε» στο μεγαλείο του και η εμφάνισή του αυτή ουσιαστικά ήταν η αρχή μιας σειράς συναυλιών και εμφανίσεων ανά τον κόσμο.


«Ο Αμερικανός βιολονίστας με την εμφάνιση κινηματογραφικού αστέρα έχει αναδειχθεί σε έναν από τους πλέον κορυφαίους μουσικούς της γενιάς του, του οποίου οι μουσικές εκτελέσεις μπορούν κάλλιστα να συγκριθούν με εκείνες μουσικών διπλάσιας ηλικίας», υποστήριξε πριν από χρόνια η κορυφαία εφημερίδα της Αμερικής "Washington Post" εκθειάζοντας τον τότε ταλαντούχο και ανερχόμενο μουσικό. Μάλιστα η εν λόγω εφημερίδα είχε από καιρό διακρίνει τις δυνατότητες του Μπελ, γι' αυτό και όταν χρειάστηκε τη «βοήθειά» του δεν δίστασε να του προτείνει συνεργασία! Ο Τζόσουα Μπελ έγινε για λίγο ο πρωταγωνιστής ενός ενδιαφέροντος «πειράματος» του οποίου «ηγείτο» ο αρθρογράφος της εφημερίδας, Τζιν Γουαϊνγκάρτεν. Στο πλαίσιο αυτού του πειράματος, ο διάσημος μουσικός «πέταξε» τα λαμπερά και επώνυμα κοστούμια του, φόρεσε για λίγο ένα καπέλο τζόκεϊ και κατέβηκε στις αποβάθρες του μετρό στην Ουάσινγκτον. Εκεί για μία ώρα σχεδόν, έπαιζε μουσική με το βιολί του, ενώ μια κρυμμένη κάμερα παρακολουθούσε τις κινήσεις των περαστικών. Συνολικά 1.097 άνθρωποι πέρασαν από δίπλα του, επτά μπήκαν στον κόπο να σταματήσουν για να τον ακούσουν και τελικά μόνον ένας τον αναγνώρισε. Το ποσόν που κατάφερε να συγκεντρώσει ως «καλλιτέχνης του δρόμου» ήταν μόλις 32 δολάρια. Ωστόσο το άρθρο του Γουαϊνγκάρτεν εκείνη τη χρονιά, το 2008, κέρδισε το Βραβείο Πουλιτζερ! Όπως ήταν φυσικό, αυτή η ιστορία έκανε τον γύρο του κόσμου. «Όταν κατά τη διάρκεια μιας περιοδείας μου βρέθηκα στη Χιλή και έτυχε να αρρωστήσω, συνειδητοποίησα ότι την ιστορία με το μετρό γνώριζε ακόμη και ο γιατρός που με περιέθαλψε», είχε δηλώσει σε παλαιότερη συνέντευξη του ο Μπελ.


Όσο για το περίφημο και σπάνιο Στραντιβάριους που έχει μαζί του σε κάθε συναυλία, πρόκειται για ένα μοναδικό βιολί 300 ετών, αξίας 3.500.000 δολαρίων, το οποίο κατασκευάστηκε τη «χρυσή περίοδο» του διάσημου δημιουργού του στην Κρεμόνα.

















See also / Δείτε επίσης

Johannes Brahms: Piano Trio in B major – Marc-André Hamelin, Joshua Bell, Steven Isserlis

Jean Sibelius: Violin Concerto in D minor – Ray Chen, Gothenburg Symphony Orchestra, Kent Nagano

Haik Kazazyan plays Jean Sibelius: Violin Concerto in D minor, & Pyotr Ilyich Tchaikovsky: Violin Concerto in D major – Moscow Philharmonic Orchestra, Yuri Simonov – XV International Tchaikovsky Competition, 2015, Violin / Final Round

Yu-Chien Tseng plays Jean Sibelius: Violin Concerto in D minor, & Pyotr Ilyich Tchaikovsky: Violin Concerto in D major – Moscow Philharmonic Orchestra, Yuri Simonov – XV International Tchaikovsky Competition, 2015, Violin / Final Round