Livestream

Thursday, April 30, 2015

Johann Sebastian Bach: Cantata BWV 182 – Thomanerchor Leipzig, Gewandhausorchester, Georg Christoph Biller (Audio video)
















In March 1714, Johann Sebastian Bach, who had been organist at the ducal chapel in Weimar since 1708, was promoted to the post of concertmaster. Among the additional duties that came with the new post was the obligation to provide a church cantata each month. The Cantata BWV 182 ("King of heaven, be thou welcome"), was composed for the Feast of the Annunciation or Palm Sunday, which in 1714 fell on March 25. Given that the Lutheran church did not allow cantatas during Lent (the exception being when, as in 1714, the Annunciation fell on a Sunday), it is almost certain that BWV 182 represents the first work Bach composed as part of his new post. Compared to most of the composer's earlier cantatas, it is particularly extensive (comprising eight sections) and elaborate, suggesting that the composer set out to provide something special for his first effort in the service of Duke Wilhlem Ernst. The author of the texts has not been positively identified, but was most likely Salomo Franck, the Weimar court librarian and poet whose texts Bach is known to have begun to setting upon assuming his new duties.

The text has three sources: Psalm 40:8-9, the Palm Sunday Gospel (Matthew 21:1-9) recounting Christ's entry into Jerusalem, and a strophe from the hymn "Jesu Leiden, Pein und Tod" (1633) by Paul Stockmann. Like the majority of Bach's earlier cantatas, BWV 182 opens with an instrumental movement, in this instance marked "sonata" rather than the more usual "sinfonia". It is scored for solo recorder and violin with a pizzicato accompaniment by violins, divided violas, cello and bass continuo. The second movement, a lively da capo chorus, uses the words of the welcoming crowds in Jerusalem as Jesus enters the city. The succeeding bass recitative, the only one in the cantata, uses Jesus' words as He prepares to submit to his father's will; here Bach makes use of the arioso style that he later adopted in setting the words of Christ in his Passions. Three other arias follow: the first, for bass, has words that might be taken to allude to the Assumption as well as the forthcoming Passion; the next, for alto, is a meditative call for submission to the Savior, supported by obbligato recorder; finally, a dramatic, declamatory aria for tenor evokes the agony of the road to the Cross. The last two movements are choral: The first is a chorale fantasia based on Stockmann's hymn, the second a lightly dancing chorus that returns to the rejoicing mood of the opening.

Source: Brian Robins (allmusic.com)



Η εκκλησιαστική καντάτα "Himmelskönig, sei willkommen", BWV 182, γράφτηκε από τον Μπαχ στη Βαϊμάρη το 1714 και παρουσιάστηκε για πρώτη φορά την Κυριακή των Βαΐων, στις 25 Μαρτίου του ίδιου έτους, ημέρα που συνέπεσε με την εορτή του Ευαγγελισμού.

Το έργο το οποίο αποτελείται από επτά μέρη, απαιτεί μικρό σύνολο από τρεις σολίστες (άλτο, τενόρο και μπάσο), τετραμερή χορωδία, φλάουτο, δύο βιολιά, δύο βιόλες, βιολοντσέλο και μπάσο κοντίνουο (στην παρούσα ηχογράφηση το μπάσο κοντίνουο αποτελούν ένα φαγκότο, ένα βιολοντσέλο, ένα κοντραμπάσο και ένα κοντίνουο όργανο).

Την καντάτα "Himmelskönig, sei willkommen", BWV 182, του Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ ερμηνεύουν η Χορωδία Αγοριών του Αγίου Θωμά της Λειψίας και η Ορχήστρα Gewandhaus της Λειψίας. Συμπράττουν, από τα μέλη της χορωδίας ο Jakob Wetzig (άλτο), και οι σολίστες Patrick Grahl (τενόρος) και Gotthold Schwarz (μπάσος). Διευθύνει ο Γερμανός αρχιμουσικός, βαρύτονος, συνθέτης και ακαδημαϊκός Γκέοργκ Κρίστοφ Μπίλερ, σημερινός Κάντορας της Χορωδίας, από το 1992, και 16ος μετά τον Μπαχ.



Johann Sebastian Bach (1685-1750)

♪ Cantata BWV 182, "Himmelskönig, sei willkommen" (Weimar, 1714)

i. Sonata
ii. Chorus: Himmelskönig, sei willkommen
iii. Recitative (bass): Siehe, ich komme, im Buch ist von mir geschrieben
iv. Aria (bass): Starkes Lieben
v. Aria (alto): Leget euch dem Heiland unter
vi. Aria (tenor): Jesu, laß durch Wohl und Weh
vii. Chorale: Jesu, deine Passion ist mir lauter Freude
viii.  Chorus: So lasset uns gehen in Salem der Freuden

Thomaner Jakob Wetzig, alto
Patrick Grahl, tenor
Gotthold Schwarz, bass

Thomanerchor Leipzig
Gewandhausorchester
Georg Christoph Biller

Rondeau Production 2014

(HD 1080p – Audio video)

First publication: April 28, 2015 – Last update: March 29, 2018

















See also

Johann Sebastian Bach: Cantata BWV 23 – Thomanerchor Leipzig, Georg Christoph Biller (Audio video)

Johann Sebastian Bach: Cantata BWV 22 – Thomanerchor Leipzig, Georg Christoph Biller (Audio video)


Johann Sebastian Bach: Cantata BWV 67 – Thomanerchor Leipzig, Georg Christoph Biller (Audio video)


Johann Sebastian Bach: Cantata BWV 4 – Thomanerchor Leipzig, Georg Christoph Biller (Audio video)


Johann Sebastian Bach: Cantata BWV 31 – Thomanerchor Leipzig, Georg Christoph Biller (Audio video)


Johann Sebastian Bach: Cantata BWV 190 – Thomanerchor Leipzig, Georg Christoph Biller (Audio video)






Wednesday, April 29, 2015

Georges Bizet: Symphony in C major – Sir Thomas Beecham (Audio video)

Sir Thomas Beecham
(29 Απριλίου 1879 - 8 Μαρτίου 1961 • April 29, 1879 - March 8, 1961)

136η επέτειος από τη γέννησή του – 136th anniversary of his birth


Ο σερ Τόμας Μπίτσαμ υπήρξε ο πρώτος Άγγλος μαέστρος διεθνούς φήμης και μία από τις πιο σημαντικές μουσικές προσωπικότητες της Μεγάλης Βρετανίας. Γεννήθηκε στην Αγία Ελένη του Λάνκαστερ στις 29 Απριλίου 1879, στους κόλπους μιας φιλόμουσης οικογένειας φαρμακοβιομηχάνων. Ο συνονόματος παππούς του είχε κάνει περιουσία από τα καθαρτικά χάπια, που παρασκεύαζε η εταιρεία του, Beecham's Pill (μετέπειτα SmithKline Beecham, σήμερα GlaxoSmithKline). Σπούδασε μουσική κατ' ιδίαν με τους Τσαρλς Γουντ στο Λονδίνο και Μόριτς Μοσκόφσκι στο Παρίσι. Ως διευθυντής ορχήστρας υπήρξε αυτοδίδακτος.

Το 1899, έκανε την πρώτη του εμφάνιση ως μαέστρος στη γενέτειρά του και τρία χρόνια αργότερα το επαγγελματικό του ντεμπούτο. Το 1906 ο Μπίτσαμ κλήθηκε στο Λονδίνο να διευθύνει τη νεοσυσταθείσα New Symphony Orchestra. Επέλεξε έργα που ταίριαζαν στο γούστο του, αδιαφορώντας για τις προτιμήσεις του κοινού. Πρότεινε έργα ελασσόνων συνθετών του 18ου και 19ου αιώνα, όπως των Γάλλων Ετιέν Μεχίλ και Νικολά Νταλεράκ και του Ιταλού Φερντινάντο Παέρ. Την εποχή εκείνη ανακάλυψε τη μουσική του Φρέντερικ Ντίλιους, με τον οποίο ανέπτυξε στενή φιλία και αφιέρωσε πολύ χρόνο στην προώθηση του έργου του.

Τη δεκαετία του 1910 ο νεαρός μαέστρος είχε αποξενωθεί από την οικογένειά του, επειδή ο πατέρας του, Τζόζεφ, είχε κλείσει τη μητέρα του σε ψυχιατρείο, καθώς έπασχε από διανοητικές διαταραχές. Οι δύο άνδρες τα ξαναβρήκαν το 1909, όταν ο πατέρας ανέλαβε την οικονομική υποστήριξη της Beecham Symphony Orchestra, που είχε ιδρύσει ο γιος του με νεαρούς ταλαντούχους μουσικούς, των οποίων η ηλικία δεν ξεπερνούσε τα 25 χρόνια. Η ορχήστρα δεν τράβηξε το ενδιαφέρον του κοινού και σύντομα διαλύθηκε. Τα επόμενα χρόνια ο Μπίτσαμ ασχολήθηκε με την όπερα, είτε ως μαέστρος είτε ως ιμπρεσάριος, με βάση το Κόβεντ Γκάρντεν του Λονδίνου. Μετακάλεσε για πρώτη φορά τα Μπαλέτα Ντιαγκίλεφ κι έτσι το λονδρέζικο κοινό γνώρισε τη μουσική του Στραβίνσκι, αλλά και τις όπερες σπουδαίων Ρώσων συνθετών του 19ου αιώνα, όπως των Μοντέστ Μουσόργκσκι, Νικολάι Ρίμσκι-Κόρσακοφ και Αλεξάντρ Μποροντίν.

Η έκρηξη του Α' Παγκοσμίου Πολέμου δεν ανέκοψε τη μουσική δραστηριότητα του Μπίτσαμ. Συνέχισε να παρέχει την οικονομική του υποστήριξη στις ορχήστρες The Hallé του Μάντσεστερ και τη Συμφωνική Ορχήστρα του Λονδίνου. Το 1915, σχημάτισε θίασο όπερας (Beecham Opera Company) και περιόδευσε σε όλη τη Μεγάλη Βρετανία. Μετά τον πόλεμο συνέδεσε και πάλι την τύχη του με το Κόβεντ Γκάρντεν. Τη δεκαετία του 1920 εγκατέλειψε τις επιχειρηματικές του δραστηριότητες, λόγω οικονομικών προβλημάτων και αφοσιώθηκε στη διεύθυνση ορχήστρας. Γρήγορα απέκτησε διεθνή φήμη, διευθύνοντας σπουδαία ορχηστρικά σύνολα σε ΗΠΑ, Γαλλία και Γερμανία. Το 1932, ίδρυσε τη Φιλαρμονική Ορχήστρα του Λονδίνου (LPO), αναδεικνύοντάς την πολύ γρήγορα σε σπουδαίο συμφωνικό σύνολο με διεθνή καριέρα. Τον ίδιο χρόνο ο Μπίτσαμ επανήλθε στο Κόβεντ Γκάρντεν ως καλλιτεχνικός διευθυντής.

Με την έκρηξη του Β' Παγκοσμίου Πολέμου ο Μπίτσαμ μετακόμισε στις ΗΠΑ και στη συνέχεια στην Αυστραλία, όπου συνέχισε τη μουσική του δραστηριότητα. Τον Σεπτέμβριο του 1944 επανήλθε στη Μεγάλη Βρετανία και ανέλαβε εκ νέου τη Φιλαρμονική Ορχήστρα του Λονδίνου για μικρό χρονικό διάστημα. Το 1946 αποχώρησε για να ιδρύσει τη Βασιλική Φιλαρμονική Ορχήστρα του Λονδίνου (RPO), την οποία σύντομα ανέδειξε ως μία από τις κορυφαίες της Αγγλίας. Παρέμεινε μουσικά ενεργός καθ' όλη τη διάρκεια της δεκαετίας του '50, διευθύνοντας συμφωνικές ορχήστρες σε πολλά μέρη του κόσμου. Πέθανε στις 8 Μαρτίου 1961, από καρδιακό επεισόδιο, σε ηλικία 81 ετών. Ο Μπίτσαμ νυμφεύτηκε τρεις φορές και απέκτησε τρία παιδιά, τα δύο από τον πρώτο του γάμο και το ένα εκτός γάμου.

Δυναμικός, πολύπλευρος και ακούραστος ιδρυτής σπουδαίων ορχηστρών και δεινός καλλιτεχνικός μπίζνεσμαν, ο βαρονέτος σερ Τόμας Μπίτσαμ (απέκτησε τον τίτλο ευγενείας από τον πατέρα του) υπήρξε ο πιο προικισμένος μουσικός-μάνατζερ της Μεγάλης Βρετανίας. Το ρεπερτόριό του υπήρξε ευρύ και πολυποίκιλο. Ο Μπαχ δεν του έλεγε και πολλά πράγματα, σε αντίθεση με τον Χαίντελ, που φρόντισε να αναδείξει το έργο του. Εκτιμούσε ιδιαίτερα τη μουσική του Χάυντν, του Μπερλιόζ, του Σιμπέλιους, του Σούμπερτ και του Ρίχαρντ Στράους. Για τους συμπατριώτες του συνθέτες δεν έτρεφε ιδιαίτερη εκτίμηση, με εξαίρεση τον Ντίλιους. Σε κόντρα βρισκόταν και με πολλούς Βρετανούς συναδέλφους του, οι οποίοι του καταλόγιζαν αυταρχικότητα, σε αντίθεση με τους ξένους συναδέλφους του, με τους οποίους διατηρούσε εξαιρετικές σχέσεις και τους οποίους συχνά προσκαλούσε στην Αγγλία για συναυλίες.

Για τον Μπίτσαμ έχουν γραφεί και ειπωθεί πολλές ιστορίες, κάποιες από αυτές επινοημένες, δηλωτικό της έντονης και πνευματώδους προσωπικότητάς του. Το 1978, κυκλοφόρησε το βιβλίο "Beecham Stories", με ρήσεις και ανέκδοτα του Άγγλου μαέστρου. Μερικά από αυτά:
— «Μουσικολόγος είναι ο άνθρωπος που μπορεί να διαβάσει μουσική, αλλά δεν μπορεί να την ακούσει.»
— «Δύο είναι οι προϋποθέσεις για μια καλή συναυλία: η ορχήστρα πρέπει να αρχίζει και να τελειώνει μαζί. Ο κόσμος δεν δίνει δεκάρα για το τι γίνεται στο ενδιάμεσο.»
— Στην 70ή επέτειο των γενεθλίων του ο Μπίτσαμ έλαβε ευχετήρια τηλεγραφήματα από τους Ρίχαρντ Στράους, Στραβίνσκι και Σιμπέλιους. Και η παρατήρησή του: «Τίποτα από τον Μότσαρτ;»
— Ο μαέστρος απευθύνεται σε μιαν ανεπαρκή βιολοντσελίστρια: «Κυρία μου, έχετε στα σκέλια σας ένα όργανο, ικανό να δώσει ευχαρίστηση σε χιλιάδες ανθρώπους, και το μόνο που κάνετε είναι να το ξύνετε!» (Το ανέκδοτο αποδίδεται και στον Αρτούρο Τοσκανίνι).
— «Μεγάλη μουσική είναι αυτή που διαπερνά το αφτί με ευκολία και αφήνει τη μνήμη με δυσκολία».
— «Η κινηματογραφική μουσική είναι σκέτος θόρυβος, πιο επίπονος στο αφτί και από την ισχιαλγία μου».


Georges Bizet, 1875
Ο Ζωρζ Μπιζέ συνέθεσε τη Συμφωνία σε Nτο μείζονα το 1855, ακριβώς 20 χρόνια πριν  από τη δημοφιλέστατη όπερά του «Κάρμεν», όταν ήταν μόλις 17 ετών και σπούδαζε στο Ωδείο του Παρισιού. Η ύπαρξη της Συμφωνίας αγνοήθηκε για 80 χρόνια περίπου, αφού η παρτιτούρα ανακαλύφθηκε μόλις το 1933. Αναμφισβήτητα, πρότυπο για τη Συμφωνία του Μπιζέ στάθηκε η Πρώτη Συμφωνία του δασκάλου του, Σαρλ Γκουνώ· ίσως μάλιστα οι πολλές δομικές της ομοιότητες με αυτήν να ήταν και ο λόγος που ο Μπιζέ αποσιώπησε την ύπαρξή της. Πάντως, αυτό που καθιστά τη Συμφωνία του Μπιζέ άκρως ενδιαφέρουσα και διαχρονικά γοητευτική, δεν είναι τόσο η πρωτοτυπία όσο η εντυπωσιακή ακρίβεια της συνθετικής τεχνικής, η λεπταίσθητη ενορχήστρωση και η ευφάνταστη επεξεργασία των μελωδικών της ιδεών. Επίσης, η Συμφωνία οφείλει πολλά – ως προς την κλασική δομή των τεσσάρων μερών της και το γενικότερο ύφος της – στο πνεύμα των Χάυντν, Μότσαρτ και Σούμπερτ.




Georges Bizet (1838-1875)

♪ Symphony in C major (1855)

i. Allegro vivo
ii. Adagio
iii. Allegro vivace and Trio
iv. Allegro vivace

Orchestre National de la Radiodiffusion Française

Sir Thomas Beecham (1879-1961)

EMI Classics 1961

2000 Digital Remaster

(HD 1080p – Audio video)

Πηγή για την εισαγωγή (Σερ Τόμας Μπίτσαμ): sansimera.gr


Sir Thomas Beecham, by Peter Keen, 1958

















Tuesday, April 28, 2015

Johann Sebastian Bach: Cantata BWV 23 – Thomanerchor Leipzig, Gewandhausorchester, Georg Christoph Biller (Audio video)














Composed for Quinquagesima Sunday, the Sunday before Ash Wednesday and therefore the Sunday before the start of Lent (which fell on February 7, 1723), Johann Sebastian Bach's Cantata BWV 23 "Du wahrer Gott und Davids Sohn" (You true God and David's Son) was composed along with Cantata BWV 22 as part of his application for the post of Thomaskantor in Leipzig. The Cantata's first three movements were composed in Cothen for trial in Leipzig while the fourth and final movement was added after Bach had gotten the job in Leipzig, and the entire four movement cantata was first performed in 1724. Although it paraphrases Psalms 15 and 145 and its final chorale is a setting of the Agnus Dei in German, the text seems not to have been based on any pre-existing Lutheran hymn and its author is wholly unknown. The Cantata is scored for soprano, alto, tenor and bass soloists, chorus, pairs of oboes, strings, and basso continuo. It's in gloomy C minor with its first and fourth movement in the tonic and its second movement starts in the tonic, but it closes in the relative major of E flat with the third movement entirely in the relative major of E flat. The Adagio molto first movement starts with an imitative duet for oboes, followed by an extended canonic duet for soprano and alto soloists. The second movement is an a tempo recitiative for tenor, oboes, strings, and basso continuo. The third movement and the original ending of the Cantata is an enormous rondo-form movement for chorus, oboes, strings, and continuo with tenor and bass soloists. After a dancing instrumental opening, the chorus alternates with the soloists for the remainder of the movement. In its final version, "Du wahrer Gott und Davids Sohn" concludes with a setting of the Agnus Dei for chorus and full orchestra that begins as a mournful Adagio and closes with a slightly more hopeful Andante.

Source: James Leonard (allmusic.com)



Η εκκλησιαστική καντάτα "Du wahrer Gott und Davids Sohn", BWV 23, γράφτηκε από τον Μπαχ στο Κέτεν, μεταξύ των ετών 1717 και 1723, για την τελευταία Κυριακή πριν τη Σαρακοστή (Κυριακή της Τυρινής), και παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στη Λειψία στις 7 Φεβρουαρίου 1723, ως δείγμα των ικανοτήτων του μεγάλου συνθέτη προκειμένου να αναλάβει τη θέση του Κάντορα στον καθεδρικό ναό της πόλης. Η Καντάτα παρουσιάστηκε και πάλι στη Λειψία στις 20 Φεβρουαρίου 1724.

Το έργο απαιτεί μικρό σύνολο από τρεις σολίστες (σοπράνο, άλτο και τενόρο), φωνή μπάσου μόνο για τα χορωδιακά μέρη, τετραμερή χορωδία, δύο όμποε, δύο βιολιά, βιόλα, ένα κορνέτο, τρία τρομπόνια και μπάσο κοντίνουο (στην παρούσα ηχογράφηση το μπάσο κοντίνουο αποτελούν ένα φαγκότο, ένα βιολοντσέλο, ένα κοντραμπάσο και ένα κοντίνουο όργανο).

Την καντάτα "Du wahrer Gott und Davids Sohn", BWV 23, του Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ ερμηνεύουν η Χορωδία Αγοριών του Αγίου Θωμά της Λειψίας και η Ορχήστρα Gewandhaus της Λειψίας. Συμπράττουν, από τα μέλη της χορωδίας οι Johannes Hildebrandt (σοπράνο), Jakob Feyer (σοπράνο), Jakob Wetzig (άλτο), Henrik Weimann (άλτο), και οι σολίστες Tobias Hunger (τενόρος) και Gotthold Schwarz (μπάσος). Διευθύνει ο Γερμανός αρχιμουσικός, βαρύτονος, συνθέτης και ακαδημαϊκός Γκέοργκ Κρίστοφ Μπίλερ, σημερινός Κάντορας της Χορωδίας, από το 1992, και 16ος μετά τον Μπαχ.



Johann Sebastian Bach (1685-1750)

♪ Cantata BWV 23, "Du wahrer Gott und Davids Sohn" (Leipzig, 1723)

i. Duet aria (soprano, alto): Du wahrer Gott und Davids Sohn
ii. Recitative (tenor): Ach! gehe nicht vorüber
iii. Chorus: Aller Augen warten, Herr
iv. Chorale: Christe, du Lamm Gottes

Thomaner Johannes Hildebrandt, soprano
Thomaner Jakob Feyer, soprano
Thomaner Jakob Wetzig, alto
Thomaner Henrik Weimann, alto
Tobias Hunger, tenor
Gotthold Schwarz, bass

Thomanerchor Leipzig
Gewandhausorchester
Georg Christoph Biller

Rondeau Production 2014

(HD 1080p – Audio video)

First publication: April 28, 2015 – Last update: March 29, 2018

















See also

Johann Sebastian Bach: Cantata BWV 182 – Thomanerchor Leipzig, Georg Christoph Biller (Audio video)

Johann Sebastian Bach: Cantata BWV 22 – Thomanerchor Leipzig, Georg Christoph Biller (Audio video)

Johann Sebastian Bach: Cantata BWV 67 – Thomanerchor Leipzig, Georg Christoph Biller (Audio video)


Johann Sebastian Bach: Cantata BWV 4 – Thomanerchor Leipzig, Georg Christoph Biller (Audio video)


Johann Sebastian Bach: Cantata BWV 31 – Thomanerchor Leipzig, Georg Christoph Biller (Audio video)


Johann Sebastian Bach: Cantata BWV 190 – Thomanerchor Leipzig, Georg Christoph Biller (Audio video)






Saturday, April 25, 2015

Johann Sebastian Bach: Cantata BWV 22 – Thomanerchor Leipzig, Gewandhausorchester, Georg Christoph Biller (Audio video)
















Cantata BWV 22 ("He took unto him the twelve") and Cantata BWV 23 occupy a unique position within the canon of Johann Sebastian Bach's sacred cantatas. Both were composed in 1723 during the last days of Bach's tenure as Kapellmeister at Cöthen, a post that had not required the composition of such works. But 1723 was a year that would mark a turning point in Bach's career, the year in which he gained the cantorship of the Thomasschule in Leipzig. It was not a straightforward appointment. The original choice of the Leipzig city council had been Telemann, a composer already well known in Leipzig. But Telemann rejected the post in favor of staying in Hamburg, and eventually the choice came down to Bach and Christoph Graupner, Kapellmeister at Darmstadt and favorite for the cantorship. Both were required to submit to examination and trial which included the performance of two cantatas at St Thomas' Church. Graupner's test took place on January 17, 1723, Bach's following on February 7. It was for this trial that Bach composed Cantatas BWV 22 and 23, the former being given before the sermon – the usual place in the Lutheran liturgy for the cantata – while Cantata BWV 23 was sung later during communion. In the event, the contest was needless since Graupner's employers refused to release him. Bach thus became cantor and his two examination cantatas herald the great series of Leipzig cantatas that flowed from his pen during the next few years. Although short, both works show every evidence that Bach set out to display his formidable talents in all their diversity. Scored for solo oboe, bassoon, strings, and continuo bass, BWV 22 is the more modestly orchestrated. The anonymous text is based on the Gospel for the day (Luke 18:31-43), the Sunday before Lent (Quinquagesima). Before leaving for his final journey to Jerusalem, Jesus tells the disciples of his coming passion and resurrection, an event narrated in the opening arioso chorus for tenor and bass, the disciples' lack of understanding articulated in a choral fugue. The arias for alto and tenor form personal comment on these events, the former pleading for understanding of the meaning of the passion, the latter a lively movement in passepied dance rhythm, in which the singer announces his intention to "renounce the things of the flesh" in favor of spiritual peace. The final movement is a prayerful and richly conceived four-part chorale set over a "walking bass".

Source: Brian Robins (allmusic.com)



Η εκκλησιαστική καντάτα "Jesus nahm zu sich die Zwölfe", BWV 22, γράφτηκε από τον Μπαχ το 1723 στο Κέτεν, για την τελευταία Κυριακή πριν τη Σαρακοστή, και παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στη Λειψία στις 7 Φεβρουαρίου του ίδιου έτους, ως δείγμα των ικανοτήτων του μεγάλου συνθέτη προκειμένου να αναλάβει τη θέση του Κάντορα στον καθεδρικό ναό της πόλης.

Το έργο απαιτεί μικρό σύνολο από τρεις σολίστες (άλτο, τενόρο και μπάσο), τετραμερή χορωδία, όμποε, δύο βιολιά, βιόλα και μπάσο κοντίνουο (στην παρούσα ηχογράφηση το μπάσο κοντίνουο αποτελούν ένα βιολοντσέλο, ένα κοντραμπάσο και ένα κοντίνουο όργανο).

Την καντάτα "Jesus nahm zu sich die Zwölfe", BWV 22, του Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ ερμηνεύουν η Χορωδία Αγοριών του Αγίου Θωμά της Λειψίας και η Ορχήστρα Gewandhaus της Λειψίας. Συμπράττουν οι σολίστες Stefan Kahle (άλτο, μέλος της χορωδίας), Patrick Grahl (τενόρος) και Matthias Weichert (μπάσος). Φωνή σοπράνο στην τετραμερή χορωδία, ο Paul Bernewitz (μέλος της χορωδίας). Διευθύνει ο Γερμανός αρχιμουσικός, βαρύτονος, συνθέτης και ακαδημαϊκός Γκέοργκ Κρίστοφ Μπίλερ, σημερινός Κάντορας της Χορωδίας, από το 1992, και 16ος μετά τον Μπαχ.



Johann Sebastian Bach (1685-1750)

♪ Cantata BWV 22, "Jesus nahm zu sich die Zwölfe" (Köthen / Leipzig, 1723)

i. Arioso & Chorus: Jesus nahm zu sich die Zwölfe und sprach
ii. Aria (alto): Mein Jesu, ziehe mich nach dir
iii. Recitativo (bass): Mein Jezu, ziehe mich, so werd ich laufen
iv. Aria (tenor): Mein alles in allem, mein ewiges Gut
v. Chorale: Ertöt uns durch dein Güte

Thomaner Paul Bernewitz, soprano (chorus)
Thomaner Stefan Kahle, alto
Patrick Grahl, tenor
Matthias Weichert, bass

Thomanerchor Leipzig
Gewandhausorchester
Georg Christoph Biller

Rondeau Production 2014

(HD 1080p – Audio video)

First publication: April 25, 2015 – Last update: March 29, 2018

















See also

Johann Sebastian Bach: Cantata BWV 182 – Thomanerchor Leipzig, Georg Christoph Biller (Audio video)

Johann Sebastian Bach: Cantata BWV 23 – Thomanerchor Leipzig, Georg Christoph Biller (Audio video)

Johann Sebastian Bach: Cantata BWV 67 – Thomanerchor Leipzig, Georg Christoph Biller (Audio video)

Johann Sebastian Bach: Cantata BWV 4 – Thomanerchor Leipzig, Georg Christoph Biller (Audio video)

Johann Sebastian Bach: Cantata BWV 31 – Thomanerchor Leipzig, Georg Christoph Biller (Audio video)

Johann Sebastian Bach: Cantata BWV 190 – Thomanerchor Leipzig, Georg Christoph Biller (Audio video)





Friday, April 24, 2015

Khatia Buniatishvili – Das Waldkonzert / The Forest Concert 2013














Σ' ένα πανέμορφο δάσος κοντά στο Βερολίνο, μπροστά σ' ένα ολιγάριθμο κοινό, η Κάτια Μπουνιατισβίλι έδωσε το 2013 ένα ρεσιτάλ πιάνου, ερμηνεύοντας έργα των Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ, Φρεντερίκ Σοπέν, Κλωντ Ντεμπυσσύ, Γκίγια Καντσέλι, Γιοχάνες Μπραμς, Πιότρ Ιλίτς Τσαϊκόφσκι, Μωρίς Ραβέλ, Αλεξάντρ Σκριάμπιν, Αντονίν Ντβόρζακ και Άστορ Πιατσόλα. Τη συνόδευσε η αδελφή της, επίσης πιανίστρια, Γκβάντσα Μπουνιατισβίλι. Η συναυλία μεταδόθηκε από το γερμανόφωνο τηλεοπτικό δίκτυο 3sat.














Η Κάτια Μπουνιατισβίλι γεννήθηκε το 1987 στο Τμπιλίσι της Γεωργίας. Ξεκίνησε μαθήματα πιάνου με τη μητέρα της και πολύ σύντομα – σε ηλικία έξι χρόνων, όταν έπαιξε για πρώτη φορά με ορχήστρα – έδειξε το ταλέντο της, για να ακολουθήσουν μια σειρά από εμφανίσεις στην Ευρώπη (Ελβετία, Ολλανδία, Γαλλία, Γερμανία, Βέλγιο, Ιταλία, Αυστρία, Ρωσία) αλλά και στο Ισραήλ και στις ΗΠΑ.

Κέρδισε το πρώτο βραβείο στον διαγωνισμό πιάνου «Βλαντιμίρ Χόροβιτς» του Κιέβου το 2003. Την ίδια χρονιά, στο διαγωνισμό πιάνου του Τμπιλίσι γνωρίστηκε με τον σπουδαίο Ρώσο πιανίστα Όλεγκ Μάισενμπεργκ που την έπεισε να συνεχίσει τις σπουδές της στη Μουσική Ακαδημία της Βιένης. Στον 12ο Διαγωνισμό «Άρθουρ Ρούμπινσταϊν» το 2008, τιμήθηκε με το τρίτο Βραβείο, το Βραβείο Κοινού, ενώ διακρίθηκε ως η Καλύτερη Ερμηνεύτρια έργου του Σοπέν.

Έχει εμφανιστεί σε σημαντικά φεστιβάλ παγκοσμίως (Verbier Festival, Progetto Martha Argerich, Gidon Kremer's Internationales Kammermusikfest Lockenhaus, Gstaad Festival, La Roque d' Anthéron Festival, Saratoga Festival κ.ά.) και έχει συνεργαστεί με κορυφαίες ορχήστρες (Israel Philharmonic, St Petersburg Philharmonic Orchestra, Philhadelphia Orchestra, NDR Hamburg Symphony Orchestra, Rotterdam Philharmonic, Deutsche Kammerphilharmonie Bremen κ.ά.).

Το 2008 έκανε το ντεμπούτο της στο Κάρνεγκι Χολ, ερμηνεύοντας το Κοντσέρτο για πιάνο αρ. 2 του Φρεντερίκ Σοπέν. Το 2009, ερμήνευσε το Διπλό Κοντσέρτο του Φέλιξ Μέντελσον, στο πλευρό του κορυφαίου βιολονίστα Γκίντον Κρέμερ στη Musikverein της Βιένης και στη συνέχεια περιόδευσε μαζί του αλλά και με την Kremerata Baltica σε Μιλάνο (Σκάλα), Ρώμη, Παβία και Κωνσταντινούπολη. Έχει αποσπάσει διθυραμβικές κριτικές για τα ρεσιτάλ που έχει δώσει σε σκηνές όπως η Wigmore Hall του Λονδίνου, η Concertgebouw του Άμστερνταμ και η βιενέζικη Musikverein, παρουσιάζοντας έργα μουσικής δωματίου. Η Κάτια Μπουνιατισβίλι μιλάει άπταιστα πέντε γλώσσες και ζει στο Παρίσι.



Khatia Buniatishvili

Das Waldkonzert / The Forest Concert 2013

Johann Sebastian Bach: "Schafe können sicher weiden" (from Cantata BWV 208 "Was mir behagt, ist nur die muntre Jagd")
Frédéric Chopin: Scherzo No.2, Op.31
Claude Debussy: Clair de Lune (from Suite bergamasque, No.3)
Gia Kancheli: "Wenn Mandeln blühen"
Lied aus dem Film von Lana Gogoberidze
Johannes Brahms: Intermezzo Op.117 No.2
Pyotr Ilyich Tchaikovsky: October, Autumn Song (from Seasons, Op.37b No.10)
Maurice Ravel: La Valse
Alexander ScriabinÉtude Op.2 No.1
Frédéric Chopin: Étude Op.25 No.7
Traditional / Khatia Buniatishvili: Vagiorko mai / Liebst du mich nicht?
Antonín Dvořák: Slawischer Tanz Op.72 No.2 (Allegretto grazioso)
Johannes Brahms: Hungarian Dance No.1
Astor Piazzolla: Improvisation des Libertango

Khatia Buniatishvili, piano
Gvantsa Buniatishvili, piano

December 2013

(HD 720p)


















































Wednesday, April 22, 2015

Antonio Vivaldi: Ercole su'l Termodonte – Zachary Stains, Mary-Ellen Nesi, Alan Curtis, John Pascoe (Spoleto Festival 2006)

«Ο Ηρακλής στον Θερμώδοντα» είναι η δέκατη έκτη όπερα του Αντόνιο Βιβάλντι. Σύμφωνα με νεότερες έρευνες για το έργο, το λιμπρέτο ανήκει στον Ιταλό ποιητή και λιμπρετίστα Antonio Salvi (1664-1724) και όχι στον Giacomo Francesco Bussani στον οποίο λανθασμένα αποδιδόταν μέχρι πρόσφατα. Η πρεμιέρα του έργου δόθηκε στις 23 Ιανουαρίου 1723, κατά την περίοδο του καρναβαλιού, στο Θέατρο Capranica στη Ρώμη, υπό τη διεύθυνση του συνθέτη ο οποίος συγχρόνως έπαιξε και όλα τα μέρη για σόλο βιολί. Επίσης, λόγω της παπικής απαγόρευσης στις γυναίκες να εμφανίζονται στη σκηνή, όλοι οι γυναικείοι ρόλοι ερμηνεύτηκαν από καστράτους.

Παρότι πιστευόταν ότι η παρτιτούρα του έργου είχε χαθεί, τριάντα άριες και δύο ντουέτα ανακαλύφθηκαν σε διάφορα αρχεία. Έκτοτε, υπήρξαν δύο κύριες ανακατασκευές του έργου: η πρώτη, το 2006, από τον Alessandro Ciccolini, η οποία παρουσιάστηκε στο Φεστιβάλ του Σπολέτο υπό τη διεύθυνση του Alan Curtis [πρόκειται για την παράσταση που σας προσφέρουμε εδώ], και η δεύτερη από τον Fabio Biondi, Ιταλό βιολονίστα, αρχιμουσικό και ιδρυτή του μπαρόκ συνόλου Europa Galante (1990), η οποία παρουσιάστηκε στο Teatro Malibran στη Βενετία, στις 4 Οκτωβρίου 2007.

Η ιστορία βασίζεται στον ένατο από τους δώδεκα άθλους του Ηρακλή, τους οποίους έπρεπε να πραγματοποιήσει για να εξιλεωθεί για τη δολοφονία των παιδιών του. Για τον άθλο αυτό, ταξιδεύει στον Θερμώδοντα (ποταμό της αρχαίας Μικράς Ασίας, που χυνόταν στη Μαύρη θάλασσα) προκειμένου να πάρει το ξίφος της βασίλισσας των Αμαζόνων, Αντιόπης. Ο Ηρακλής, που συνοδεύεται από τον Θησέα, τον Τελαμώνα και τον Alceste, προσβάλει τις Αμαζόνες και συλλαμβάνει την Μαρτεσία, κόρη της βασίλισσας. Στη συνέχεια, οι Αμαζόνες συλλαμβάνουν τον Θησέα και η βασίλισσα Αντιόπη ορκίζεται να τον θυσιάσει. Όμως, η Μαρτεσία είναι ερωτευμένη μαζί του. Στο τέλος, η θεά Diana (Άρτεμις) διατάσσει τους γάμους της Ιππολύτης με τον Θησέα, πρίγκιπα της Αθήνας, και της Μαρτεσίας με τον Τελαμώνα, βασιλιά της Ιθάκης.

Η τρίπρακτη όπερα «Ο Ηρακλής στον Θερμώδοντα» του Αντόνιο Βιβάλντι παρουσιάζεται στην πολυσυζητημένη, τολμηρή σκηνοθεσία του John Pascoe (ο ίδιος έχει σχεδιάσει τα σκηνικά και τα κοστούμια). Το διεθνούς φήμης μπαρόκ σύνολο Il Complesso Barocco διευθύνει ο ιδρυτής του συνόλου (Ιταλία, 1992) και ένας από τους πλέον αναγνωρισμένους ειδικούς στην ερμηνεία έργων της μπαρόκ μουσικής, Alan Curtis.

Τον ρόλο του Ηρακλή ερμηνεύει (γυμνός στο μεγαλύτερο μέρος του έργου) ο εξαιρετικά ταλαντούχος και δημοφιλής Αμερικανός τενόρος Zachary Stains· της Αντιόπης και της Αρτέμιδος, η διάσημη Ελληνίδα μεσόφωνος Μαίρη-Έλεν Νέζη· της Μαρτεσίας, η Ιταλίδα σοπράνο Laura Cherici· του Alceste, o Ιταλός τενόρος Luca Dordolo· της Ιππολύτης, η Ιταλίδα σοπράνο Marina Bartoli· του Θησέα, ο Αμερικανός κόντρα-τενόρος Randall Scotting· τέλος, του Τελαμώνα, ο Ιταλός κόντρα-τενόρος Matteo Ricchetti.

Περιέχονται σκηνές με γυμνό – It contains nudity

Αγγλικοί υπότιτλοι – English subtitles



Antonio Vivaldi (1678-1741)

Ercole su'l Termodonte, RV 710 (1723)

Dramma per musica in three acts

Libretto: Antonio Salvi
Reconstructed by Alessandro Ciccolini

Ercole: Zachary Stains, tenor

Antiope & Diana: Mary-Ellen Nesi, mezzo-soprano
Martesia: Laura Cherici, soprano
Alceste: Luca Dordolo, tenor
Ippolita: Marina Bartoli, soprano
Teseo: Randall Scotting, countertenor
Telamone: Filippo Mineccia, countertenor

Il Complesso Barocco

Conductor: Alan Curtis
Director, Set & Costume designer: John Pascoe
Light designer: Jeff Davis
Choreographer: Sara Erde
Video Director: Matteo Ricchetti

Spoleto Festival, 2006

Βίντεο υψηλής ευκρίνειας με υψηλή ποιότητα ήχου
High definition video with high quality audio

(HD 1080p)

Δημοσιεύτηκε στο Youtube για λογαριασμό του Blog: Πρόσωπα της Κλασικής Μουσικής (Faces of Classical Music)














































































































































See also

Giuseppe Verdi: La Traviata – Marina Rebeka, Charles Castronovo, Dmitri Hvorostovsky – Orchester & Chor der Wiener Staatsoper, Wiener Staatsballett, Bühnenorchester der Wiener Staatsoper, Speranza Scappucci, Jean-François Sivadier (Wiener Staatsoper, 2016)

Wolfgang Amadeus Mozart: Don Giovanni – Waltteri Torikka, Tapani Plathan, Timo Riihonen, Ida Falk Winland, Joska Lehtinen, Anna Danik, Nicholas Söderlund, Malin Christensson – Tapiola Sinfonietta, New Generation Opera Ensemble, Ville Matvejeff, Erik Söderblom (HD 1080p)

Richard Strauss: Die Frau ohne Schatten – Avgust Amonov, Mlada Khudoley, Olga Savova, Edem Umerov, Olga Sergeyeva – Mariinsky Theatre Orchestra & Chorus, Valery Gergiev – Jonathan Kent, Paul Brown (HD 1080p)

Giacomo Puccini: Tosca – Maria Callas, Carlo Bergonzi, Tito Gobbi – L'Orchestre la Société des Concerts du Conservatoire, Georges Prêtre (1965, Digital Remastering 2014, Audio video)


Giacomo Puccini: Madama Butterfly – Kristine Opolais, Roberto Alagna, Maria Zifchak, Dwayne Croft – Karel Mark Chichon, Anthony Minghella (MET 2016 – Download the opera)


Giuseppe Verdi: La Traviata – Marlis Petersen, Giuseppe Varano, James Rutherford – Graz Philharmonic Orchestra and Graz Opera Chorus, Tecwyn Evans, Peter Konwitschny (Oper Graz 2011, HD 1080p)


Alban Berg: Lulu – Marlis Petersen, Kirill Petrenko, Dmitri Tcherniakov – Bavarian State Opera 2015 (Download the opera)


Georges Bizet: Carmen – Elena Maximova, Giancarlo Monsalve, Michael Bachtadze, Johanna Parisi – Myron Michailidis, Enrico Castiglione (Taormina Festival 2015, HD 1080p)

Giacomo Puccini: Turandot – Mlada Khudoley, Riccardo Massi, Guanqun Yu, Michael Ryssov – Wiener Symphoniker, Paolo Carignani – Marco Arturo Marelli (Bregenz Festival 2015 – Download the opera)


Engelbert Humperdinck: Hänsel und Gretel – Brigitte Fassbaender, Edita Gruberova, Helga Dernesch, Hermann Prey, Sena Jurinac – Wiener Philharmoniker, Georg Solti (HD 1080p)


Christoph Willibald Gluck: Orfeo ed Euridice – A film by Ondřej Havelka – Bejun Mehta, Eva Liebau, Regula Mühlemann – Václav Luks


Pyotr Ilyich Tchaikovsky: Iolanta – Anna Netrebko, Sergei Skorokhodov, Valery Gergiev, Mariinsky Theater 28/9/2009

Giacomo Puccini: Tosca, Act II – Maria Callas, Renato Cioni, Tito Gobbi, Georges Prêtre, Franco Zeffirelli


Dmitri Shostakovich: Katerina Izmailova (Lady Macbeth of Mtsensk), 1966 – A film by Mikhail Shapiro – Galina Vishnevskaya, Konstantin Simeonov

Tuesday, April 21, 2015

Louis Théodore Gouvy: Sonata in G minor for clarinet and piano – Christian Debauve, Johannes Schmidt

Louis Théodore Gouvy (03/07/1819 - 21/04/1898)

197η επέτειος από τη γέννησή του / 197th anniversary of his birth

Théodore Gouvy, 1860
Ο Λουί Τεοντόρ Γκουβί γεννήθηκε στο Γκοφοντέρ της Γαλλίας (σημερινό Ζααρμπρίκεν της Γερμανίας) στις 3 Ιουλίου 1819. Παρότι έπαιζε πιάνο από μικρός, για τη μουσική ενδιαφέρθηκε μόλις στα δεκαοκτώ του, όταν οι γονείς του τον έστειλαν να σπουδάσει νομικά στο Παρίσι. Η γνωριμία του με τον συνθέτη Αντόλφ Αντάμ (Adolphe Charles Adam, 1803-1856, «Ζιζέλ») έπαιξε καταλυτικό ρόλο στην απόφασή του να ασχοληθεί επαγγελματικά με τη μουσική. Καταγόταν από την Αλσατία, μια περιοχή που συχνά άλλαζε χέρια μεταξύ Γαλλίας και Γερμανίας, μετά από αιματηρούς πολέμους. Έτσι, ο Γκουβί ήταν αδύνατο να μη διαποτιστεί και από τους δύο πολιτισμούς: τον Γερμανικό και τον Γαλλικό.

Ο Γκουβί ήταν υπέρμαχος της καθαρής μουσικής και δη της συμφωνικής. Σε μία εποχή που οι Γάλλοι ήταν ξετρελαμένοι με την όπερα, ήταν απολύτως λογικό το έργο του να μην έχει την απήχηση που του άρμοζε, παρά τις ενθαρρυντικές κριτικές του Εκτόρ Μπερλιόζ και την εκτίμηση του Γιοχάνες Μπραμς. Το έργο του, πάντως, εκτιμήθηκε ιδιαίτερα στη Γερμανία, την Αυστρία, την Αγγλία, τη Σκανδιναβία και τη Ρωσία, χώρες με μεγάλη παράδοση στην ορχηστρική μουσική.

Χρόνο με το χρόνο, το έργο του Γκουβί περιέπιπτε στην αφάνεια, από την οποία ανασύρθηκε μόλις το 1994, όταν ο Γάλλος μαέστρος Ζακ Ουτμάν και η Συμφωνική Ορχήστρα της Λορένης ηχογράφησαν το «Ρέκβιεμ» για τη νεοσύστατη δισκογραφική εταιρεία Κ617. Από τότε άρχισε να ξανακούγεται δειλά-δειλά το όνομα του Γκουβί, που μας κληροδότησε πάνω από 200 συνθέσεις, με πολλά έργα μουσικής δωματίου, 7 ή κατ' άλλους 9 συμφωνίες, κοσμικές καντάτες με αρχαιοελληνικό περιεχόμενο («Οιδίπους επί Κολωνώ», «Ιφιγένεια εν Ταύροις», «Ηλέκτρα», «Πολυξένη»), δύο όπερες ("Le Cid", "Mateo Falcone") και έργα θρησκευτικής μουσικής ("Requiem", "Stabat Mater", «Μικρή Λειτουργία» και την καντάτα "Golgotha".) Ο Λουί Τεοντόρ Γκουβί πέθανε στη Λειψία την 21η Απριλίου 1898.

Πηγή: sansimera.gr


Τη Σονάτα σε Σολ ελάσσονα για κλαρινέτο και πιάνο, έργο 67, του Λουί Τεοντόρ Γκουβί, ερμηνεύουν οι Christian Debauve (κλαρινέτο) και Johannes Schmidt (πιάνο).



The French composer Louis Théodore Gouvy was born on 1819 into a French-speaking family in the village of Goffontaine, in the Sarre, a region on the France-Prussia border (now Saarbrücken-Schafbrücke, Germany). He was certainly no child prodigy, and indeed is said to have exhibited almost no interest nor aptitude for music as a youngster. In fact, he received his formal education at a training college at Metz, after which he went to Paris in 1836 to pursue legal studies. However, he also took piano lessons with Billard, a former pupil of the virtuoso Henri Herz, which suddenly began to divert his energies away from his law courses, from which, incidentally, he failed to graduate. In 1839, Gouvy elected to completely change his career direction and saw to it that he was seen in the fashionable Paris salons frequented by Adolphe Adam and others, and secured theory lessons privately with Elwart. In 1841, Gouvy became a piano student of Pierre Zimmermann, and also spent several months in Berlin, where his first efforts in composition were published at his expense.

After further study under conductor and composer C.F. Rungenhagen, Gouvy passed the years 1844 - 1845 in Italy, completing his first symphony. This was premiered in Paris by an ad hoc orchestra a year later. During the years that followed, quite a few of Gouvy's works were given concert performances, almost always at his own expense.

After 1855, finding that his music was only given a lukewarm reception in France, he began to spend time in several German centers, and secured performances of several of his works in Leipzig and Berlin. Gouvy's only stage work, the opera Der Cid, was accepted in Dresden in 1863, but it was never performed. A man of independent means, Gouvy never secured any professional appointments, but received honorary membership in the Berlin Academy in 1895 and became a Chevalier of the French Legion d'Honneur in 1896. He completed more than 90 works spanning many genres, though was at best an averagely gifted amateur composer. He died in Leipzig on 21 April 1898.

Source: Michael Jameson (allmusic.com)



Louis Théodore Gouvy (1819-1898)

♪ Sonata in G minor for clarinet and piano, Op.67 (1875)


i. Allero moderato
ii. Andante cantabile
iii. Rondo. Allegro non troppo

Christian Debauve, clarinet

Johannes Schmidt, piano

Vereinshaus Fraulautern, Saarlouis, April 26, 2009 (26 Απριλίου 2009)

(HD 1080p)

Πρώτη δημοσίευση: 21 Απριλίου 2015 – First publication: April 21, 2015
Τελευταία ενημέρωση: 3 Ιουλίου 2016 – Last update: July 3, 2016

























Sunday, April 19, 2015

Johann Sebastian Bach: Cantata BWV 67 – Thomanerchor Leipzig, Gewandhausorchester, Georg Christoph Biller (Audio video)













The form of BWV 67 ("Hold in remembrance Jesus Christ"), composed for the first Sunday after Easter 1724, bears a close relationship to BWV 104, and BWV 166, two other cantatas composed by Johann Sebastian Bach for the post-Easter period that year. In essence this consists of an opening chorus based on a biblical text (in this instance the opening words of the Cantata (taken from 2 Timothy 2:8) followed by an aria and a recitative. Then comes a chorale placed at the center of the work. This is succeeded by a recitative and aria, the work concluding with a simple four-part chorale harmonization, in the case of BWV 67 a strophe from the hymn by Jakob Ebert, "Du Friedefürst, Herr Jesu Christ" (1601). The present work was first performed in Leipzig on April 16, 1724, thus falling within the context of Bach's first annual cycle of cantatas composed in the city following his appointment as cantor in 1723. The anonymous text is based on the Gospel for the day (John 20:19-31), the story of doubting Thomas. The scoring is for corno di tirasi (a now obsolete brass instrument of the trumpet type), flute, two oboes d'amore, strings, and continuo, plus the customary four-part vocal forces. The opening chorus reflects the joy of Easter, the emphatic cries of "Halt" illustrative of its highly declamatory character. The celebratory nature of the Cantata is maintained in the following tenor aria, which is cast in dance-like triple time and features an obbligato part for oboe d'amore. The text refers to the ambiguity felt by Christ's followers in the aftermath of the Crucifixion – joy mixed with perplexity and doubt. The recitatives placed either side of the central chorale continue to reflect this ambivalence, although the chorale itself, a strophe from Nikolaus Hermann's hymn "Erschienen ist der herrlich Tag" (1560), is more positive. Now follows one of Bach's most original conceptions, a powerfully dramatic scena for bass with interjections from the sopranos, altos, and tenors of the chorus. The soloists' words are those of the risen Christ, "Peace be unto you", while the chorus tumultuously call upon Satan and hell to concede to His victory. Bach later adapted this number as the Gloria of the Lutheran Mass in A, BWV 234.

Source: Brian Robins (allmusic.com)



Η εκκλησιαστική καντάτα "Halt im Gedächtnis Jesum Christ", BWV 67, γράφτηκε από τον Μπαχ στη Λειψία για την πρώτη Κυριακή μετά το Πάσχα και παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στις 16 Απριλίου του 1724.

Το έργο απαιτεί μικρό σύνολο από τρεις σολίστες (άλτο, τενόρο και μπάσο), τετραμερή χορωδία, corno da tirarsi (στην παρούσα ηχογράφηση χρησιμοποιείται όμποε ντ' αμόρε), slide κόρνο (όργανο για το οποίο ο Μπαχ έγραψε για ένα σύντομο χρονικό διάστημα· στην παρούσα ηχογράφηση χρησιμοποιείται τρομπέτα), φλάουτο τραβέρσο, δύο όμποε ντ' αμόρε, δύο βιολιά, βιόλα και μπάσο κοντίνουο (στην παρούσα ηχογράφηση το μπάσο κοντίνουο αποτελούν ένα φαγκότο, ένα βιολοντσέλο, ένα κοντραμπάσο και ένα κοντίνουο όργανο).

Την καντάτα "Halt im Gedächtnis Jesum Christ", BWV 67, του Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ ερμηνεύουν η Χορωδία Αγοριών του Αγίου Θωμά της Λειψίας και η Ορχήστρα Gewandhaus της Λειψίας. Συμπράττουν οι σολίστες Jakob Wetzig (άλτο, μέλος της χορωδίας), Martin Patzold (τενόρος) και Matthias Weichert (μπάσος). Διευθύνει ο Γερμανός αρχιμουσικός, βαρύτονος, συνθέτης και ακαδημαϊκός Γκέοργκ Κρίστοφ Μπίλερ, σημερινός Κάντορας της Χορωδίας, από το 1992, και 16ος μετά τον Μπαχ.



Johann Sebastian Bach (1685-1750)

♪ Cantata BWV 67, "Halt im Gedächtnis Jesum Christ" (Leipzig, 1724)

i. Chorus: Halt im Gedächtnis Jesum Christ
ii. Aria (tenor): Mein Jesus ist erstanden
iii. Recitative (alto): Mein Jesu, heißest du des Todes Gift
iv. Chorale: Erschienen ist der herrlich Tag
v. Recitative (alto): Doch scheinet fast
vi. Aria (bass): Friede sei mit euch
vii. Chorale: Du Friedefürst, Herr Jesu Christ

Thomaner Jakob Wetzig, alto
Martin Petzold, tenor
Matthias Weichert, bass

Thomanerchor Leipzig
Gewandhausorchester
Georg Christoph Biller

Rondeau Production 2014

(HD 1080p – Audio video)

First publication: April 19, 2015 – Last update: March 28, 2018















See also

Johann Sebastian Bach: Cantata BWV 182 – Thomanerchor Leipzig, Georg Christoph Biller (Audio video)

Johann Sebastian Bach: Cantata BWV 23 – Thomanerchor Leipzig, Georg Christoph Biller (Audio video)

Johann Sebastian Bach: Cantata BWV 22 – Thomanerchor Leipzig, Georg Christoph Biller (Audio video)


Johann Sebastian Bach: Cantata BWV 4 – Thomanerchor Leipzig, Georg Christoph Biller (Audio video)

Johann Sebastian Bach: Cantata BWV 31 – Thomanerchor Leipzig, Georg Christoph Biller (Audio video)

Johann Sebastian Bach: Cantata BWV 190 – Thomanerchor Leipzig, Georg Christoph Biller (Audio video)