Sergei Redkin

Sergei Redkin
Sergei Redkin (b. 1991), pianist – Third Prize (XV International Tchaikovsky Competition, 2015)

Wednesday, June 10, 2015

Ernest Chausson: Symphony in B flat major – NHK Symphony Orchestra, Jean Fournet

Ernest Chausson (20/01/1855 - 10/06/1899)

117η επέτειος από το θάνατό του – 117th anniversary of his death

Η Συμφωνία σε Σι ύφεση μείζονα, έργο 20, είναι η μοναδική Συμφωνία που έγραψε ο Ερνέστ Σωσόν και συχνά θεωρείται το αριστούργημά του. Ήταν αφιερωμένη στον Γάλλο ζωγράφο και συλλέκτη έργων τέχνης, Henry Lerolle.

Η πρώτη κίνηση, έχοντας τη μορφή σονάτας, ξεκινάει αργά και δραματικά εισάγοντας το κύριο θέμα το οποίο, αφού οδηγηθεί σε μιαν αγωνιώδη κορύφωση, συνεχίζεται γρήγορο και σχεδόν χαρούμενο. Το δεύτερο θέμα, πιο χαλαρό, ακολουθείται από μια ξαφνική ένταση ενώ το πρώτο θέμα επαναδιατυπώνεται και η πρώτη κίνηση κλείνει θριαμβευτικά. Η δεύτερη κίνηση φέρνει στον νου τα τραγούδια του Σωσόν. Η απειλητική έναρξη φέρνει ένα δεύτερο θέμα πιο αισιόδοξο που οδηγεί σε μια μάλλον τολμηρή επαναδιατύπωση του κύριου θέματος της πρώτης κίνησης. Η θυελλώδης έναρξη του τρίτου μέρους της Συμφωνίας, με τα έγχορδα και τα πνευστά να εναλλάσσονται αμείλικτα, παραχωρεί τον επίλογο του έργου στο επόμενο θέμα που, συγκινώντας με τη μελωδία του, κορυφώνεται δραματικά και σβήνει.

Το έργο έχει γραφτεί για έγχορδα, τρία φλάουτα (συμπεριλαμβανομένου ενός πίκολο), δύο όμποε, αγγλικό κόρνο, δύο κλαρινέτα, μπάσο κλαρινέτο, τρία φαγκότα, τέσσερα κόρνα, τέσσερεις τρομπέτες, τρία τρομπόνια, τούμπα, δύο άρπες και τύμπανα.

Τη Συμφωνική Ορχήστρα του Ραδιοφωνικού Ιδρύματος της Ιαπωνίας διευθύνει ο μεγάλος Γάλλος μαέστρος Ζαν Φουρνέ.

Ernest Chausson's Symphony in B flat major, Op.20, his only symphony, was written in 1890 and is often considered his masterpiece. It was first performed on 18 April 1891 at a concert of the Société Nationale de Musique conducted by the composer. As with César Franck's Symphony in D minor, the critics were divided. It was dedicated to the French painter and art collector Henry Lerolle.

The score calls for 2 flutes, piccolo, 2 oboes, cor anglais, 2 clarinets in B flat, bass clarinet, 3 bassoons, 4 horns in F, 4 trumpets, 3 trombones, tuba, timpani, 2 harps and strings.

The symphony follows the 3-movement form as established by Chausson's teacher and mentor César Franck, it also employs the cyclic form of recurring themes.

The first movement (Lent – Allegro vivo) follows a personal adaptation of sonata-form, dividing the development section into several sections, with a highly dramatic slow introduction, introducing the solemn main theme of the symphony. It slowly builds to an anguished climax only to be followed by a very swift and light-hearted allegro vivo in the key of B flat major. The second subject is more relaxed and harmonised in chromatic-impressionistic chords. After a sudden heightening tension the Allegro Vivo theme is restated and the movement closes triumphantly.

The second movement (Très lent) is an A-B-A structure and brings in mind Chausson's songs. It begins darkly in the key of D minor. The second subject, in B flat, is more optimistic. This builds up in a double climax, the second being a rather bold restatement of the first subject.The movement ends in D major. The third movement (Animé) is a rondo structure supplemented by an epilogue, not unlike the finale in Franck's Symphony in D minor. The beginning is rather tempestuous, expressed in swift 16th figures alternating inexorably between strings and woodwind. The second theme is a brass chorale, reminiscent of Franck. The conclusion of the symphony is undoubtedly the most moving of all with the theme of the first movement stealing in and fading away in the end.


Ernest Chausson (1855-1899)

♪ Symphony in B flat major, Op.20 (1890)

NHK Symphony Orchestra, Tokyo
Μουσική διεύθυνση (Conductor): Jean Fournet (1913-2008)

i. Lent  Allegro vivo

ii. Très lent

iii. Animé – Très animé

Παραγωγή video: γύρω στα 1980 / Video production: around 1980

(HD 720p)

Πρώτη δημοσίευση: 10 Ιουνίου 2015 – First publication: June 10, 2015
Τελευταία ενημέρωση: 10 Ιουνίου 2016 – Last update: June 10, 2016

Ernest Chausson (1855-1899),
photograph by Guy & Mockel, Paris, ca. 1897,
Bibliothèque nationale de France
Ο Ερνέστ Σωσόν γεννήθηκε στο Παρίσι στις 20 Ιανουαρίου 1855 και πέθανε στις 10 Ιουνίου 1899, σαράντα τεσσάρων μόλις χρόνων, μετά από ένα ατύχημα που είχε με το ποδήλατό του ενώ διέμενε στο καταφύγιο Château de Mioussets στην κοινότητα Limay, στα δυτικά προάστια του Παρισιού.

Ο Σωσόν θεωρείται πρόδρομος του εξπρεσιονισμού. Το μουσικό ύφος του χαρακτηρίζεται από χάρη και λεπτότητα. Προώθησε τη γαλλική μουσική δημιουργία μέσω της θέσης του γραμματέα της Société Nationale de Musique και βοήθησε να ανατείλει το άστρο του γαλλικού ιμπρεσιονισμού. Η μουσική του είναι παθιασμένη και ερωτική, αμφιταλαντευόμενη μεταξύ του βαγκνερικού ρομαντισμού και του αισθησιασμού του Ντεμπυσσύ. Η Συμφωνία σε Σι ύφεση μείζονα πραγματεύεται τον αγώνα για ζωή και τη νίκη του φωτός έναντι του σκότους και είναι το αριστούργημα της σύντομης, λόγω του πρόωρου χαμού του, καριέρας του.

Ο Ερνέστ Σωσόν σπούδασε νομικά αλλά από το 1880 και μετά αφοσιώθηκε στη μουσική. Υπήρξε μαθητής του Σεζάρ Φρανκ (1822-1890). Διετέλεσε γραμματέας της Εθνικής Μουσικής Εταιρείας του Παρισιού. Κυριότερα έργα του είναι «Οι ιδιοτροπίες της Μαριάννας», «Ο βεδικός ύμνος», «Το ποίημα του έρωτα και της θάλασσας», «Το αιώνιο τραγούδι», και «Ο θρύλος της Αγίας Καικιλίας». Μελοποίησε και στίχους Γάλλων ποιητών, μεταξύ άλλων και του Πολ Βερλαίν (1844-1896).

If Marcel Proust had written music, it might have sounded something like Ernest Chausson's: intensely passionate, yet rarely given to grand gestures. The effectiveness of Chausson's ardent, even erotic, musical language derives largely from the slithery chromatic style the composer inherited from his most important teacher, César Franck. Not a prolific composer, Chausson died in 1899, at the age of 44, from injuries sustained in a bicycle accident. Chausson's death silenced the most distinctive voice in French music in the generation immediately preceding Debussy's; indeed, Chausson's music forms an elegant, if swaying, bridge between Franck's lush, Wagnerian Romanticism and the sensuous Impressionist language of Debussy. Chausson came from a well-to-do family; in fact, comfortable circumstances throughout his entire life made it unnecessary for him to pursue a living as a musician. Although interested in music from a young age, Chausson pursued law studies at his father's behest. In 1877, he was sworn in as a lawyer in Paris; in the same year, he wrote his first work, the unpublished song Lilas. The impulse to devote himself to composition was sparked in 1879, when he attended a performance of Wagner's Tristan und Isolde in Munich and met there the sometime Wagner disciple Vincent d'Indy. Chausson entered the Paris Conservatory in the following year and began studies with Jules Massenet; his formal musical education was rounded out by private study with Franck. Chausson's talent flowered in short order; a number of even his earliest published works – especially the song set Seven Melodies, Op.2 (1879-1882) – have long been regarded as small masterpieces. As secretary of the Société Nationale de Musique (an organization founded by Saint-Saëns and others to promote the performance of French instrumental music) from 1886, Chausson became a full-fledged member of the Parisian musical community. His salon became a regular meeting place for literary and musical notables includeing Mallarmé, Debussy, Albéniz, pianist Alfred Cortot, and violinist/composer Eugène Ysaÿe. A prolific composer of songs, Chausson also composed works for voice and orchestra, choral music, and several operas. He is best known, however, for his chamber music – especially the Concerto for piano, violin, and string quartet, Op. 21 (1889-1891), and the Piano Quartet, Op.30 (1897) – and for imaginative orchestral works like the Symphony in B flat major, Op.20 (1889-1890), and the Poème for violin and orchestra, Op.25 (1896).

Source: Rovi Staff (

Jean Fournet (1913-2008)
Ο Ζαν Φουρνέ γεννήθηκε στη Ρουέν της Γαλλίας στις 14 Απριλίου 1913 και πέθανε στην πόλη Βίισπ της Ολλανδίας στις 3 Νοεμβρίου 2008. Υπήρξε ένας από τους μεγαλύτερους διευθυντές ορχήστρας. Το ντεμπούτο του με την Ορχήστρα Κοντσερτγκεμπάου του Άμστερνταμ ήταν το 1950. Διετέλεσε μουσικός διευθυντής της Φιλαρμονικής Ορχήστρας του Ρότερνταμ (1968-1973), όπως και της νεοσυσταθείσας Orchestre National de l’Ile de France (1973-1982). Ήταν ο μαέστρος της Tokyo Metropolitan Symphony Orchestra (1983-1986) – του δόθηκε ο τίτλος Επίτιμος Μαέστρος το 1989, και μέχρι το θάνατό του το 2008, τιμήθηκε και πάλι, με τον τίτλο του Μόνιμου Επίτιμου Μαέστρου. Το ντεμπούτο του με τη Λυρική Όπερα του Σικάγου ήταν το 1965, με τα Carmina Burana και L'heure espagnole, και το ντεμπούτο του με τη Metropolitan Opera της Νέας Υόρκης ήταν στις 28 Μαρτίου 1987, όπου διηύθυνε την όπερα του Καμίγ Σαιν-Σανς «Σαμψών και Δαλιδά». Ο Φουρνέ ήταν επίσης πρόεδρος της κριτικής επιτροπής του Besançon International Conductor's Competition για πολλά χρόνια.

Methodical, unflappable (he is said to have seldom raised his voice), and subtle in the ways of the French repertory, Jean Fournet saw his career extend over an extraordinarily long period. After having established himself in his native country, he proved a welcome addition to opera companies in America, where the French style had become something of a lost art. Beyond stage work, he proved, both early and late, a persuasive interpreter of the French symphonic literature. After studies at the Paris Conservatoire, Fournet made his debut in his native city in 1936; two years later, he was engaged by Rouen on a permanent basis. In 1940, he moved to Marseilles and, beginning in 1944, presided over the Paris Opéra-Comique as music director, simultaneously offering instruction in the art of conducting at the École Normale. In the 1950s, he was involved in several recording projects that enhanced his reputation considerably, notably his Fauré Requiem and a lightly turned Les Pêcheurs de perles. Two further appointments awaited him in Europe before he turned to a regimen of guest conducting: in 1961 he became conductor of the Netherlands Radio Symphony, and from 1968 to 1973, he served as artistic director of the Rotterdam Philharmonic Orchestra. Fournet made his American opera debut with the Chicago Lyric Opera in 1965 directing a double bill consisting of a staged Carmina Burana and Ravel's magical L'heure espagnole, the latter with Teresa Berganza, Alfredo Kraus, and Sesto Bruscantini. The conductor impressed immediately as one who could imprint elegance and respect for French style on his casts. His success led to further assignments, each helping reestablish the French wing in a city that had known great French artists in decades past. Among the productions were Les Pêcheurs de perles in 1966, another double bill (Le Rossignol and Oedipus Rex) in 1968, Werther in 1971, Pelléas et Mélisande in 1972, Manon in 1973, and Don Quichotte in 1974. In 1987, Fournet made his Metropolitan Opera debut conducting a production of Samson et Dalila. In addition to a number of orchestral discs, Fournet recorded the aforementioned Les Pêcheurs de perles for Philips with Léopold Simoneau and Pierrette Alarie, still unsurpassed. Fournet's Fauré and Berlioz Requiems are also impressive, likewise his 1973 Chicago Manon with Kraus and Zylis-Gara.

Source: Erik Eriksson (

No comments:

Post a Comment