DSO Live

DSO Live

Tuesday, March 31, 2015

Joseph Haydn: Cello Concerto No.1 in C major – Marie-Elisabeth Hecker, Radio Kamer Filharmonie, Philippe Herreweghe

Joseph Haydn
(31 Μαρτίου 1732 - 31 Μαΐου 1809 • March 31, 1732 - May 31, 1809)

206η επέτειος από το θάνατό του – 206th anniversary of his death

Γιος αμαξοποιού, ο Φραντς Γιόζεφ Χάυντν γεννήθηκε το 1732 στο χωριό Ρόραου (Rohrau) της Αυστρίας κοντά στα σύνορα με την Ουγγαρία. Οι γονείς του δεν είχαν ιδιαίτερη σχέση με τη μουσική, αν και ο πατέρας του έτρεφε ιδιαίτερη εκτίμηση για την παραδοσιακή μουσική και ήταν αυτοδίδακτος στην άρπα. Ο Χάυντν παίρνει τα πρώτα μαθήματα μουσικής κοντά στον συγγενή της οικογένειας, Γιόχαν Ματίας Φρανκ και ειδικότερα στο πιάνο και το βιολί. Σε ηλικία επτά ετών γίνεται μέλος της παιδικής χορωδίας στον Καθεδρικό Ναό του Αγίου Στεφάνου στη Βιένη, ωστόσο γενικά δεν λαμβάνει μία συστηματική μουσική εκπαίδευση κατά τα νεανικά του χρόνια. Εγκαταλείποντας την παιδική χορωδία, ο Χάυντν αναγκάζεται να εργαστεί ως ελεύθερος επαγγελματίας μουσικός, παίζοντας βιολί και πληκτροφόρα όργανα ή διδάσκοντας μουσική. Αυτή την περίοδο, που διαρκεί δέκα χρόνια περίπου, καταγράφονται κάποια επιπλέον μαθήματα μουσικής σύνθεσης με τον Nicola Porpora, σημαντικό Ιταλό συνθέτη και δάσκαλο τραγουδιού.

Το 1759 (ή το 1757) ο Χάυντν διορίζεται ως μουσικός διευθυντής στην αυλή του κόμη Karl von Morzin, όπου διευθύνει μία μικρή ορχήστρα, για την οποία συνθέτει και την πρώτη του Συμφωνία. Σύντομα όμως, όλοι οι μουσικοί της αυλής απολύονται λόγω οικονομικών δυσχερειών του κόμη. Το γεγονός αυτό θεωρείται ορόσημο στην καλλιτεχνική σταδιοδρομία του Χάυντν, καθώς το 1761 βρίσκει μόνιμη εργασία στο παλάτι του πρίγκιπα Εστερχάζυ (Paul Anton Eszterházy), το οποίο μεταξύ άλλων περιλαμβάνει ένα θέατρο όπερας και δύο μεγάλα δωμάτια μουσικής. Ο Χάυντν είναι υπεύθυνος όχι μόνο για τη σύνθεση της μουσικής και τη διεύθυνση της ορχήστρας, αλλά και για την εκπαίδευση των μουσικών και τη συντήρηση των οργάνων. Σε αυτή τη θέση θα παραμείνει για περισσότερο από τριάντα χρόνια, παράγοντας σχεδόν το σύνολο του έργου του. Σε αυτό το διάστημα καταγράφεται και η ανάπτυξη της φιλίας του Χάυντν με τον Μότσαρτ, του οποίου το έργο άσκησε σημαντική επίδραση στον Χάυντν. Στα σημαντικότερα έργα αυτής της περιόδου συγκαταλέγονται οι Συμφωνίες του Παρισιού (1785-1786), η Συμφωνία του Αποχαιρετισμού (αρ. 45) καθώς και αρκετές Σονάτες για πιάνο και Κουαρτέτα εγχόρδων.

Μετά το θάνατο του πρίγκιπα Νικολάου το 1790, ο διάδοχός του Αντώνιος αποφασίζει να απολύσει όλους τους μουσικούς της αυλής. Το γεγονός αυτό επιτρέπει στον Χάυντν να αποδεχτεί την τιμητική πρόσκληση του ιμπρεσάριου Γιόχαν Πέτερ Σάλομον (Johann Peter Salomon) για μία περιοδεία στο Λονδίνο με την υποστήριξη μιας μεγάλης ορχήστρας. Στα πλαίσια αυτής της περιοδείας, ο Χάυντν συνθέτει συνολικά δώδεκα Συμφωνίες, μεταξύ των οποίων η Συμφωνία της Έκπληξης (αρ. 94) και η Στρατιωτική (αρ. 100). Οι αποκαλούμενες και Συμφωνίες του Λονδίνου, τυγχάνουν μεγάλης απήχησης και συγκαταλέγονται στα πιο σημαντικά έργα του Χάυντν.

Μετά από την περιοδεία στο Λονδίνο, ο Χάυντν επιστρέφει στη Βιένη, όπου εγκαθίσταται μόνιμα και συνθέτει κυρίως θρησκευτική μουσική. Στο διάστημα αυτό, ολοκληρώνει δύο ορατόρια, τη «Δημιουργία» ("Die Schöpfung") και τις «Εποχές» ("Die Jahreszeiten"), του 1798 και 1801 αντίστοιχα. Τα κείμενα για τα δύο αυτά ορατόρια έγραψε ο βαρόνος Gottfried von Swieten και για τη «Δημιουργία» βασίστηκε στη «Γένεση» και το έργο του Μίλτον «Ο χαμένος παράδεισος». Θεωρείται πως τα έργα αυτά είναι επηρεασμένα από τη μουσική του Γκέοργκ Φρήντριχ Χαίντελ και ειδικότερα από το ορατόριο «Μεσσίας», καθώς κατά την επίσκεψή του στο Λονδίνο, ο Χάυντν ήρθε σε επαφή με το έργο του Χαίντελ.

Το Κοντσέρτο για βιολοντσέλο αρ. 1 σε Ντο μείζονα, του Γιόζεφ Χάυντν, ερμηνεύει η 28χρονη σήμερα, Γερμανίδα βιολοντσελίστρια Marie-Elisabeth Hecker. Την Ολλανδική Φιλαρμονική Δωματίου, η οποία ιδρύθηκε το 2005 και έδωσε την αποχαιρετιστήρια συναυλία της στις 14 Ιουλίου του 2013, διευθύνει ο σπουδαίος Βέλγος αρχιμουσικός Philippe Herreweghe.



Joseph Haydn (1732-1809)

♪ Cello Concerto No.1 in C major, Hob. VIIb/1 (1761-1765)

i. Moderato
ii. Adagio
iii. Allegro molto

Marie-Elisabeth Hecker, cello (Luigi Bajoni, 1864)

Radio Kamer Filharmonie
Μουσική διεύθυνση (Conductor): Philippe Herreweghe

Grote Zaal van het Concertgebouw Amsterdam, September 18, 2011 (Μεγάλη Αίθουσα του Κοντσερτγκεμπάου του Άμστερνταμ, 18 Σεπτεμβρίου 2011)

(HD 720p)

Πηγή για την εισαγωγή: el.wikipedia

Πρώτη δημοσίευση: 31 Μαρτίου 2015 – First publication: March 31, 2015
Αναθεωρημένη δημοσίευση: 31 Μαΐου 2015 – Reuploaded post: May 31, 2015


























Δείτε επίσης – Watch also

Joseph Haydn: Cello Concerto No.1 in C major – Andreas Brantelid, Musica Vitae, Malin Broman (HD 1080p)

Joseph Haydn: Die Jahreszeiten / The Seasons – Wiener Philharmoniker, Nikolaus Harnoncourt (Salzburg Festival 2013, HD 1080p)

Joseph Haydn: Symphony No.91 in E flat major – Gothenburg Symphony Orchestra, Christian Zacharias

Felix Mendelssohn Bartholdy: Violin Concerto in E minor – Alina Ibragimova, Philippe Herreweghe

Johann Sebastian Bach: Cantata BWV 80 – Felix Mendelssohn: Symphony No.5 in D – Radio Kamer Filharmonie (The farewell concert), Frans Brüggen

Sunday, March 29, 2015

Pyotr Ilyich Tchaikovsky: Symphony No.4 in F minor – Mariinsky Orchestra, Valery Gergiev (Full HD 1080p)

Κομβικό έργο του ρωσικού Ρομαντισμού, έμπλεο πάθους και μελωδικότητας, η Τέταρτη Συμφωνία του Πιότρ Ιλίτς Τσαϊκόφσκι γράφτηκε σε μια μάλλον μοιραία φάση της ζωής του συνθέτη. Εκείνη την εποχή, μια πρώην φοιτήτριά του στο Ωδείο της Μόσχας, του εξομολογήθηκε τον έρωτά της, γεγονός που, σε μία απέλπιδα προσπάθεια να υπερβεί την ομοφυλοφιλία του, τον «παρέσυρε» σε έναν γάμο διάρκειας εννέα μόλις εβδομάδων, ο οποίος τον οδήγησε στα όρια της διανοητικής κατάρρευσης.

Την ίδια περίπου περίοδο, τον Τσαϊκόφσκι θα θέσει υπό την προστασία της η βαρόνη Ναντιέζντα φον Μεκ, μια αινιγματική χήρα με τεράστια περιουσία και μητέρα έντεκα παιδιών, η οποία θα γοητευτεί από το πηγαίο ταλέντο του μεγάλου Ρώσου συνθέτη. Για τον λόγο αυτόν, άλλωστε, θα αποφασίσει να τον βοηθήσει στη δημιουργική του πορεία, χορηγώντας του επί μηνιαίας βάσης ένα γενναιόδωρο επίδομα, που θα του επιτρέψει ν' αφοσιωθεί στο έργο του, με τον όρο, ωστόσο, να μην ειδωθούν ποτέ. Αυτός ο θαυμασμός γρήγορα θα μεταμορφωθεί σε έρωτα από την πλευρά της βαρόνης, η οποία, όμως, θέλοντας να κρατήσει αναλλοίωτα τα αισθήματά της για εκείνον και να αποφύγει κάθε φθορά από το χρόνο και τη συνήθεια, θα τηρήσει τον όρο τον οποίο η ίδια είχε θέσει και δεν θα τον συναντήσει ποτέ. Σε αντάλλαγμα, θα αναπτυχθεί μεταξύ τους μια ενδιαφέρουσα και πυκνή αλληλογραφία, όπου ο συνθέτης εκθέτει τις απόψεις του για τη μουσική, τη λογοτεχνία, την ιστορία και την πολιτική. Πάντως, ύστερα από δεκατέσσερα χρόνια, η βαρόνη θα πάψει να τον ενισχύει οικονομικά και ηθικά, όταν, ίσως, θα συνειδητοποιήσει πως ο συνθέτης δεν της ανταποδίδει την αγάπη της παρά μόνον από συμφέρον και ότι την αγνοεί από κάθε άλλη άποψη.

Στην «προστάτιδά» του αυτή, λοιπόν, αφιέρωσε ο Τσαϊκόφσκι την Τέταρτη Συμφωνία του, η οποία παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στη Μόσχα τον Φεβρουάριο του 1878. Προς μεγάλη απογοήτευση του συνθέτη, η πρεμιέρα αυτή ήταν μάλλον ατυχής. Λίγους μήνες αργότερα, εν τούτοις, το έργο «δικαιώθηκε» πανηγυρικά σε μια νέα εκτέλεσή του στην Αγία Πετρούπολη.

Τη Συμφωνία αρ. 4 σε Φα ελάσσονα, έργο 36 του Πιότρ Ιλίτς Τσαϊκόφσκι, ερμηνεύει η Ορχήστρα του Θεάτρου Μαριίνσκι υπό τη διεύθυνση ενός από τους κορυφαίους μαέστρους στον κόσμο, του Βαλέρι Γκέργκιεφ. Η εντυπωσιακή κινηματογράφηση της συναυλίας από τον Andy Sommer, η οποία καθηλώνει και συναρπάζει τον θεατή, έγινε ζωντανά στη Σαλ Πλεγιέλ του Παρισιού, τον Ιανουάριο του 2010.

Το βίντεο αφαιρέθηκε για λόγους πνευματικών δικαιωμάτων – The video was removed for copyright reasons

Pyotr Ilyich Tchaikovsky (1840-1893)

♪ Symphony No.4 in F minor, Op.36 (1878)

i. Andante sostenuto – Moderato con anima – Moderato assai, quasi Andante – Allegro vivo
ii. Andantino in modo di canzona
iii. Scherzo: Pizzicato ostinato – Allegro
iv. Finale: Allegro con fuoco

The Mariinsky Theatre Orchestra
Διευθύνει ο Valery Gergiev

Salle Pleyel, Paris, January 2010 (Ιανουάριος 2010)


Σκηνοθεσία – Director: Andy Sommer


Βίντεο υψηλής ευκρίνειας με υψηλή ποιότητα ήχου
High definition video with high quality audio

(Full HD 1080p)

Δημοσιεύτηκε στο Youtube για λογαριασμό του Blog: Πρόσωπα της Κλασικής Μουσικής (Faces of Classical Music)














Βαλέρι Γκέργκιεφ: Ο «τσάρος του πόντιουμ»

Είναι γνωστός παγκοσμίως για τους «τρελούς», κυριολεκτικά, ρυθμούς στους οποίους κινείται. Τα διεθνή μέσα ενημέρωσης τον θέλουν στενό φίλο του προέδρου Πούτιν, ωστόσο ο ίδιος δηλώνει πως μεταξύ τους υπάρχει, απλώς, αλληλοεκτίμηση. Απόλυτος κυρίαρχος του ιστορικού Θεάτρου Μαριίνσκι της Αγίας Πετρούπολης, το οποίο διευθύνει με «σιδερένιο χέρι» τα τελευταία 26 χρόνια, διαγράφει παράλληλα μιαν εντυπωσιακή διαδρομή στη Δύση όπου, όχι σπάνια, το όνομά του βρίσκεται στο επίκεντρο συζητήσεων (και) για λόγους πέραν της μουσικής.

Ο λόγος για τον Βαλέρι Γκέργκιεφ. Για τους παροικούντες την Ιερουσαλήμ, ο Ρώσος αρχιμουσικός δεν χρειάζεται ιδιαίτερες συστάσεις, αφού αποτελεί έναν από τους διασημότερους διευθυντές ορχήστρας της γενιάς του. Γεννημένος στη Μόσχα στις 2 Μαΐου 1953, μεγάλωσε στον Καύκασο ενώ το γεγονός ότι έχασε τον πατέρα του – στρατιωτικό στο επάγγελμα – σε ηλικία 14 μόλις ετών τον επηρέασε ιδιαίτερα. Για τη συμβολή του στη μουσική ζωή της χώρας του μέσα από τη δουλειά του στο Μαριίνσκι, το οποίο ανέλαβε σε ηλικία 35 ετών, έχει χυθεί άπειρο μελάνι. Κυρίως για το γεγονός ότι όχι μόνο κατάφερε να κρατήσει το θέατρο όρθιο στη διάρκεια της ταραγμένης περιόδου που ακολούθησε την πτώση της πρώην Σοβιετικής Ένωσης, αλλά κατόρθωσε και να διευρύνει τη διεθνή του απήχηση μέσα από αναρίθμητες περιοδείες των συνόλων του (της Όπερας, της Ορχήστρας και του Μπαλέτου) στη Δύση. Το γεγονός ότι τα λαμπερά εγκαίνια της δεύτερης σκηνής του Μαριίνσκι, γνωστής ως «Μαριίνσκι ΙΙ», το 2013 και δη ανήμερα των 60ών γενεθλίων του μαέστρου, απασχόλησαν για μεγάλο διάστημα τα σημαντικότερα μέσα μαζικής ενημέρωσης παγκοσμίως, είναι μία μόνον από τις πλέον πρόσφατες ενδείξεις της δυναμικής του Γκέργκιεφ.

Κάτοχος σημαντικών διακρίσεων και βραβείων εντός και εκτός Ρωσίας, ιδρυτής και διευθυντής επιτυχημένων φεστιβάλ, ο Γκέργκιεφ (ο οποίος από το 2015 αναλαμβάνει, παράλληλα πάντα με το Μαριίνσκι, τη θέση του βασικού αρχιμουσικού της Φιλαρμονικής του Μονάχου) απολαμβάνει το στάτους εθνικού ήρωα στη χώρα του. Ωστόσο, οι πολιτικού χαρακτήρα παρεμβάσεις και η στήριξη που παρέχει ανοιχτά στον Ρώσο πρόεδρο Βλαντιμίρ Πούτιν, τον έχουν φέρει κατά καιρούς στο επίκεντρο επικρίσεων στη Δύση. Πριν από μερικούς μήνες, για παράδειγμα, συναυλίες του διακόπηκαν σε Νέα Υόρκη και Λονδίνο από μέλη ενώσεων οι οποίες υποστηρίζουν τα δικαιώματα των ομοφυλόφιλων, σε ένδειξη διαμαρτυρίας για τους σχετικούς περιοριστικούς νόμους στη Ρωσία. Oι αντιδράσεις αυτές ανάγκασαν τον μαέστρο να προβεί σε δημόσιες δηλώσεις στις οποίες εξέφραζε την αντίδρασή του σε κάθε είδους διακρίσεις. Τον Μάρτιο του 2014, ωστόσο, η υποστήριξη που εξέφρασε στη ρωσική στρατιωτική επέμβαση στην Ουκρανία προκάλεσε νέο γύρο επικρίσεων στο πρόσωπό του.

Τουλάτου Ισμα Μ., 8/9/2014 (tovima.gr)






































































































































Δείτε επίσης – Watch also

Pyotr Ilyich Tchaikovsky: Symphony No.5 in E minor – Mariinsky Orchestra, Valery Gergiev (Full HD 1080p)

Pyotr Ilyich Tchaikovsky: Symphony No.6 in B minor – Mariinsky Orchestra, Valery Gergiev (Full HD 1080p)

Friday, March 27, 2015

Ludwig van Beethoven: Sonata No.27 in E minor & Sonata No.32 in C minor – Ivo Pogorelić

Από την πανέμορφη, σε στυλ μπαρόκ Villa Contarini στην Piazzola sul Brenta (επαρχία της Πάδοβα στην περιφέρεια του Βένετο στην Ιταλία), ο Ίβο Πογκορέλιτς ερμηνεύει τις Σονάτες αρ. 27 σε Μι ελάσσονα, έργο 90, και αρ. 32 σε Ντο ελάσσονα, έργο 111, του Λούντβιχ βαν Μπετόβεν.

Ανατρεπτικός και απρόβλεπτος πιανίστας, με ανεπανάληπτο ήχο και τεχνική ο Ίβο Πογκορέλιτς αποτελεί ένα ιδιαίτερο πιανιστικό φαινόμενο που οι σπάνιες, τα τελευταία χρόνια, εμφανίσεις του προκαλούν μεγάλες συζητήσεις και ακραία συναισθήματα.



Ludwig van Beethoven (1770-1827)

Sonata No.27 in E minor, Op.90 (1814)


i. Mit Lebhaftigkeit und durchaus mit Empfindung und Ausdruck

ii. Nicht zu geschwind und sehr singbar vorzutragen


Sonata No.32 in C minor, Op.111 (1821-1822)


i. Maestoso – Allegro con brio ed appassionato

ii. Arietta: Adagio molto, semplice e cantabile


Ivo Pogorelić, piano

Villa Contarini in Piazzola sul Brenta, Italy, 1987


(HD 1080p)


Δημοσιεύτηκε στο Youtube για λογαριασμό του Blog: Πρόσωπα της Κλασικής Μουσικής (Faces of Classical Music)






















Δείτε επίσης – Watch also

Ludwig van Beethoven: Bagatelle No.25 in A minor "Für Elise" – Ivo Pogorelić (New video, HD 1080p)

Wednesday, March 25, 2015

Nikos Skalkottas: The Sea (Ballet Suite) – Iceland Symphony Orchestra, Byron Fidetzis (Audio video)

Ο Νίκος Σκαλκώτας μπροστά
από τον Λευκό Πύργο της Θεσσαλονίκης
Παρ' όλο που, στον πρόλογο της παρτιτούρας, έχουμε μια σίγουρη ημερομηνία για το έργο αυτό (29-6-1949), το ίδιο το έργο, υπό τον τίτλο «Η Ελληνική θάλασσα – "La mer grecque", musique de ballet» – φιγουράρει στον κατάλογο Μερλιέ ως έργο του 1948. Συνεπώς, και στην περίπτωση της Θάλασσας, έχουμε ένα έργο του 1948, που ενορχηστρώνεται το 1949.

Η Θάλασσα πραγματώνει σε «μεγάλη μορφή» αυτό που οι 4 Εικόνες εισάγουν σε «συγκρατημένη». Ολοκληρώνει ένα πλάνο πλήρους φυσικής και μεταφυσικής πραγματείας του θέματος. Το έργο, σε 11 μέρη, χωρίζεται, κατά βάσιν, σε δύο μεγάλους κύκλους: έναν φυσικό (Χορός των κυμάτων, Τράτα, Τα μικρά ψαράκια, Τα δελφίνια – 3ο, 4ο, 5ο και 6ο μέρος αντιστοίχως), και έναν υπερφυσικό (η Προετοιμασία της Γοργόνας, ο Χορός της Γοργόνας, η Ιστορία του Μεγαλέξανδρου – 8ο, 9ο και 10ο μέρος). Ο όρος «θαλασσινός κόσμος», που χρησιμοποιεί ο Σκαλκώτας στον πρόλογο, περιλαμβάνει τόσο τον φυσικό κόσμο (ανθρώπους, ψάρια, κύματα), όσο και τον υπερφυσικό (η Γοργόνα, άλλα όντα, και ο Μεγαλέξανδρος). Το 2ο μέρος, το Παιδί της θάλασσας, μας παρουσιάζει τον βασικό χαρακτήρα του έργου. Τρία μέρη, η Εισαγωγή (1ο μέρος), το Νυχτερινό (7ο μέρος) και το Φινάλε (11ο μέρος), δίνουν την ίδια τη φυσιογνωμία της θάλασσας, σε όλο το μεταφυσικό της βάθος.

Η ίδια η μεταφυσική της θάλασσας προσεγγίζεται μέσα από «μια αμφίβολη τρικυμία σε βαθύ αίσθημα, βαθιά νοσταλγία», «σαν μια λύπη θανάτου», μια «μεγάλη λύπη και χαρά», τη «λύπη του θανάτου που σαν επωδό του τραγουδιού της σκορπίζει η θάλασσα». Δεν θα διστάζαμε να μιλήσουμε για μια βαγκνερική μεταφυσική, αν δεν γνωρίζαμε ότι ο όρος «χαρμολύπη» είναι μια κατηγορία της μοναχικής φιλολογίας της Ορθόδοξης παράδοσης.

Το 1ο μέρος του έργου, η Εισαγωγή, δομείται όπως πολλές από τις σκαλκωτικές ορχηστρικές εισαγωγές: αργό – γρήγορο. Το αργό μέρος εισάγει το κύριο θέμα, το γρήγορο το χορευτικό στοιχείο, με ένα θέμα που εμφανίζει μεγάλη συγγένεια με το θέμα του αργού.

Το 2ο μέρος, το Παιδί της θάλασσας, είναι ένα σύντομο και σε χαμηλούς τόνους πορτρέτο του ναύτη, που πάει να κοιμηθεί. Το ενδιάμεσο θέμα του μέρους αυτού, είναι η προσευχή του θαλασσινού.

Το 3ο μέρος, ο Χορός των κυμάτων, είναι μια θύελλα, μια «τρικυμία, όπου η θάλασσα οργιάζει και τα κύματα χορεύουν μέσα σε μία σκοτεινή νύχτα». Το πρώτο θέμα του μέρους αυτού προέρχεται, επίσης, από το θέμα της Εισαγωγής.

Το 4ο μέρος, η Τράτα, είναι ένα «εργατικό τραγούδι», το τραγούδι των τρατάρηδων. Δομημένο πάνω σε συνοδεία που φανερά αποδίδει τον ρυθμό της δουλειάς των ψαράδων (λ.χ. που τραβάνε τα δύχτυα), το μέρος αυτό έχει μια μελωδία σε «μεγάλη γραμμή» που εισάγεται στο αγγλικό κόρνο, αναπτύσσεται, και επανέρχεται σε ένα μεγαλειώδες ορχηστρικό τούττι (όπου ο Σκαλκώτας χρησιμοποιεί, για μοναδική φορά μέσα στο έργο, και την τσελέστα). Η ομορφιά του μέρους αυτού είναι προφητική: η μελωδία του προλέγει άπειρα θέματα «λαϊκής» εμπνεύσεως της μουσικής των Μ. Θεοδωράκη και Μ. Χατζιδάκι.

Με το 5ο μέρος, τα Μικρά ψαράκια, ο Σκαλκώτας γράφει ένα κομμάτι «μπαλετίστικο», στην παράδοση του Τσαϊκόφσκι (Χορός των μικρών κύκνων).

Το 6ο μέρος, τα Δελφίνια, επαναφέρει το θέμα του «λαϊκού στοιχείου» ως στοιχείου «φαντασμαγορικού».

Το 7ο μέρος, Νυχτερινό, κομμάτι περισυλλογής, αναπτύσσει ελεύθερα μια παραλλαγή του βασικού θέματος της Εισαγωγής.

Το 8ο μέρος, η Προετοιμασία της Γοργόνας, αναπτύσσεται εξ ολοκλήρου στα πνευστά, ενώ τα έγχορδα (χωρίς τη χρήση βιολιών) και τα κρουστά (τύμπανα, μεγάλη κάσα και γκονγκ) συγχωνεύονται με τα φαγκότα και την τούμπα σε ένα ορχηστρικό φόντο. Η ιδιοτυπία της θαυμάσιας αυτής μουσικής, την οποία ο Σκαλκώτας επισημαίνει ιδιαίτερα στον πρόλογο της Θάλασσας, παραπέμπει σαφώς σε πρότυπα μουσικής για τον κινηματογράφο – χολυγουντιανής υπερπαραγωγής.

Στο 9ο μέρος, η Γοργόνα «νομίζοντας πως χορεύει μπρος στον αδελφό της, τον Μεγαλέξανδρο, χορεύει έναν οργιαστικό χορό». Πρόκειται για ένα bacchanale, που θυμίζει κάπως το αντίστοιχο του Σαιν-Σανς, από το Σαμψών και Δαλιδά.

Ανάμεσα στο 9ο μέρος και στο 10ο, σύμφωνα με το σενάριο του συνθέτη, παρεμβάλλεται ένα σκηνικό επεισόδιο – χωρίς μουσική: «Το πλήθος ρωτάει: Ζει ο Μεγαλέξανδρος; Ζει! απαντούν από μακριά» (δεν περιλαμβάνεται στο CD). Το επεισόδιο αυτό εισάγει το 10ο μέρος του έργου, το Παραμύθι του Μεγαλέξανδρου: μια εκστατική μουσική θρύλου, που η ομορφιά της θυμίζει, κάπως, το Πουλί της Φωτιάς του Στραβίνσκι.

Το 11ο μέρος, ο Ύμνος στη Θάλασσα, στηρίζεται σε ένα νέο θέμα, ένα κοράλ, ενώ το κύριο θέμα της θάλασσας μεταπίπτει σε δεύτερο θέμα, και δέχεται πλούσια ανάπτυξη. Αξιοσημείωτο είναι πώς το κοράλ, στην επεξεργασία του, μετατρέπεται σε σόλο του βιολοντσέλου. Όσον αφορά το φινάλε της Θάλασσας, θα μπορούσαμε να θυμηθούμε τα βαγκνερικά φινάλε από τον Ιπτάμενο Ολλανδό, μέχρι το Λυκόφως των Θεών.

Κωστής Δεμερτζής 2005

Βύρων Φιδετζής

















Τη Συμφωνική Ορχήστρα της Ισλανδίας διευθύνει ο Βύρων Φιδετζής. Η ηχογράφηση πραγματοποιήθηκε τον Ιούνιο του 2003 στο Πολιτιστικό Κέντρο «Χασκολάμπιο», στο Ρέικιαβικ της Ισλανδίας,  για τη σουηδική εταιρία BIS Records.


[Το βίντεο αφαιρέθηκε για λόγους «πνευματικών δικαιωμάτων» – The video was removed for "copyright reasons"]

Nikos Skalkottas (1904-1949)


♪ The Sea – Ballet Suite (1948-1949)

i. Prelude

ii. The Child of the Sea
iii. Dance of the Waves
iv. The Trawler
v. The Little Fish
vi. The Dolphins
vii. Nocturne
viii. The Preparation of the Mermaid
ix. Dance of the Mermaid
x. The Story of Alexander the Great
xi. Finale. Hymn to the Sea

Iceland Symphony Orchestra

Διευθύνει ο Byron Fidetzis

BIS Records 2005


(HD 1080p – Audio video)

"Storm at Sea" by Lorraine Foster, 2008



















Δείτε επίσης – See also

Nikos Skalkottas: Concerto No.2 for Piano and Orchestra – Geoffrey Douglas Madge, Nikos Christodoulou (Audio video)

Νίκος Σκαλκώτας – Στο Τελευταίο Αναλόγιο

Tuesday, March 24, 2015

Dmitri Shostakovich: Jazz Suite No.1 – Riccardo Chailly (Audio video)

Με την ευκαιρία της 81ης επετείου από την πρώτη παρουσίαση του έργου.

Η δημοφιλής «Τζαζ Σουίτα αρ. 1», μια ανάλαφρη σύνθεση του Ντμίτρι Σοστακόβιτς, γράφτηκε στις αρχές του 1934, όταν η Σοβιετική Ένωση της εποχής του Στάλιν ερχόταν σε επαφή με την αμερικανική τζαζ, μέσα από πολλά εμπόδια. Ο Σοστακόβιτς ενδιαφέρθηκε για το είδος και θέλησε να το αναβαθμίσει από τη μουσική για «καφέ», που πίστευε ότι βρισκόταν η σοβιετική τζαζ.

Το έργο αποτελείται από τρία μέρη: Βαλς, Πόλκα και Φοξ-τροτ. Είναι γραμμένο για 3 σαξόφωνα (σοπράνο, άλτο και τενόρο), 2 τρομπέτες, τρομπόνι, γούντμπλοκ, ταμπούρο, πιατίνια, γκλόκενσπιλ, ξυλόφωνο, μπάντζο, χαβανέζικη κιθάρα, πιάνο, βιολί και κοντραμπάσο. Η πρεμιέρα του δόθηκε στο Λένινγκραντ (σημερινή Αγία Πετρούπολη) στις 24 Μαρτίου 1934.

Τη Βασιλική Ορχήστρα Κοντσέρτγκεμπαου διευθύνει ο Ρικάρντο Σαγί.



Dmitri Shostakovich (1906-1975)

♪ Jazz Suite No.1 (1934)

i. Waltz
ii. Polka
iii. Foxtrot

Royal Concertgebouw Orchestra
Διευθύνει ο Riccardo Chailly

Decca 1991

(HD 1080p  Audio video)

The premiere was on March 24, 1934.

Πηγή για την εισαγωγή: sansimera.gr

Azat Minnekaev (b. 1958)















Δείτε επίσης – Watch also

Dmitri Shostakovich: Suite for Promenade Orchestra (Jazz Suite No.2) – Riccardo Chailly (Audio video), and more...

Dmitri Shostakovich: Symphony No.5 in D minor – BBC Symphony Orchestra, Edward Gardner

Dmitri Shostakovich: Symphony No.13 in B flat minor "Babi Yar" – Sergei Aleksashkin, Groot Omroepmannenkoor, Radio Filharmonisch Orkest, Dima Slobodeniouk

Dmitri Shostakovich: Symphony No.4 in C minor – Gothenburg Symphony Orchestra, David Afkham

Μουσική υπό διωγμό: οι πολιτικές διώξεις του Σοστακόβιτς – Μέρος Α

Μουσική υπό διωγμό: οι πολιτικές διώξεις του Σοστακόβιτς – Μέρος Β


Dmitri Shostakovich: Sonata for viola and piano – Maxim Rysanov, Kathryn Stott



Sunday, March 22, 2015

Johann Sebastian Bach: Works for Organ, Vol.2 – Marie-Claire Alain – Große Orgel, Freiberger Dom (Audio video)

Στο πιο διάσημο μπαρόκ εκκλησιαστικό όργανο στον κόσμο, κατασκευασμένο πριν από 301 χρόνια από τον φημισμένο Γερμανό κατασκευαστή πληκτροφόρων μουσικών οργάνων, Gottfried Silbermann στον καθεδρικό ναό του Freiberg στη Σαξονία, η σπουδαία Γαλλίδα οργανίστα Marie-Claire Alain ερμηνεύει έργα του Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ.

Η Marie-Claire Alain γεννήθηκε στις 10 Αυγούστου 1926 στο Saint-Germain-en-Laye (ένα από τα πιο εύπορα προάστια του Παρισιού). Ο πατέρας της, Albert, όπως και οι δυο αδελφοί της, Jehan και Olivier ήταν επίσης οργανίστες. Ξεκίνησε να βοηθάει τον πατέρα της όταν εκείνος έπαιζε όργανο στην εκκλησία της ενορίας, στην ηλικία των έντεκα. Στο Ωδείο του Παρισιού, όπου τιμήθηκε με τέσσερα βραβεία, σπούδασε με τον Marcel Dupré, τον Maurice Duruflé και αργότερα με τον Gaston Litaize. Στον διεθνή μουσικό διαγωνισμό στη Γενεύη, το 1950, κέρδισε το δεύτερο βραβείο για εκκλησιαστικό όργανο. Δίδαξε στο Ωδείο της πόλης Rueil-Malmaison και κατόπιν στο Ωδείο του Παρισιού. Στους μαθητές της περιλαμβάνονται οι περισσότεροι από τους μετέπειτα μεγάλους οργανίστες, όπως οι Cherry Rhodes, James M. Higdon Jr, George C. Baker, Robert Bates, Diane Bish, Guy Bovet, James David Christie, Monique Gendron, Gerre Hancock, Marcus Huxley, Wolfgang Karius, Jon Laukvik, Michael Matthes, Daniel Roth, Wolfgang Rübsam, Helga Schauerte, Dong-ill Shin, Martin Strohhäcker, Thomas Trotter, Kenneth Weir, Fritz Werner, Zsuzsa Elekes και άλλοι. Η Marie-Claire Alain είναι η οργανίστα με τις περισσότερες ηχογραφήσεις στην καριέρα της (περισσότερες από 260). Μεταξύ αυτών υπάρχουν τρεις καταγραφές όλων των έργων για όργανο του Μπαχ. Η τελευταία (απ' όπου και η παρούσα ηχογράφηση), περιλαμβάνει εγγραφές από το 1985 μέχρι το 1993. Μετά το θάνατο του πατέρα της, το 1971, τον διαδέχθηκε στον ενοριακό ναό του Saint-Germain-en-Laye, όπου και υπηρέτησε ως οργανίστα επί σαράντα χρόνια. Παντρεύτηκε τον Jacques Gommier, το 1950, με τον οποίο απέκτησαν ένα γιο, τον Benoît και μία κόρη, την Aurélie. Ο σύζυγός της πέθανε το 1992. Μετά το θάνατο του γιου της το 2010, κατέρρευσε ψυχολογικά και αποσύρθηκε σε έναν οίκο ευγηρίας στο Pecq, ένα από τα δυτικά προάστια του Παρισιού, όπου στις 26 Φεβρουαρίου 2013 πέθανε σε ηλικία 86 ετών.

Ο Gottfried Silbermann γεννήθηκε στις 14 Ιανουαρίου 1683 στην Kleinbobritzsch (σήμερα αποτελεί μία συνοικία της μικρής πόλης Frauenstein στη Σαξονία) και ήταν ο μικρότερος γιος του ξυλουργού Michael Silbermann. Η οικογένειά του εγκαταστάθηκε στην Frauenstein το 1685, όπου εκείνος έμαθε ξυλουργική. Την κατασκευή μουσικών οργάνων την έμαθε από τον αδελφό του στο Στρασβούργο, όπου εγκαταστάθηκε το 1702 και ήρθε σε επαφή με τη γαλλοαλσατική σχολή κατασκευής οργάνων, η οποία έδρευε εκεί. Επέστρεψε ως αρχιτεχνίτης στη Σαξονία το 1710, όπου ένα χρόνο αργότερα άνοιξε δικό του εργαστήριο οργάνων στο Freiberg, αναλαμβάνοντας ταυτόχρονα και την κατασκευή του εκκλησιαστικού οργάνου για τον καθεδρικό ναό της πόλης. Το όργανο αυτό ολοκληρώθηκε το 1714 και θεωρείται το σπουδαιότερο έργο του. Στη ζωή του κέρδισε πολλές τιμές και απέκτησε ασυνήθιστα μεγάλο πλούτο για την εποχή του. Πέθανε στη Δρέσδη στις 4 Αυγούστου 1753, πιθανότατα από δηλητηρίαση από το κράμα κασσίτερου-μολύβδου με το οποίο δούλευε, ενώ κατασκεύαζε το όργανο στον καθεδρικό ναό (Hofkirche) της πόλης.


Ένα από τα πιο διάσημα μνημεία του Freiberg είναι ο καθεδρικός του ναός (Freiberger Dom). Η γοτθική εκκλησία χτίστηκε μετά την πυρκαγιά του 1484 στη ρωμανική Βασιλική της Αγίας Μαρίας, αντικαθιστώντας τον κατεστραμμένο από τη φωτιά ναό του 1190. Όπως συνέβαινε και με τη ρωμανική εκκλησία, ο νεόκτιστος καθεδρικός ναός αντανακλούσε με την εντυπωσιακή αρχιτεκτονική του τον πλούτο από την εξόρυξη αργύρου στην πόλη του Freiberg. Το περίφημο εκκλησιαστικό όργανο (Große Orgel) του καθεδρικού ναού κατασκευάστηκε κατά τα έτη 1710-1714 από τον φημισμένο Γερμανό κατασκευαστή πληκτροφόρων μουσικών οργάνων, Gottfried Silbermann.




Johann Sebastian Bach (1685-1750)

Works for Organ, Vol. 2


i. Toccata & Fugue in D minor, BWV 538 [00:00]
*

Chorale Preludes from the Orgel-Büchlein, BWV 618-624

ii. O Lamm Gottes, unschuldig, BWV 618 [13:02]
iii. Christe, du Lamm Gottes, BWV 619 [16:39]
iv. Christus, der uns selig macht, BWV 620 [17:50]
v. Da Jesus an dem Kreuze stund, BWV 621 [19:54]
vi. O Mensch, bewein dein Sünde gross, BWV 622 [21:35]
vii. Wir danken dir, Herr Jesu Christ, BWV 623 [27:08]
viii. Hilf, Gott, dab mir's gelinge, BWV 624 [28:12]

ix. Prelude & Fugue in G minor, BWV 535 [29:53]


Chorale Preludes from the Orgel-Büchlein, BWV 625-630

x. Christ lag in Todesbanden, BWV 625 [37:07]
xi. Jesus Christus, unser Heiland, BWV 626 [38:59]
xii. Christ ist erstanden, BWV 627 [39:58]
xiii. Erstanden ist der heil'ge Christ, BWV 628 [44:08]
xiv. Erschienen ist der herrliche Tag, BWV 629 [45:00]
xv. Heut triumphieret Gottes Sohn, BWV 630 [46:10]

xvi. Toccata & Fugue in C major, BWV 566 [47:49]


Chorale Preludes from the Orgel-Büchlein, BWV 631-632

xvii. Komm, Gott Schöpfer, heiliger Geist, BWV 631 [58:59]
xviii. Herr Jesu Christ, dich zu uns wend, BWV 632 [59:54]

Marie-Claire Alain (1926-2013)


Große Orgel, Freiberger Dom

(Gottfried Silbermann, built 1710-1714)

Freiberg Cathedral, Saxony, Germany, July 1991 (Ιούλιος 1991)


Erato Disques, Warner Music UK Ltd


(HD 1080p – Audio video)


* Χρόνος έναρξης του κάθε κομματιού – Start time of each track



















































































































































Freiberg Cathedral, Saxony

















The golden portal of the Cathedral at Freiberg in Saxony
































Δείτε επίσης – See also

Johann Sebastian Bach: Works for Organ, Vol.3 – Marie-Claire Alain – Große Orgel, Freiberger Dom (Audio video)

Johann Sebastian Bach: Works for Organ, Vol.1 – Marie-Claire Alain, Organ of the Martinikerk (Audio video)

Friday, March 20, 2015

Johann Sebastian Bach: Cantatas BWV 82 "Ich habe genug" & BWV 170 "Vergnügte Ruh, beliebte Seelenlust" – Damien Guillon

Ένας από τους σπουδαιότερους κόντρα-τενόρους της γενιάς του, ο 33χρονος Γάλλος Damien Guillon, επικεφαλής του μπαρόκ συνόλου Le Banquet Céleste, ερμηνεύει δύο από τις γνωστότερες καντάτες του Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ.

Η καντάτα BWV 82 "Ich habe genug" γράφτηκε στη Λειψία το 1727 και παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στις 2 Φεβρουαρίου του ίδιου έτους. Το έργο απαιτεί μικρό σύνολο από μπάσο (εδώ ερμηνεύεται από άλτο), όμποε, δύο βιολιά, βιόλα και μπάσο κοντίνουο.

Ο Μπαχ συνέθεσε την καντάτα BWV 170 "Vergnügte Ruh, beliebte Seelenlust" το 1726 και την παρουσίασε για πρώτη φορά στις 28 Ιουλίου του ίδιου έτους. Το έργο απαιτεί μικρό σύνολο από άλτο, όμποε ντ' αμόρε, δύο βιολιά, βιόλα, όργανο και μπάσο κοντίνουο.



Johann Sebastian Bach (1685-1750)

Cantata BWV 82 "Ich habe genug" (1727)

i. Aria: Ich habe genug
ii. Recitative: Ich habe genug
iii. Aria: Schlummert ein, ihr matten Augen
iv. Recitative: Mein Gott! wenn kömmt das schöne: Nun!
v. Aria: Ich freue mich auf meinen Tod


Cantata BWV 170 "Vergnügte Ruh, beliebte Seelenlust" (1726)

i. Aria: Vergnügte Ruh, beliebte Seelenlust
ii. Recitative: Die Welt, das Sündenhaus
iii. Aria: Wie jammern mich doch die verkehrten Herzen
iv. Recitative: Wer sollte sich demnach wohl hier zu leben wünschen
v. Aria: Mir ekelt mehr zu leben

Damien Guillon, countertenor

Le Banquet Céleste:
Baptiste Lopez, violin 1
Caroline Bayet, violin 2
Deirdre Dowling, viola
Ageet Zweistra, cello
Thomas de Pierrefeu, double-bass
Patrick Beaugiraud, oboe d'amore
Jean-Marc Philippe, oboe
Rodrigo Gutierrez, tenor oboe
Julien Debordes, bassoon
Kevin Manent, harpsichord
Maude Gratton, organ

Διευθύνει ο Damien Guillon

Σκηνοθεσία: Vincent Massip

L' Abbaye aux Dames – Académies musicals de Saintes, France, 39th Festival de Saintes, July 11, 2010 (11 Ιουλίου 2010)

Βίντεο υψηλής ευκρίνειας με υψηλή ποιότητα ήχου
High definition video with high quality audio

(HD 1080p)

Δημοσιεύτηκε στο Youtube για λογαριασμό του Blog: Πρόσωπα της Κλασικής Μουσικής (Faces of Classical Music)

Damien Guillon

















































































Damien Guillon










Wednesday, March 18, 2015

Giacomo Puccini: Tosca – A film by Benoît Jacquot – Angela Gheorghiu, Roberto Alagna, Ruggero Raimondi, Antonio Pappano (HD 1080p)














Η «Τόσκα», μία τραγική ερωτική ιστορία με πολιτικό φόντο, εκτυλίσσεται στη Ρώμη του 1800, όταν την Αιώνια Πόλη κυβερνούσαν αυταρχικά οι Βουρβώνοι. Η Φλόρια Τόσκα (ερμηνεύεται από σοπράνο), μια δημοφιλής τραγουδίστρια της εποχής, είναι ερωτευμένη με τον ζωγράφο Μάριο Καβαραντόσι (ερμηνεύεται από τενόρο). Ο βαρόνος Σκάρπια (ερμηνεύεται από βαρύτονο), αρχηγός της αστυνομίας του καθεστώτος, συλλαμβάνει τον Καβαραντόσι για τις δημοκρατικές του πεποιθήσεις. Όταν η Τόσκα του ζητά να απελευθερώσει τον αγαπημένο της, αυτός δέχεται, αλλά υπό έναν όρο: να υποκύψει στις ορέξεις του...

Η δημιουργία της όπερας πέρασε από χίλια κύματα. Ο συνθέτης είδε το ομώνυμο θεατρικό έργο του Βικτοριέν Σαρντού το 1887 στο Παρίσι, με τη Σάρα Μπερνάρ στο ρόλο της Τόσκα. Ενθουσιάστηκε και διαμήνυσε στον ατζέντη του να του κλείσει τα δικαιώματα του έργου για να το μεταφέρει στην όπερα. Το ίδιο έπραξαν και ο διάσημος συνάδελφός του, Τζουζέπε Βέρντι και ο Αλμπέρτο Φρανκέτι. Τελικά, ο Βέρντι αποσύρθηκε, επειδή διαφωνούσε με το φινάλε του Σαρντού. Ο Φρανκέτι κέρδισε τα δικαιώματα, αλλά γρήγορα αποσύρθηκε, επειδή η έμπνευση τον είχε εγκαταλείψει και δεν μπόρεσε να συνθέσει μια μουσική αντάξια του έργου.


Έτσι, ο δρόμος έμεινε ανοιχτός για τον Πουτσίνι, ο οποίος δεν φάνηκε ζεστός, επειδή δεν είχε προτιμηθεί στην αρχή. Τελικά πείστηκε να συνθέσει την όπερα σε λιμπρέτο των Λουίτζι Ιλικα και Τζουζέπε Τζακόζα. Το Οκτώβριο του 1899 η όπερα ήταν έτοιμη, δώδεκα χρόνια μετά το αρχικό ενδιαφέρον του Πουτσίνι. Η πρεμιέρα του έργου δόθηκε στις 14 Ιανουαρίου 1900 στο Θέατρο Κοντσάντσι της Ρώμης, παρουσία όλης της καλής κοινωνίας. Παρέστη σύσσωμη η πολιτειακή και η πολιτική ηγεσία της Ιταλίας και πολλοί άνθρωποι της μουσικής, όπως οι συνθέτες Πιέτρο Μασκάνι, Φραντσέσκο Τσιλέα και ο Αλμπέρτο Φρανκέτι. Τον επώνυμο ρόλο ερμήνευσε η Ρουμάνα σοπράνο Χαρίκλεα Νταρκλέ, η οποία ήταν ελληνικής καταγωγής και απόγονος της μεγάλης οικογένειας των Μαυροκορδάτων (Χαρίκλεια Χαρτουλάρη το πατρικό της όνομα). Οι συντελεστές της παράστασης και ο ίδιος ο Πουτσίνι γνώρισαν την αποθέωση και το παρατεταμένο χειροκρότημα των παρισταμένων.


Από την πρώτη στιγμή, το έργο άγγιξε το κοινό της όπερας και έγινε ένα από τα αγαπημένα του. Στην Ελλάδα, στην Εθνική Λυρική Σκηνή παρουσιάστηκε στις 27 Αυγούστου 1942, μεσούσης της γερμανικής κατοχής, στο Θέατρο Παρκ της Πλατείας Κλαυθμώνος, με τη 19χρονη Μαρία Καλογεροπούλου (αργότερα Κάλλας) στον κεντρικό ρόλο, υπό τη μουσική διεύθυνση του Σώτου Βασιλειάδη. Τον ρόλο της Τόσκα, εκτός της πρώτης διδάξασας Νταρκλέ και της Κάλας, έχουν δοξάσει οι υψίφωνοι Ζίνκα Μίλανοφ, Μονσεράτ Καμπαγιέ, Μιρέλα Φρένι, Ράινα Καμπαϊβάνσκα, Ρενάτα Σκότο και Άντζελα Γκεοργκίου.


Με ελληνικούς υπότιτλους – With Greek subtitles

[Το βίντεο αφαιρέθηκε για λόγους «πνευματικών δικαιωμάτων» – The video was removed for "copyright reasons"]

Giacomo Puccini (1858-1924)

Tosca (1900)

Όπερα σε 3 Πράξεις – Opera in 3 Αcts

Μια ταινία του Μπενουά Ζακό (πρώτη προβολή στο Φεστιβάλ Βενετίας το 2001)
A film by Benoît Jacquot (premiered at the Venice Film Festival 2001)

Libretto by Giuseppe Giacosa and Luigi Illica

Floria Tosca: Angela Gheorghiu (soprano)
Mario Cavaradossi: Roberto Alagna (tenor)
Baron Scarpia: Ruggero Raimondi (bass-baritone)
Cesare Angelotti: Maurizio Muraro (bass)
Sacristan: Enrico Fissore (bass)
Spoletta: David Cangelosi (tenor)
Sciarrone: Sorin Coliban (bass-baritone)
Il carceriere: Gwynne Howell (bass)
Un pastore: James Savage-Hanford (tenor)

Chorus of the Royal Opera House, Covent Garden (Terry Edwards)
Tiffin Boys' Choir (Simon Toyne)

Orchestra of the Royal Opera House, Covent Garden
Διευθύνει ο Antonio Pappano

Βίντεο υψηλής ευκρίνειας με υψηλή ποιότητα ήχου
High definition video with high quality audio

(HD 1080p)

Δημοσιεύτηκε στο Youtube για λογαριασμό του Blog: Πρόσωπα της Κλασικής Μουσικής (Faces of Classical Music)














Κλασική «Τόσκα» με κινηματογραφική ματιά

του Παναγιώτη Παναγόπουλου

H όπερα θα μπορούσε να χρησιμοποιείται πολύ συχνότερα ως πηγή υλικού για τον κινηματογράφο, καθώς διαθέτει έντονο συναίσθημα, πάθη, θέαμα και δυνατούς χαρακτήρες. Είναι, ωστόσο, σπάνιες οι φορές που έχουν ευτυχήσει οι μεταφορές λυρικών έργων στον κινηματογράφο. Και αυτό επειδή συνήθως οι σκηνοθέτες έχουν αρκετές επιφυλάξεις προκειμένου να φέρουν μια νέα άποψη και πιστεύουν ότι ένα τόσο μεγαλειώδες θέαμα πρέπει να μεταφέρεται όπως και στο θέατρο, μόνο με απαραίτητες σκηνικές αλλαγές. Στην πραγματικότητα υπάρχει χώρος για νέες προσεγγίσεις. Τα λυρικά θέατρα, εξάλλου, δεν έχουν διστάσει να παρουσιάσουν πολύ τολμηρές αναγνώσεις κλασικών έργων. Μόνο που στον κινηματογράφο, όπου στόχος είναι ένα μεγαλύτερο – αν και εξοικειωμένο – κοινό, τα έργα παρουσιάζονται συνήθως σε πιο mainstream εκδοχές.














Η ταινία που σκηνοθέτησε το 2001 ο Μπενουά Ζακό («Σαντ») αποφεύγει να πέσει στην εύκολη παγίδα που στήνει στον κινηματογράφο η όπερα. Λαμπερή και θεαματική ως είδος, μπορεί να οδηγήσει σε εικαστικές υπερβολές. O Ζακό προτίμησε να φτάσει στο άλλο άκρο. Έχει απογυμνώσει την εικόνα όχι μόνον από τα περιττά, αλλά και απ' ό,τι θεωρείται φυσιολογικό ως σκηνικό. Όλη η δράση διαδραματίζεται σε δυο τρεις άδειους χώρους, με την ύπαρξη μόνο των απολύτως απαραίτητων σκηνικών βοηθημάτων.














Επιλογή του Ζακό είναι να δώσει την προτεραιότητα στη μουσική και τις φωνές. Αυτό κάνει, τόσο με τους άδειους χώρους όσο και με την παρουσίαση της ηχογράφησης από τους καλλιτέχνες: την Αντζελα Γκεοργκίου (Τόσκα), τον Αλμπέρτο Αλάνια, που υποδύεται τον εραστή της Καβαραντόσι (και είναι ο πραγματικός της σύζυγος), και τον Ρουτζέρο Ραϊμόντι (Σκάρπια). Ειδικά στην αρχή και στο τέλος της ταινίας, εναλλάσσονται εικόνες από την ηχογράφηση στο στούντιο και από την κινηματογραφημένη δράση (ασπρόμαυρο φιλμ για το στούντιο-χώρο εργασίας, έγχρωμο για το καλλιτεχνικό πλατό), που μπορεί να μην έχει πλούσια σκηνικά, όμως οι πρωταγωνιστές κινούνται και ερμηνεύουν φορώντας βαριά οπερατικά κοστούμια. Είναι ο τρόπος του Μπενουά Ζακό να συνδέσει τους τρεις χώρους, μέσα στους οποίους μπορεί να υπάρξει μια όπερα: το στούντιο ηχογράφησης, τη θεατρική σκηνή και το κινηματογραφικό πλατό.














Η ταινία δεν κάνει την παραμικρή προσπάθεια να καλύψει το γεγονός ότι οι ερμηνείες γίνονται με προηχογραφημένη τη μουσική και το τραγούδι. Σε κάποια σημεία μάλιστα, η Γκεοργκίου και ο Αλάνια μιλούν ή φιλιούνται, ενώ την ίδια στιγμή οι φωνές τους ακούγονται να τραγουδούν. Δεν πρόκειται για λάθος του πλέι μπακ, αλλά μια σκηνοθετική επιλογή, ώστε να τονιστεί η σημασία του λόγου και των συναισθημάτων, που συνήθως στην όπερα εμφανίζονται αποδυναμωμένα σε σχέση με την κυρίαρχη μουσική. Μεγάλο προσόν αυτής της συγκεκριμένης βερσιόν της «Τόσκα» είναι ότι την ερμηνεύουν τρεις πολύ σημαντικοί καλλιτέχνες της όπερας, με μεγάλη πείρα στο λυρικό θέατρο, αλλά και στη συγκεκριμένη όπερα. Ενα άλλο ιδιαίτερα θετικό σημείο είναι το δέσιμο που έχουν οι δύο βασικοί πρωταγωνιστές. H Γκεοργκίου και ο Αλάνια, πέρα από ζευγάρι στη ζωή είναι και καλλιτεχνικό δίδυμο, άρα γνωρίζουν καλά ο ένας τον άλλον και σε ερμηνευτικό επίπεδο.














Ο Τζάκομο Πουτσίνι παρουσίασε για πρώτη φορά την «Τόσκα» στη θεατρική σκηνή το 1900. H ιστορία της διαδραματίζεται έναν αιώνα νωρίτερα, το 1800, σε μια μακριά νύχτα στη Ρώμη. H υπόθεση αρχίζει με τον Μάριο Καβαραντόσι, στον οποίο έχει ανατεθεί να ζωγραφίσει ένα πορτρέτο της Μαρίας Μαγδαληνής για ένα ιδιωτικό παρεκκλήσι που βρίσκεται μέσα στην εκκλησία του Αγίου Ανδρέα. Οι οδηγίες που έχει πάρει ο Καβαραντόσι είναι να κάνει τη Μαρία Μαγδαληνή να μοιάζει με τη μαρκησία που του έχει παραγγείλει το πορτρέτο, όμως εκείνος σκέφτεται μόνο την αγαπημένη του Φλόρια Τόσκα, μια όμορφη τραγουδίστρια, που φτάνει στο παρεκκλήσι για να προσευχηθεί.














Στη σχέση τους το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι η ζήλια της Τόσκα, η οποία υποψιάζεται ότι ο εραστής της την απατά. Την ώρα που ο Καβαραντόσι τελειώνει τη δουλειά του εκείνο το βράδυ, στην εκκλησία μπαίνει ο Τσέζαρε Αντζελότι, αδελφός της μαρκησίας, ζητώντας βοήθεια. Έχει αποδράσει από τη φυλακή, όπου βρισκόταν ως πολιτικός κρατούμενος, και μόλις προφταίνει να κρυφτεί, όταν στην εκκλησία μπαίνει ο διεφθαρμένος αρχηγός της αστυνομίας, ο βαρόνος Σκάρπια. O αστυνόμος βρίσκει μια βεντάλια με το οικόσημο της οικογένειας του δραπέτη. Τότε, πιστεύοντας ότι ο Καβαραντόσι έχει βοηθήσει τον Τσέζαρε να κρυφτεί, χρησιμοποιεί τη βεντάλια προκειμένου να πείσει την Τόσκα ότι ο αγαπημένος της έχει σχέση με τη μαρκησία. Το κόλπο του Σκάρπια πετυχαίνει και η Τόσκα εκδηλώνει τη ζήλια της. Ομως, η έρευνα του Σκάρπια δεν έχει και πάλι αποτέλεσμα. Τότε συλλαμβάνει τον Καβαραντόσι και τον βασανίζει, βάζοντας την Τόσκα να ακούει τι συμβαίνει και εκβιάζοντάς την να υποκύψει σ' αυτόν, ώστε να αφήσει τον αγαπημένο της ελεύθερο.

Τους λυρικούς τραγουδιστές συνοδεύουν η Ορχήστρα και η Χορωδία της Όπερας του Κόβεντ Γκάρντεν, υπό τη διεύθυνση του Αντόνιο Παπάνο.