Christian Thielemann

Christian Thielemann

Wednesday, September 16, 2015

Maria Callas – 38th anniversary of her death

Μαρία Κάλλας
(2 Δεκεμβρίου 1923 - 16 Σεπτεμβρίου 1977 • December 2, 1923 - September 16, 1977)

38η επέτειος από το θάνατό της – 38th anniversary of her death























Μαρία Κάλλας, η απόλυτη ντίβα στο χώρο του λυρικού θεάτρου. Με τα μοναδικά φωνητικά και υποκριτικά της προσόντα ανανέωσε την όπερα και το ρεπερτόριό της, ιδιαίτερα το ιταλικό «μπελκάντο». Αποτελεί σημείο αναφοράς για κάθε τραγουδίστρια της όπερας, που φιλοδοξεί να κερδίσει από τους ειδικούς και το κοινό τον τίτλο της «νέας Κάλλας».

Η Μαρία Σοφία Άννα Καικιλία Καλογεροπούλου, όπως ήταν το πλήρες ελληνικό όνομά της, γεννήθηκε στις 2 Δεκεμβρίου 1923 στη Νέα Υόρκη. Ήταν κόρη του φαρμακοποιού Γεωργίου Καλογερόπουλου από τον Μελιγαλά Μεσσηνίας και της Ευαγγελίας (Λίτσας) Δημητριάδη από τη Στυλίδα Φθιώτιδος. Οι γονείς της είχαν μετακομίσει στην αμερικανική μεγαλούπολη προς αναζήτηση καλύτερη τύχης.

Από νωρίς άρχισε να ασχολείται με τη μουσική, παίρνοντας τα πρώτα μαθήματα πιάνου-σολφέζ και σε ηλικία 11 ετών κέρδισε το πρώτο βραβείο σε διαγωνισμό παιδικών φωνών. Το 1937 εγκαταστάθηκε με τη μητέρα της και τη μεγάλη αδελφή της στην Αθήνα, μετά το διαζύγιο των γονιών της και εγγράφηκε στο Εθνικό Ωδείο, με δασκάλους τη Μαρία Τριβέλλα (τραγούδι), την Ήβη Πανά (πιάνο) και τον Γεώργιο Καρακαντά (μελοδραματική). Ο πρώτος ρόλος της ήταν η «Σαντούτσα» στην όπερα του Μασκάνι «Καβαλερία Ρουστικάνα», σε μία παράσταση των μαθητών του ωδείου. Το 1939 εγγράφηκε στο Ωδείο Αθηνών στην τάξη τραγουδιού της διάσημης Ελβίρα ντε Ιντάλγκο (σημαντική τραγουδίστρια της όπερας στις αρχές του 20ού αιώνα), κοντά στην οποία γνώρισε την υψηλή τεχνική των ρόλων του ιταλικού ρομαντικού ρεπερτορίου.

Το 1940 προσλήφθηκε στη Λυρική Σκηνή του τότε Βασιλικού Θεάτρου και το 1941 πρωτοεμφανίστηκε ως «Βεατρίκη» στην οπερέτα «Βοκάκιος» του Σουπέ. Στη συνέχεια και έως το 1945 πρωταγωνίστησε στην «Τόσκα» (1942, 1943), στον «Κάμπο του Ντ' Αλμπέρ» (1944, 1945), στην «Καβαλερία Ρουστικάνα» (1944), στον «Πρωτομάστορα» του Μανώλη Καλομοίρη (1944, το μόνο ελληνικό έργο που τραγούδησε), στον «Φιντέλιο» του Μπετόβεν (1944) και στην οπερέτα «Ο Ζητιάνος Φοιτητής» του Βιενέζου συνθέτη Καρλ Μιλέκερ (1945).

Τον Σεπτέμβριο του 1945 επέστρεψε στη γενέτειρά της, όπου ζούσε ο πατέρας της, για να προωθήσει τη διεθνή της καριέρα, αλλάζοντας το επίθετό της σε Κάλλας. Παρότι έμεινε άνεργη έως το 1947, δεν το έβαλε κάτω και μετά από μία επιτυχημένη ακρόαση της ανέθεσαν να τραγουδήσει την «Τζιοκόντα» στην ομώνυμη όπερα του Αμιλκάρε Πονκιέλι στην Αρένα της Βερόνας, έναν από τους σπουδαιότερους λυρικούς χώρους της Ιταλίας. Αν και γλίστρησε στη γενική δοκιμή και στραμπούληξε τον αστράγαλό της, κατάφερε να κάνει με επιτυχία το πρώτο σημαντικό βήμα της σταδιοδρομίας της στις 2 Αυγούστου 1947.

Μαέστρος της παράστασης ήταν ο διάσημος Τούλιο Σεραφίν, ο οποίος θαύμαζε τη φωνή της και έγινε δάσκαλός της, διευρύνοντας τους τεχνικούς και ερμηνευτικούς της ορίζοντες. Όμως, στη Βερόνα ζούσε και ο βιομήχανος Τζιανμπατίστα Μενεγκίνι, που τη λάτρεψε, όχι μόνο ως καλλιτέχνιδα αλλά και ως γυναίκα. Έτσι, στις 21 Απρλίου 1949, η Κάλλας τον παντρεύτηκε, παρότι είχε τα διπλά της χρόνια, ίσως για να αναπληρώσει συναισθηματικά την απουσία της πατρικής φιγούρας, όπως γράφτηκε.

Με τη βοήθεια του Μενεγκίνι η καριέρα της Κάλλας απογειώθηκε σε ρόλους δραματικής υψιφώνου και δραματικής κολορατούρα. Το 1951 εκπόρθησε και τη Σκάλα του Μιλάνου (άντρο της μεγάλης αντιπάλου της, Ρενάτα Τεμπάλντι), με τους «Σικελικούς Εσπερινούς» του Βέρντι. Το 1954 η ευτραφής Κάλλας υποβλήθηκε σε διαιτητική θεραπεία για να χάσει κιλά και να μπορεί να ενσαρκώνει τους ρόλους της, όχι μόνο με τη φωνή της αλλά και με το παρουσιαστικό της.

Μετά τη Σκάλα του Μιλάνου ήταν η σειρά της Μητροπολιτικής Όπερας της Νέας Υόρκης (MET) να υποκλιθεί στο φαινόμενο Μαρία Κάλλας το 1956. Η Ελληνίδα ντίβα θα επιβάλει πλήρως τους όρους της, αναγκάζοντας τον διευθυντή της, Ράντολφ Μπινγκ, όχι μόνο να της καταβάλει το μεγαλύτερο ποσό που είχε πληρώσει ποτέ ο θίασος για καλλιτέχνη, αλλά και να δηλώσει ότι η πρώτη εμφάνιση της Κάλλας στη MET ήταν η πιο συναρπαστική βραδιά της ζωής του. Ο μύθος της είχε αρχίσει να δημιουργείται, βοηθούντος και του Τύπου.

Όμως, η εξαντλητική δίαιτα στην οποία είχε υποβληθεί και οι φωνητικοί ακροβατισμοί της (συχνά έφθανε στα όρια της φωνής της, ερμηνεύοντας εκ διαμέτρου αντίθετους ρόλους σε μία σεζόν ή και σε ένα ρεσιτάλ) είχαν επιπτώσεις στην ποιότητα της φωνής της, η οποία σταδιακά άρχισε να αδυνατίζει στις υψηλές νότες. Το καλοκαίρι του 1957 εμφανίστηκε στο Ηρώδειο, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών και κυριολεκτικά αποθεώθηκε.

Από το 1958 άρχισε η καθοδική της πορεία. Τον Ιανουάριο στη Ρώμη αποχώρησε μετά την πρώτη πράξη της «Νόρμας» του Μπελίνι και αποδοκιμάστηκε από το κοινό, και τον Μάιο η Σκάλα του Μιλάνου της διέκοψε το συμβόλαιο. Ο Τύπος άρχισε να της επιτίθεται και πολλοί βρήκαν την ευκαιρία που χρόνια ζητούσαν να χύσουν χολή γι' «αυτή την καλλιτέχνιδα δεύτερης κατηγορίας, που έγινε Ιταλίδα χάρη στον γάμο της, Μιλανέζα χάρη στον αδικαιολόγητο θαυμασμό μιας μερίδας του κοινού της Σκάλας, και διεθνής χάρη στην επικίνδυνη φιλία της με την Έλσα Μάξγουελ», σχολίασε με κακοήθεια η ιταλική εφημερίδα Il Giorno.

Την ίδια χρονιά συνεργάστηκε με τους Αλέξη Μινωτή και Γιάννη Τσαρούχη για μια νέα παραγωγή της «Μήδειας» του Κερουμπίνι στη νεότευκτη Όπερα του Ντάλας. Αυτή η παράσταση μεταφέρθηκε το 1959 στο Κόβεντ Γκάρντεν του Λονδίνου και σ' αυτή τη θριαμβευτική πρεμιέρα η Κάλλας γνώρισε τον Αριστοτέλη Ωνάση, τον μεγάλο ανεκπλήρωτο έρωτα της ζωής της.

Οι εμφανίσεις της από το 1960 άρχισαν να αραιώνουν. Το καλοκαίρι του 1960 τραγούδησε «Νόρμα» στην Επίδαυρο και τον επόμενο χρόνο στον ίδιο χώρο «Μήδεια». Η παράσταση αυτή μεταφέρθηκε και στη Σκάλα του Μιλάνου την περίοδο 1961-1962. Παρ' όλα αυτά, η σταδιοδρομία της στα ιταλικά θέατρα είχε τελειώσει οριστικά. Το 1962 τραγούδησε «Όμπερον» του Βέμπερ στο Λονδίνο και οι Τάιμς έγραψαν «Τώρα πια η φωνή της μπορεί να χαρακτηριστεί άσχημη και εκτός τόνου», όμως το κοινό συνέχισε να την αποθεώνει.

Το καλοκαίρι του 1964, σε μια έξοδό της από τον Σκορπιό, παρακολουθεί μαζί με τον Ωνάση μία μουσική εκδήλωση του φεστιβάλ της Λευκάδας και εκφράζει την επιθυμία να τραγουδήσει. Βρίσκεται ένα πιάνο κι ένας νεαρός πιανίστας (ο μετέπειτα συνθέτης Κυριάκος Σφέτσας), και χωρίς πρόβα η Κάλλας τραγουδά την άρια της Σαντούτσα "Voi lo sapete, o mamma" («Εσείς το ξέρετε, μητέρα») από την «Καβαλερία Ρουστικάνα» του Μασκάνι, που ήταν και ο πρώτος ρόλος της καριέρας της στην παράσταση του Εθνικού Ωδείου το 1937. Το 1965 αποσύρθηκε οριστικά από τις λυρικές παραστάσεις, παρά την εξαιρετική «Τόσκα» που τραγούδησε στη MET. Το κύκνειο άσμα της ήταν η «Νόρμα», που ανέβηκε στο Παρίσι στις 29 Μαΐου 1965. Στην τρίτη πράξη της όπερας του Μπελίνι κατέρρευσε επί σκηνής και μεταφέρθηκε λιπόθυμη στο καμαρίνι της.

Στη συνέχεια προσπαθεί να βάλει μια τάξη στα προσωπικά της. Ζητά διαζύγιο από τον σύζυγό της για να παντρευτεί τον Ωνάση, ο οποίος αρνείται να της το δώσει. Το 1966 απεκδύεται την αμερικανική υπηκοότητα και λαμβάνει την ελληνική. Με αυτή της την ενέργεια λύεται και τυπικά ο γάμος της με τον Μενεγκίνι. Πλέον, ελπίζει ότι ο Αριστοτέλης Ωνάσης θα της ζητήσει να παντρευτούν, κάτι που τελικά δεν συμβαίνει, καθώς τον Ιούλιο του 1968 ο Έλληνας μεγιστάνας παντρεύεται τη χήρα του Αμερικανού Προέδρου Κένεντι, Τζάκι. Η πράξη του αυτή βυθίζει σε κατάθλιψη την κορυφαία υψίφωνο.

Καταβάλλει μεγάλες προσπάθειες να ξεπεράσει τα προσωπικά της προβλήματα, επανακάμπτοντας στην καλλιτεχνική δράση. Παίζει στην κινηματογραφική εκδοχή της «Μήδειας» του Ευριπίδη, σε σκηνοθεσία του Πιερ Πάολο Παζολίνι (1969), ηχογραφεί δίσκους, διδάσκει όπερα στη μουσική σχολή Τζούλιαρντ της Νέας Υόρκης και δίνει ρεσιτάλ με έναν παλιό της γνώριμο, τον Ιταλό τενόρο Τζουζέπε ντι Στέφανο, που κι αυτός αντιμετώπιζε φωνητικά προβλήματα. Η τελευταία της εμφάνιση έγινε στην πόλη Σαπόρο της Ιαπωνίας στις 11 Δεκεμβρίου 1974.

Έκτοτε, η Μαρία Κάλλας κλείστηκε στο διαμέρισμά της στο Παρίσι και τον εαυτό της. Η μεγάλη ντίβα έφυγε από τη ζωή το πρωί της 16ης Σεπτεμβρίου 1977 από καρδιακή προσβολή, σε ηλικία 54 ετών.

sansimera.gr



Maria Callas was born in New York City on December 3, 1923. She made her professional debut with the Royal Opera of Athens in Boccaccio, and took her first major role in Tosca. Her Italian opera debut took place at the Verona Arena in 1947. In 1954, Callas made her American debut in Norma. During the 1960s, the quality and frequency of her performances waned. On September 16, 1977, Callas died in Paris.

American opera singer Maria Callas was born Cecilia Sophia Anna Maria Kalogeropoulus on December 3, 1923, in New York City. Her parents, George and Evangelina, were Greek immigrants who shortened their last name to Callas once Maria started primary school.

Callas began taking classical piano lessons when she was 7 years old, but soon realized that she loved singing music – with dramatic flair – even more than playing it. In 1937, when Callas was a teen, her parents separated and she, her mother and her sister moved back to Greece. In Athens, Maria, whose last name had been changed back to Kalogeropoulos, studied voice under Elvira de Hidalgo at the Royal Academy of Music. The school normally required that students be at least 16 years old, but the young Callas showed such great promise that they made a special exception.

As a student, Callas made her stage debut in a school production of Cavalleria Rusticana. For her dazzling performance in the role of Santuzza, she was honored by the academy.

When Maria Callas was 16 years old, she made her professional debut with the Royal Opera of Athens in a modest role in Franz von Suppé's Boccaccio. In her early 20s, she took her first major role in Tosca.

During World War II, Callas struggled to find roles. She moved back to New York to spend time with her father and look for work, but the Metropolitan Opera turned her down. After the war, at the urging of her teacher, Maria changed her last name back to Callas and moved to Italy in pursuit of work. In Verona, she quickly met and married rich industrialist Giovanni Meneghini.

Callas's Italian opera debut took place at the Verona Arena in August 1947, in a performance of La Gioconda. Over the next few years, under the management of her husband, Callas continued to perform in Florence and Verona to critical acclaim. Though her voice captivated audiences, as her fame increased, Callas developed a reputation as a demanding diva. Fiercely resilient, Callas said of audience members' jeers, "Hissing from the gallery is part of the scene. It is a hazard of the battlefield. Opera is a battlefield, and it must be accepted."

In 1954, Callas made her American debut in Norma at the Lyric Opera of Chicago. The performance was a triumph. In 1956, she at last had the opportunity to sing with the Metropolitan Opera in her home city of New York. Within three years of the performance, Callas's health began to rapidly decline, as did her marriage. Callas and Meneghini divorced in 1960, during which time she was having an affair with shipping magnate Aristotle Onassis.

During the 1960s, Maria Callas's formerly stellar singing voice was discernibly faltering. Her performances grew fewer and farther between, as a result of her frequent cancellations. Though she formally retired from the stage in the early '60s, Callas made a brief return to performing with the Metropolitan Opera from January 1964 through July 1965. Her final operatic performance was in Tosca at Covent Garden on July 5, 1965.

In the early 1970s, Callas tried her hand at teaching. In '71 and '72, she conducted master classes at The Juilliard School in New York. Despite her failing health, Callas accompanied a friend on an international recital tour in 1973 to help him raise money for his ailing daughter. Following the tour and news of Onassis's remarriage to Jacqueline Kennedy, Callas moved to Paris, France, and became a recluse.

On September 16, 1977, at the age of 55, Maria Callas collapsed and died suddenly and mysteriously in her Paris home.

biography.com
















Δείτε επίσης – See also

Maria Callas | Vissi D'Arte: The Puccini Love Songs, Vol. II/II (Audio video)

Maria Callas | Vissi D'Arte: The Puccini Love Songs, Vol. I/II (Audio video)

Giacomo Puccini: Tosca, Act II – Maria Callas, Renato Cioni, Tito Gobbi, Georges Prêtre, Franco Zeffirelli

Maria Callas Sings Operatic Arias, 1955 – Digital remastering 2014 – Philharmonia Orchestra, Tullio Serafin (Audio video)

No comments:

Post a Comment