Christian Thielemann

Christian Thielemann

Friday, July 03, 2015

Mikis Theodorakis: The Ballad of Mauthausen & Farantouri's Cycle – Maria Farantouri, Mikis Theodorakis (Audio video)

ΝΤΡΟΠΗ! ΑΥΤΟ ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ ΕΧΕΙ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΕΙ ΣΤΗ ΓΕΡΜΑΝΙΑ!
SHAME! THIS VIDEO HAS BEEN BLOCKED IN GERMANY!

Μίκης Θεοδωράκης: Η Μπαλάντα του Μαουτχάουζεν & Κύκλος Φαραντούρη – Μαρία Φαραντούρη, Μίκης Θεοδωράκης

Κρατούμενοι του στρατοπέδου Έμπενζεε (παραρτήματος του Μαουτχάουζεν)
αμέσως μετά την απελευθέρωσή τους / 
Prisoners of the camp Ebensee


















Τα τέσσερα τραγούδια που αποτελούν τη «Μπαλάντα του Μαουτχάουζεν», βασίζονται σε γεγονότα που βίωσε ο συγγραφέας Ιάκωβος Καμπανέλλης, ως πολιτικός κρατούμενος, στο αυστριακό στρατόπεδο συγκεντρώσεως και περιγράφει στο βιβλίο του «Μαουτχάουζεν». Το έργο δεν αποτελεί μόνο μια καταδίκη στη βία και την αλλοφροσύνη του πολέμου, αλλά και έναν ύμνο στον έρωτα, που μπορεί ν' ανθίσει ακόμη και σε ένα εφιαλτικό περιβάλλον και να κρατήσει ζωντανή την ελπίδα για ζωή. 

Τα Έξι Τραγούδια, που συμπληρώνουν τον δίσκο, αποτελούν τον «Κύκλο Φαραντούρη», τίτλο που έδωσε αργότερα ο Μίκης Θεοδωράκης για να τιμήσει την ερμηνεύτριά του.

Soul-stirring album of Mikis Theodorakis dedicated to all those who experienced the cruelty of fascism and resisted. The first 4 songs have lyrics of the poet Iakovos Kambanellis who passed two years of his life (1943-45) in the terrible Mauthausen camp in Austria and survived. The next 6 songs are named "Farantouri's Cycle" after the great elegiac contralto singer who interprets all 10 tracks of the album. An hymn to the human rights with the wonderful music of Theodorakis. Even if you don't understand the moving lyrics, just the music and Maria Farantouri's voice are enough to convey a touching feeling. It is difficult to believe that a poet could be inspired to write about love in the horrible environment of a concentration camp of the World War II. It is a dream of love. The way for a great soul to survive so much terror.



Μίκης Θεοδωράκης / Mikis Theodorakis (b. 1925)

Η Μπαλάντα του Μαουτχάουζεν / The Ballad of Mauthausen (1965)

Στίχοι / Lyrics:
Ιάκωβος Καμπανέλλης / Iakovos Kambanellis (1921-2011)

1. Άσμα Ασμάτων / Song of Songs
2. Ο Αντώνης / Antony
3. Ο Δραπέτης / The Fugitive
4. Άμα τελειώσει ο πόλεμος / When this will be finished

&

Κύκλος Φαραντούρη / Farantouri's Cycle (1964)

5. Κουράστηκα να σε κρατώ / I am tired of holding you
6. Ο ίσκιος έπεσε βαρύς / The shadow is so heavy
7. Πήρα τους δρόμους τ' ουρανού / I took the road of the sky
8. Στου κόσμου την ανηφοριά / In world's acclivity
9. Το Εκκρεμές / The Pendulum
10. Τ' όνειρο καπνός / The dream has become smoke

Στίχοι: Δημήτρης Χριστοδούλου (5), Γεράσιμος Σταύρου (6), Τάσος Λειβαδίτης (7), Νίκος Γκάτσος (8-10) / Lyrics: Dimitris Christodoulou (5), Gerassimos Stavrou (6), Tassos Livaditis (7), Nikos Gatsos (8-10)

Μαρία Φαραντούρη / Maria Farantouri
Ορχήστρα «Μίκης Θεοδωράκης» / Orchestra "Mikis Theodorakis"

EMI 1966

(HD 1080p – Audio video)


Ιάκωβος Καμπανέλλης / Iakovos Kambanellis
Την περίοδο του Β' Παγκοσμίου Πολέμου ο Ιάκωβος Καμπανέλλης φυλακίστηκε στο ναζιστικό στρατόπεδο συγκέντρωσης του Μαουτχάουζεν στην Αυστρία. Ένα στρατόπεδο-κολαστήριο ολόκληρων κοινωνικών ομάδων που εναντιώνονταν στο ναζισμό, μέσα στο οποίο λέγεται ότι βρήκαν το θάνατο περισσότεροι από 100.000 άνθρωποι. Αμέσως μετά την απελευθέρωσή του ο Καμπανέλλης επιδόθηκε σε μία καταγραφή των εφιαλτικών εμπειριών του: προσωπικά κείμενα με πεζογραφική μορφή, που για χρόνια κρατούσε στο συρτάρι του. Το 1963 ο συγγραφέας θέλησε να επανεξετάσει το συγκεκριμένο υλικό, γράφοντας αρχικά δύο «νέα» επεισόδια που δημοσιεύθηκαν σε κυριακάτικα φύλλα της εφημερίδας «Ελευθερία» και έκαναν μεγάλη αίσθηση. Τελικά, με τη συμβολή του Βασίλη Βασιλικού που μεσολάβησε στον Μίμη Δεσποτίδη των εκδόσεων «Θεμέλιο», το «Μαουτχάουζεν» του Ιάκωβου Καμπανέλλη κυκλοφόρησε, ως βιβλίο πια, τον Δεκέμβριο του 1965.

Μίκης Θεοδωράκης / Mikis Theodorakis
Εκείνο το χρονικό διάστημα κι ενόσω η έκδοση βρισκόταν στα σκαριά, ο Καμπανέλλης έγραψε και τέσσερα ποιήματα σαν μία σμίκρυνση τεσσάρων αντίστοιχων επεισοδίων από το βιβλίο του. Θέμα των ποιημάτων του ήταν ο έρωτας δύο νέων ανθρώπων, έγκλειστων στο ναζιστικό στρατόπεδο. Τα έδωσε στον καλό του φίλο, τον μουσικοσυνθέτη Μίκη Θεοδωράκη, ο οποίος είχε ήδη χαράξει καινούργια γραμμή στο έντεχνο-λαϊκό τραγούδι της εποχής, μελοποιώντας τους μεγαλύτερους Έλληνες ποιητές: τον Γιάννη Ρίτσο («Επιτάφιος»), τον Γιώργο Σεφέρη («Επιφάνια») και φυσικά τον Οδυσσέα Ελύτη («Το Άξιον Εστί»). Κι όμως, έτσι όπως μελοποίησε ο Θεοδωράκης το «Μαουτχάουζεν» του Καμπανέλλη, φαινόταν να μην έχει ιδιαίτερη σχέση με τις προηγούμενες επιτυχημένες απόπειρές του. Ο Θεοδωράκης είχε περάσει από γερμανικές φυλακές την ίδια περίοδο με τον Καμπανέλλη, άρα ήταν εξίσου ευαισθητοποιημένος με τις αφηγήσεις του πόνου, της φρίκης, αλλά και της ελπίδας του συγγραφέα τους. Αυτό που κατάφερε, όμως, σε μουσικό επίπεδο ήταν κάτι πρωτόγνωρο για τα δεδομένα της μέχρι τότε ελληνικής μουσικής!

Το έργο ονομάστηκε «Η Μπαλάντα του Μαουτχάουζεν» και χωριζόταν σε τέσσερα τραγούδια, το περίφημο «Άσμα Ασμάτων (Τι ωραία που είν' η αγάπη μου)», τον «Αντώνη», τον «Δραπέτη» και το «Όταν τελειώσει ο πόλεμος», που η ερμηνεύτρια Μαρία Φαραντούρη τραγούδησε ως «Άμα τελειώσει ο πόλεμος». Τέσσερα τραγούδια με τη χρήση ηλεκτρικής κιθάρας, κρουστών, φλάουτου και τσέμπαλου, με έναν ήχο αρκετά προοδευτικό μες στην επιβλητικότητά του, που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί έως και ελαφρά ψυχεδελικός για τα εγχώρια 60s.

Μαρία Φαραντούρη / Maria Farantouri
Η «Μπαλάντα του Μαουτχάουζεν» έχει παρουσιαστεί άπειρες φορές σε συναυλίες ανά τον κόσμο. Ιστορικής σημασίας θεωρείται η πρώτη απόδοσή του, πάντα με σολίστ τη Φαραντούρη υπό τη διεύθυνση του Θεοδωράκη, μέσα στο στρατόπεδο του Μαουτχάουζεν το 1988. Σε εκείνη τη συναυλία, εκτός από τη Φαραντούρη, το έργο απέδωσαν στα εβραϊκά η Ισραηλινή Elinoar Moav και στα γερμανικά η Gisela May του Berliner Ensemble (η τελευταία μάλιστα το ηχογράφησε στα γερμανικά σε μία βερσιόν που χάθηκε με τα γεγονότα της πτώσης του τείχους του Βερολίνου, αλλά που ευτυχώς διέσωσε στο αρχείο του ο φίλος της, ερμηνευτής Θανάσης Μωραΐτης, και επανεκδόθηκε σε CD πριν μερικά χρόνια). Σχετικά πρόσφατα, ακόμη μία ηχογράφηση του έργου κυκλοφόρησε σε παγκόσμια διανομή, με τη Φαραντούρη στα ελληνικά, την Elinoar Moav στα εβραϊκά και τη Nantia Weinberg στα αγγλικά.

Η «Μπαλάντα του Μαουτχάουζεν» έχει αναγορευτεί από τους "Times" της Νέας Υόρκης το σημαντικότερο έργο για το Ολοκαύτωμα που γράφτηκε ποτέ, ενώ στο Ισραήλ θεωρείται κάτι σαν δεύτερος εθνικός ύμνος. Το 2003, όταν το ΝΑΤΟ ανέλαβε τη διοίκηση του Αφγανιστάν, έπειτα από την ανατροπή των Ταλιμπάν, κατόπιν απόφασης του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, ο αφγανικός στρατός μπήκε στην Καμπούλ πάνω σε ανοιχτά στρατιωτικά φορτηγά, τραγουδώντας τον «Αντώνη» του Θεοδωράκη στη γλώσσα τους σαν να επρόκειτο επίσης για τον δικό τους εθνικό ύμνο.

Πηγή: Αντώνης Μποσκοΐτης, 2015 (lifo.gr)


Αμερικανός στρατιώτης συνομιλεί με απελευθερωμένους κρατούμενους
του στρατοπέδου συγκέντρωσης Μαουτχάουζεν. Μάιος 1945 / An American soldier
and liberated prisoners of the Mauthausen concentration camp. May 1945


















Άσμα ασμάτων

Τι ωραία που είν' η αγάπη μου
με το καθημερνό της φόρεμα
κι ένα χτενάκι στα μαλλιά.
Κανείς δεν ήξερε πως είναι τόσο ωραία.

Κοπέλες του Άουσβιτς,
του Νταχάου κοπέλες,
μην είδατε την αγάπη μου;

Την είδαμε σε μακρινό ταξίδι,
δεν είχε πια το φόρεμά της
ούτε χτενάκι στα μαλλιά.

Τι ωραία που είν' η αγάπη μου,
η χαϊδεμένη από τη μάνα της
και τ' αδελφού της τα φιλιά.
Κανείς δεν ήξερε πως είναι τόσο ωραία.

Κοπέλες του Μαουτχάουζεν,
κοπέλες του Μπέλσεν,
μην είδατε την αγάπη μου;

Την είδαμε στην παγερή πλατεία
μ' ένα αριθμό στο άσπρο της το χέρι,
με κίτρινο άστρο στην καρδιά.

Τι ωραία που είν' η αγάπη μου,
η χαϊδεμένη από τη μάνα της
και τ' αδελφού της τα φιλιά.
Κανείς δεν ήξερε πως είναι τόσο ωραία.


13χρονος ορφανός επιζήσας στο Μαουτχάουζεν,
Μάιος 1945 / A 13-year-old orphan, a survivor
of the Mauthausen, May 1945
Όταν το στρατόπεδο συγκέντρωσης του Μαουτχάουζεν άρχισε να λειτουργεί, σχεδόν αποκλειστική εργασία των κρατουμένων ήταν η κατασκευή του, αφού τον Ιανουάριο του 1939 μόνον 375 κρατούμενοι εργάζονταν στο λατομείο. Από το φθινόπωρο του 1939, όμως, σταδιακά άρχισαν να μεταφέρονται περισσότεροι στις εξορυκτικές εργασίες. Τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους απασχολούνταν 1.066 και τον Ιούλιο του 1940 ο αριθμός είχε φθάσει τους 3.581.

Στα τέλη του 1939 η DEST (Deutsche Erd- und Steinwerke GmbH / German Earth & Stone Works Company Inc) αγόρασε τα λατομεία Γκούζεν και Κάστενχοφ (Kastenhof). Για την εκμετάλλευσή τους μεταφέρθηκαν στο νέο στρατόπεδο του Γκούζεν οι πρώτοι κρατούμενοι (αρχές 1940). Τον χειμώνα του 1942/43 στα λατομεία του Γκούζεν εργάζονταν 2.800 κρατούμενοι, στην πλειοψηφία τους Πολωνοί, και σε αυτά του Μαουτχάουζεν περίπου 2.000.

Μαουτχάουζεν: Σκάλα του Θανάτου
/ Mauthausen: Stairs of Death
Οι κρατούμενοι χωρίζονταν σε ομάδες (kommando), καθεμιά από τις οποίες είχε ως επικεφαλής ένα kapo, άνδρα των δυνάμεων της SS. Οι μεγαλύτερες ομάδες είχαν έναν ανώτερο kapo με μερικούς kapos και βοηθούς τους. Η εργασία ξεκινούσε στις 06:30 την θερινή και στις 07:30 τη χειμερινή περίοδο. Η μεσημεριανή διακοπή διαρκούσε μισή ή μία ώρα και η εργασία συνεχιζόταν ως τις 4:45 μμ ή τις 6:30 μμ ανάλογα με την εποχή. Αν κάποιοι κρατούμενοι επιλέγονταν προς θανάτωση, είτε από τους άνδρες της SS είτε από τον διοικητή του στρατοπέδου, υποχρεώνονταν να ανεβάζουν τα τεμάχια του γρανίτη από το ορυχείο στην επιφάνεια μέσω μιας ξύλινης σκάλας (της επιλεγόμενης και «Σκάλας του Θανάτου») μέσα σε ξύλινο πηλοφόρι. Πρακτικά σε αυτή την εργασία τοποθετούνταν, κατά πρώτο λόγο, όλοι οι Εβραίοι κρατούμενοι. Το 1941 το στρατόπεδο απέκτησε «ιδιόκτητο» θάλαμο αερίων και αποτεφρωτήριο, αν και οι εγκαταστάσεις αυτές αρχικά δεν χρησιμοποιούνταν συχνά.

Περιοδικά, όλοι οι κρατούμενοι του συστήματος στρατοπέδων περνούσαν από «διαλογή» για να κριθεί η καταλληλότητά τους για εργασία. Όσοι κρίνονταν ακατάλληλοι θανατώνονταν είτε στις εγκαταστάσεις του στρατοπέδου είτε μεταφέρονταν, για τον ίδιο λόγο, στο σχετικά παραπλήσιο Σλος Χάρτχαϊμ, το οποίο, κατά την περίοδο 1939-1940, είχε χρησιμοποιηθεί ως εγκατάσταση για την εκτέλεση του «προγράμματος Ευθανασίας Τ-4», δηλαδή την εξόντωση των πνευματικά ασθενών στην Ναζιστική Γερμανία. Στο ιατρείο του στρατοπέδου διεξάγονταν επίσης ψευδοϊατρικά πειράματα με χορήγηση τεστοστερόνης, επιμολύνσεις με βακίλους φυματίωσης, φθείρες και διάφορες χειρουργικές διαδικασίες.

Νεκρός Σοβιετικός αιχμάλωτος στο Μαουτχάουζεν, 1941-1945
/ A Soviet inmate lies dead in the Mauthausen, 1941-1945
Παράλληλα, το Γκούζεν χωρίστηκε, με αγκαθωτό συρματόπλεγμα, σε δύο τμήματα: Στο πρώτο διέμειναν όσοι εκτελούσαν καταναγκαστική εργασία, στο δεύτερο σοβιετικοί αιχμάλωτοι πολέμου, κυρίως αξιωματικοί, γι' αυτό και αποκλήθηκε «Στρατόπεδο των Ρώσων». Η περιοχή του στρατοπέδου επεκτάθηκε για να στεγάσει μια τεράστια αποθήκη της SS, στην οποία μεταφέρονταν και υφίσταντο διαλογή ποικίλων ειδών αγαθά, τα οποία είχαν υφαρπαγεί από τις κατακτημένες χώρες, μέχρι να μεταφερθούν στη Γερμανία. Η αποθήκη αυτή υπήρχε μέχρι τον Μάρτιο του 1944, οπότε εκκενώθηκε ολοσχερώς και μετατράπηκε σε δεύτερο στρατόπεδο, που ονομάστηκε Γκούζεν ΙΙ. Όπως είναι φυσικό, οι 17.000 κρατούμενοι σε αυτό δεν διέθεταν τα μέσα για να καλύψουν ούτε τις βασικές τους ανάγκες. Τον Δεκέμβριο του 1944, στο παρακείμενο χωριό Λούνγκιτζ (Lungitz) δημιουργήθηκε νέο τμήμα του στρατοπέδου, που ονομάστηκε Γκούζεν ΙΙΙ, κάνοντας χρήση του κτηρίου ενός παλαιού εργοστασίου που υπήρχε εκεί. Παρά τις επεκτάσεις και τα παραρτήματα, το στρατόπεδο ήταν ήδη υπερφορτωμένο με κρατουμένους.

Το πρόβλημα του υπερπληθυσμού άρχισε να ξεφεύγει από τον έλεγχο, όταν το φθινόπωρο του 1944 δημιουργήθηκε το λεγόμενο «στρατόπεδο με τις σκηνές». Στο αντίθετο άκρο από την κεντρική πύλη του στρατοπέδου, στήθηκαν δεκαέξι μεγάλες σκηνές για να στεγάσουν τις μεγάλες ομάδες Εβραίων που άρχισαν να καταφτάνουν από την Ουγγαρία. Συνολικά μεταφέρθηκαν εκεί περίπου 11.000 Εβραίοι της Ουγγαρίας, πολλοί από τους οποίους βρήκαν το θάνατο είτε κατά τη διαλογή είτε κατά τη μεταφορά τους.

Επίσκεψη στο Μαουτχάουζεν. Από αριστερά: Καλτενμπρούννερ, Τσίραϊς,
Χίμλερ, Αϊγκρούμπερ / Visit to Mauthausen. From left: Kaltenbrunner,
Ziereis, Himmler, Eigruber


















Μετά τα μέσα του 1944 οι κρατούμενοι στο Μαουτχάουζεν άρχισαν να πληθαίνουν, καθώς μεταφέρονταν σε αυτό κρατούμενοι από άλλα στρατόπεδα, που βρίσκονταν πολύ πιο κοντά στις γραμμές του πυρός. Χιλιάδες κρατούμενοι, οι περισσότεροι ασθενείς ή τελείως εξαντλημένοι, έφθαναν στο στρατόπεδο, προκαλώντας κυριολεκτικά χάος, το οποίο κορυφώθηκε τον Απρίλιο του 1945 με το κλείσιμο των παραρτημάτων της Νότιας Αυστρίας και τις πορείες θανάτου προς το κεντρικό στρατόπεδο, το Γκούζεν και το παράρτημα Έμπενζεε. Με διαταγή του τότε διοικητή του στρατοπέδου, Φραντς Τσίραϊς (Franz Ziereis), όσοι κρατούμενοι δεν μπορούσαν να περπατήσουν εκτελέστηκαν είτε με πυροβόλα όπλα είτε με δηλητηριώδεις ενέσεις «ώστε κανείς κρατούμενος να μη πέσει στα χέρια του εχθρού». Αυτές οι πορείες από τα παραρτήματα προς το κεντρικό στρατόπεδο διαρκούσαν, ανάλογα με την απόσταση και τις συνθήκες, από 8 έως 12 ημέρες. Στο τέλος της κάθε φάλαγγας βρισκόταν ένα απόσπασμα ανδρών της SS, οι οποίοι εκτελούσαν όποιους κρατουμένους δεν μπορούσαν να συνεχίσουν. Το χάος συνεχιζόταν και οι 15.000 κρατούμενοι του παραρτήματος Γκουνσκίρχεν (Gunskirchen) πέθαιναν από την πείνα, καθώς τελείωσαν τα τρόφιμα εκεί και δεν αποστάλθηκαν άλλα. Η θνησιμότητα των κρατουμένων έφθασε στο ζενίθ: Υπολογίζεται ότι κάθε ημέρα πέθαιναν, από διάφορες αιτίες, περίπου 200 άτομα. Μόνο κατά την περίοδο από τον χειμώνα του 1944 μέχρι την απελευθέρωση του στρατοπέδου βρήκαν εκεί το θάνατο 45.000 άτομα.

Μαουτχάουζεν, μετά την απελευθέρωση του στρατοπέδου. Μάιος 1945
/ Mauthausen, after the liberation of the camp. May 1945

















Κατά τις τελευταίες εβδομάδες της λειτουργίας του στρατοπέδου, οι άνδρες της SS έκαναν όλες τις απαραίτητες προετοιμασίες για να καλύψουν τα ίχνη των εγκλημάτων τους. Την περίοδο αυτή χρησιμοποιήθηκε περισσότερο ο θάλαμος αερίων (χωρητικότητας 120 ατόμων), στον οποίο θανατώθηκαν 650 άτομα στην προσπάθεια να «ελαφρώσει» το νοσοκομείο. Στις 2 Μαΐου θανατώθηκαν όσοι υπηρετούσαν στο θάλαμο αερίων και στο αποτεφρωτήριο. Οι άνδρες της SS μετά το τελευταίο προσκλητήριο στις 3 Μαΐου εγκατέλειψαν το στρατόπεδο. Στις 5 Μαΐου ένα αμερικανικό άρμα της 11ης Θωρακισμένης Μεραρχίας (3η Στρατιά) όρμησε μέσα σπάζοντας την κεντρική πύλη. Οι κρατούμενοι που βρέθηκαν εκεί, καθώς και όσοι είχαν απομείνει στα παραρτήματα, ανέρχονταν σε 66.124, ενώ οι 15.000 Εβραίοι του παραρτήματος Γκουνσκίρχεν δεν είχαν προλάβει να καταγραφούν. Τα τελευταία παραρτήματα απελευθερώθηκαν την επόμενη ημέρα, 6 Μαΐου 1945.

Επιζήσαντες του Μαουτχάουζεν χειροκροτούν τους στρατιώτες
της 11ης Θωρακισμένης Μεραρχίας  / Mauthausen survivors cheer the soldiers
of the Eleventh Armored Division




















Μερικές ημέρες ύστερα από την απελευθέρωσή του το στρατόπεδο παραδόθηκε στις Σοβιετικές δυνάμεις. Αρχικά χρησιμοποιήθηκε ως στρατώνας για τον Κόκκινο Στρατό. Οι υπόγειες εγκαταστάσεις αποσυναρμολογήθηκαν και στάλθηκαν στην ΕΣΣΔ ως λάφυρο πολέμου. Το στρατόπεδο παρέμεινε αφύλακτο το 1946 και το 1947 και όσες εγκαταστάσεις του είχαν απομείνει λεηλατήθηκαν τόσο από τους Σοβιετικούς όσο και από τον εγχώριο πληθυσμό. Το 1947 οι Σοβιετικοί ανατίναξαν τις περισσότερες σήραγγες και αποσύρθηκαν από την περιοχή, παραδίδοντάς την στις αυστριακές αρχές. Το 1949 η περιοχή ανακηρύχθηκε εθνικό μνημείο, αλλά μόλις το 1970 ο Αυστριακός Καγκελάριος Μπρούνο Κράισκι εγκαινίασε επίσημα το Μουσείο του Μαουτχάουζεν στην περιοχή του κεντρικού στρατοπέδου. Οι περιοχές των Γκούζεν Ι, ΙΙ και ΙΙΙ σήμερα είναι κατοικημένες.

Όσοι από τους άνδρες της SS υπηρέτησαν στο σύμπλεγμα του Μαουτχάουζεν και έγινε δυνατόν να βρεθούν μετά τον Πόλεμο, δικάστηκαν σε δίκη συνακόλουθη της Δίκης της Νυρεμβέργης, που έγινε στο Νταχάου και επονομάστηκε «Δίκη του Νταχάου». 61 άτομα δικάστηκαν εκεί. Όλοι βρέθηκαν ένοχοι για εγκλήματα πολέμου και εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας. 58 καταδικάστηκαν σε θάνατο με απαγχονισμό (σε 9 από αυτούς αργότερα μειώθηκε η ποινή σε ισόβια κάθειρξη) και τρεις σε ισόβια. Ανάμεσα σε αυτούς ήταν ο Άουγκουστ Αϊγκρούμπερ, γκαουλάιτερ της Άνω Αυστρίας. Ο διοικητής του Μαουτχάουζεν Φραντς Τσίραϊς δεν δικάστηκε, καθώς σκοτώθηκε στις 24 Μαΐου 1945 από πυροβόλο όπλο στη θέση του Γκούζεν Ι.

Πηγή: el.wikipedia


Ένας Αμερικανός στρατιώτης εξετάζει το κρεματόριο στο Μαουτχάουζεν
κατά την απελευθέρωση του στρατοπέδου / An American solider
looks at the Mauthausen crematorium during the liberation of the camp


















Η διοίκηση του στρατοπέδου ανέφερε συχνά ως αιτία θανάτου την ηλεκτροπληξία από τον θανατηφόρο φράχτη. Ο φράχτες είχαν μια ειδική, μικρή λάμπα και μια πινακίδα που προειδοποιούσε για την υψηλή τάση. Αυτές όμως βρίσκονταν από την έξω πλευρά, και όχι από τη μέσα. Προειδοποιούσε δηλαδή τους επισκέπτες και όχι τους φυλακισμένους.

Ο Dmitry Karbyshev ήταν Ρώσος αξιωματούχος, που είχε πολεμήσει και στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Πέθανε τη νύχτα της 17ης προς 18η Φεβρουαρίου του 1945. Αρχικά, δέχτηκε φρικτά βασανιστήρια στη διάρκεια της ημέρας. Έπειτα, τον άφησαν γυμνό στο χιόνι και οι φύλακες έριχναν διαρκώς κρύο νερό στο σώμα του. Όταν πέθανε, το πτώμα του κάηκε στους φούρνους του Μαουτχάουζεν. Υπολογίζεται πως την ίδια παγωμένη νύχτα, πέθαναν άλλοι περίπου 500 κρατούμενοι. Ο Karbyshev τιμάται ως ήρωας που δεν υπέκυψε στις απειλές και στις προτάσεις για συνεργασία με τον εχθρό.

Οι φρουροί που βρέθηκαν στο Μαουτχάουζεν, ήταν στην πλειοψηφία τους νέοι σε ηλικία. Τις περισσότερες ώρες της ημέρας ήταν μεθυσμένοι και οι φυλακισμένοι σημειώνουν τη μυρωδιά της μπύρας που ξεχείλιζε από τα παραπήγματα τους. Οι κρατούμενοι έφταναν στο στρατόπεδο περπατώντας σε μια κατοικημένη περιοχή. Οι κάτοικοι τους έβριζαν, τους έφτυναν και τους πετούσαν πέτρες. Στη συνέχεια, τους άφηναν να περιμένουν όρθιοι σε έναν τοίχο. Μπορούσαν να περιμένουν μέρες ολόκληρες, σε κρύο και βροχή, δίχως να έχουν καμία ενημέρωση για το τι θα ακολουθήσει και δίχως να τους επιτρέπεται να καθίσουν ή να φάνε.

Οι φρουροί ήταν ανελέητοι. Βασάνιζαν με αστείες προφάσεις ή και χωρίς κανένα λόγο. Τα βασανιστήρια γίνονταν δημόσια για να βλέπουν όλοι οι φυλακισμένοι, σε αντίθεση με τις περισσότερες δολοφονίες, για τις οποίες υπήρχε ειδικός χώρος και πολλές φορές και ειδικός τρόπος, που οι φρουροί το έβρισκαν διασκεδαστικό. Για παράδειγμα, ανάγκαζαν όσους εργάζονταν στο λιγνίτη να ανέβουν τρέχοντας τα σκαλιά, με το φορτίο των είκοσι κιλών στην πλάτη τους. Τα σκαλιά ήταν σε άθλια κατάσταση και οι πιο αδύναμοι δεν άντεχαν τη δοκιμασία. Ο πρώτος κέρδιζε την ζωή του. Οι υπόλοιποι έκαναν την βουτιά του θανάτου. Γι' αυτό και ονομάστηκαν «Σκάλες του Θανάτου». Οι φυλακισμένοι ήταν διαρκώς υποσιτισμένοι, καταπονημένοι και ασθενείς. Έτσι, τα εργατικά ατυχήματα ήταν πολύ συχνά. Η καλή εκδοχή ήταν ο εξευτελισμός όταν οι φύλακες τους έβαζαν να παίζουν διάφορα παιχνίδια. Για παράδειγμα, κάτι σαν βατραχάκι ή μακριά γαϊδούρα. Άλλες φορές τους ανάγκαζαν να σταθούν στο ένα πόδι ή με λυγισμένο το γόνατο. Πολλοί δεν κατάφερναν να ανταποκριθούν μετά από δέκα και έντεκα ώρες εργασίας. Η τιμωρία ήταν ξυλοκόπημα ή θάνατος ή και τα δύο. Τον Σεπτέμβριο του 1942, 10.000 φυλακισμένοι έφτασαν στο Μαουτχάουζεν με διαταγή του  Χίμλερ. Οι 7.000 από αυτούς πέθαναν σε 15 μήνες από την άφιξη τους, ενώ ιδιαίτερη προτίμηση έδειξαν οι άνδρες της SS στους Εβραίους από την Ολλανδία. Αυτοί έζησαν λίγες βδομάδες. Οι φρουροί τους σκότωναν ενώ δούλευαν ή τους έσπρωχναν, για να κάνουν και αυτοί το άλμα του θανάτου. Μάλιστα, τους ονόμαζαν "fallschirmspringern", δηλαδή «αλεξιπτωτιστές». Σχεδόν για όλους έγραψαν ότι σκοτώθηκαν ενώ προσπάθησαν να αποδράσουν.

Ιδιαίτερα δημοφιλής τρόπος εξόντωσης ήταν το κρέμασμα (pfallhängen). Ήταν ιδιαίτερα επώδυνο, καθώς ο φυλακισμένος κρεμιόταν από τους αγκώνες για μισή ώρα. Αρχικά ακουμπούσε σε ένα τραπέζι και μετά το τραβούσαν και έτσι το θύμα είχε έναν επώδυνο θάνατο. Η μέθοδος αυτή εφαρμοζόταν κυρίως στους ομοφυλόφιλους, οι οποίοι είχαν προσδόκιμο ζωής μόλις μία εβδομάδα, από την άφιξη τους στο στρατόπεδο. Ελάχιστοι από τους φρουρούς τιμωρήθηκαν, καθώς οι περισσότεροι αρνήθηκαν τα εγκλήματά τους ή υποστήριξαν ότι εκτελούσαν εντολές και όχι ανθρώπους.

Πηγή: mixanitouxronou.gr

Μαουτχάουζεν, μετά την απελευθέρωση του στρατοπέδου. Μάιος 1945
/ Mauthausen, after the liberation of the camp. May 1945

















Δείτε επίσης – See also

Henryk Górecki: Symphony No.3 "Symphony of Sorrowful Songs" – Dawn Upshaw, David Zinman – A film by Tony Palmer

Mihkel Kerem: Symphony No.3, For the Victims of Communism – Estonian National Symphony Orchestra, Mikk Murdvee (Audio video)

No comments:

Post a Comment