Norwegian Chamber Orchestra

Norwegian Chamber Orchestra
Norwegian Chamber Orchestra (Photo by Mona Ødegaard)

Saturday, June 27, 2015

Alexander Scriabin: Symphony No.1 in E major – Royal Stockholm Philharmonic Orchestra, Leif Segerstam (Audio video)

Γρηγόρης Σεμιτέκολο (1935-2014), Λάδι σε καμβά, 1970-1979
















Ο Αλεξάντερ Σκριάμπιν ολοκλήρωσε την Πρώτη Συμφωνία του το 1900. Η εντύπωση που άφησε η πρώτη εκτέλεση δεν ήταν για τον Σκριάμπιν η αναμενόμενη, γεγονός που τον απογοήτευσε πολύ. Οι περισσότεροι σήμερα συμφωνούν πως το έργο δεν έτυχε ενθουσιώδους υποδοχής κυρίως λόγω των καινοτομιών που εισήγαγε ο Σκριάμπιν, με το συναρπαστικό μελωδικό και ρυθμικό του λεξιλόγιο, ακόμη και λόγω της τόλμης ή, και γιατί όχι, της έπαρσης που διαφαινόταν πίσω από τις υψηλές συνθετικές προθέσεις που εξέθετε ο 28χρονος συνθέτης, και όχι λόγω κάποιας ουσιαστικής αδυναμίας της Συμφωνίας.

Τη Συμφωνία αρ. 1 σε Μι μείζονα, έργο 26, του Αλεξάντερ Σκριάμπιν, ερμηνεύουν η Φιλαρμονική Χορωδία και η Βασιλική Φιλαρμονική Ορχήστρα της Στοκχόλμης, υπό τη διεύθυνση του διάσημου Φινλανδού αρχιμουσικού Leif Segerstam. Συμπράττουν οι σολίστες Inger Blom (μεσόφωνος) και Lars Magnusson (τενόρος).


Το βίντεο αφαιρέθηκε για λόγους πνευματικών δικαιωμάτων – The video was removed for copyright reasons

Αλεξάντερ Σκριάμπιν, 100 χρόνια από το θάνατό του
Alexander Scriabin, 100 years after his death

Alexander Scriabin (1872-1915)

♪ Symphony No.1 in E major, Op.26 (1899-1900)

i. Lento
ii. Allegro dramatico
iii. Lento
iv. Vivace
v. Allegro
vi. Andante (with soloists and choir)

Inger Blom, mezzo-soprano
Lars Magnusson, tenor

Stockholm Philharmonic Choir
Royal Stockholm Philharmonic Orchestra

Μουσική διεύθυνση (Conductor): Leif Segerstam

Recorded at the Stockholm Concert Hall (Konserthuset), Sweden, in June 1991 (Ιούνιος 1991)

BIS Records

Painting: Grigoris Semitekolo (1935-2014), Oil on canvas, 1970-1979

(HD 1080p – Audio video)


Γρηγόρης Σεμιτέκολο: Λάδι σε καμβά, 1970-1979
Ο Γρηγόρης Σεμιτέκολο γεννήθηκε στην Αθήνα το 1935. Μαθήτευσε πρώτα στο εργαστήρι του Πάνου Σαραφιανού και στη συνέχεια σπούδασε στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών, με δάσκαλο τον Γιάννη Μόραλη. Συνέχισε τις σπουδές του στο Μόναχο, όπου το 1962 παρουσίασε για πρώτη φορά τη δουλειά του στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου.

Η γνωριμία του με τον Γιάννη Χρήστου είχε ως αποτέλεσμα τη συμμετοχή του ως περφόρμερ στα έργα του σπουδαίου Έλληνα συνθέτη «Επίκυκλος» και «Αναπαράσταση ΙΙΙ – Ο Πιανίστας», που παρουσιάστηκαν το 1969 στην Ελληνοαμερικανική Ένωση της Αθήνας και σε άλλες ελληνικές πόλεις, καθώς και σε πόλεις της Ευρώπης και της Αμερικής.

Από τις αρχές της δεκαετίας του 1970 άρχισε να οργανώνει χάπενινγκ με ζωντανή μουσική (το 1972 με τον συνθέτη Χρήστο Σφέτσα), ενώ από το 1974 εμφανίζονται στο έργο του τα χαρακτηριστικά ανθρώπινα ομοιώματα, οι λευκές άφυλες και ανέκφραστες «κούκλες», που έκτοτε συμμετέχουν σε πολλές δράσεις του, συχνά με σατιρικό περιεχόμενο και τελετουργικό ύφος.

Στη ζωγραφική του αναπτύσσει μία προσωπική γλώσσα, με εικόνες συμβολικών αντικειμένων ή αφαιρετικών μοτίβων, σε συνθέσεις ονειρικές, με υποβλητικά χρώματα και σκληρό φωτισμό, που δημιουργούν ένα σουρεαλιστικό κλίμα.

Το 1985 παρουσίασε την περφόρμανς «Κοσμικό Ανατομείο», η οποία επαναλήφθηκε στο 5ο φεστιβάλ του Μοντιβιλιέ (1990) και στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών (1992), ενώ το 1993 κινηματογραφήθηκε από τον Βασίλη Βαφέα κι έγινε ταινία.

Ήταν ιδρυτικό μέλος του Κέντρου Εικαστικών Τεχνών (ΚΕΤ). Ασχολήθηκε, επίσης, με τη σκηνογραφία, επιμελήθηκε μουσικοθεατρικές παραστάσεις και συνεργάστηκε με άλλους εικαστικούς καλλιτέχνες για την ηχητική επένδυση των έργων τους.

Το εικαστικό του έργο έχει παρουσιαστεί σε πολλές ατομικές και ομαδικές εκθέσεις, στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Έργα του βρίσκονται σε ιδιωτικές αλλά και δημόσιες συλλογές, όπως η Εθνική Πινακοθήκη, η Πινακοθήκη του Δήμου Αθηναίων, το Κέντρο Σύγχρονης Τέχνης Ρεθύμνου «Λευτέρης Κανακάκης», στο Μουσείο Βορρέ και αλλού.

Ο Γρηγόρης Σεμιτέκολο πέθανε στις 23 Δεκεμβρίου 2014, σε ηλικία 79 ετών. Σύζυγός του ήταν η γνωστή πιανίστρια Νέλλη Σεμιτέκολο.

Πηγή: sansimera.gr

Leif Segerstam















Δείτε επίσης – See also

Alexander Scriabin: Prometheus (The Poem of Fire) – Royal Stockholm Philharmonic Orchestra, Love Derwinger, Leif Segerstam (Audio video)

Thursday, June 25, 2015

Alexander Scriabin: Prometheus (The Poem of Fire) – Royal Stockholm Philharmonic Orchestra, Love Derwinger, Leif Segerstam (Audio video)

Γρηγόρης Σεμιτέκολο (1935-2014), Λάδι σε καμβά, 1970-1979















Γεννημένος το 1872 στη Μόσχα από αριστοκρατική οικογένεια, ο Αλεξάντερ Σκριάμπιν σπούδασε στο Ωδείο με τους Anton Arensky και Sergei Taneyev και το 1894 έκανε το ντεμπούτο του ως πιανίστας στην Αγία Πετρούπολη, παρουσιάζοντας ένα πρόγραμμα με δικές του συνθέσεις, επηρεασμένες από το ύφος της ρομαντικής σχολής.

Μετά την πρώτη αυτή εμφάνισή του, που προκάλεσε αίσθηση στους μουσικούς κύκλους, έδωσε ορισμένα ρεσιτάλ σε ρωσικές πόλεις, ενώ έπαιξε και δύο φορές για τον Λέοντα Τολστόι, προσκεκλημένος στην κατοικία του, στη «Γιάσναγια Πολιάνα», 200 χιλιόμετρα έξω από τη Μόσχα. Ακούγοντάς τον να παίζει ένα πρελούδιο, ο Τολστόι είπε με θαυμασμό στον γραμματέα του: «Από αυτό το απλό κομμάτι καταλαβαίνεις ότι πρόκειται για σπουδαίο καλλιτέχνη».

Μεταξύ του 1897 και του 1909 ο Σκριάμπιν έκανε δύο γάμους, ταξίδεψε και έπαιξε στην Ελβετία, στη Γαλλία, στην Ιταλία, στο Βέλγιο και στις ΗΠΑ, έζησε δύο χρόνια στο Παρίσι και στις Βρυξέλλες και το 1909 επέστρεψε οριστικά στη Μόσχα για να αφοσιωθεί στη σύνθεση μεγαλόπνοων έργων με φιλοσοφικό υπόβαθρο, τα οποία είχαν αρχίσει να τον απασχολούν ήδη από το 1903, όταν διαφοροποίησε την αρμονική του γλώσσα, χωρίς ακόμη να έχει απομακρυνθεί εντελώς από την παραδοσιακή τονικότητα.

Το 1910, πέντε χρόνια πριν από τον πρόωρο θάνατό του, ο Σκριάμπιν συνέθεσε το αριστούργημα της τελευταίας του περιόδου, τη Συμφωνία «Προμηθέας (Το Ποίημα της Φωτιάς)» για πιάνο, μεγάλη ορχήστρα και χορωδία, αφορμώμενος από τον Τιτάνα της ελληνικής μυθολογίας που έκλεψε από τους Θεούς τη φωτιά για να την αποδώσει στους ανθρώπους, και από την αντιστοιχία του με τον Λούσιφερ της εβραϊκής Βίβλου.

Alexander Scriabin (1872-1915)
Οπαδός της θεοσοφίας και των φιλοσοφικών θεωριών της Έλενα Μπλαβάτσκι, φίλος των Ρώσων συμβολιστών ποιητών Vyacheslav Ivanov και Konstantin Balmont, και θαυμαστής του μεταφυσικού εικαστικού σύμπαντος του Γάλλου ζωγράφου Οντιλόν Ρεντόν, ο Σκριάμπιν εξέφρασε στον «Προμηθέα» την επιτομή των πνευματικών και μουσικών του αναζητήσεων, υλοποιώντας ένα καλλιτεχνικό όραμα ανάλογο με εκείνο που είχε υλοποιήσει τo 1882 ο Ρίχαρντ Βάγκνερ στον «Πάρσιφαλ». Στη σύνθεση του έργου χρησιμοποίησε ένα νέο είδος αρμονίας, βασισμένο στην προσφιλή του συγχορδία Ντο - Φα δίεση - Σι ύφεση - Μι - Λα - Ρε (γνωστή αργότερα ως προμηθεϊκή ή μυστικιστική συγχορδία), προτείνοντας για κάθε νότα μια αντιστοιχία χρώματος: κόκκινο για το Ντο, πορτοκαλί για το Σολ, κίτρινο για το Ρε, πράσινο για το Λα, μπλε για το Μι και το Σι, γαλάζιο για το Φα δίεση, βιολετί για το Ρε ύφεση, πορφυρό για το Λα ύφεση, ασημί για το Μι ύφεση και το Σι ύφεση, και σκούρο κόκκινο για το Φα. Σύμφωνα με τη σύλληψη του Σκριάμπιν, καθώς η Συμφωνία θα εκτελείτο στο σκοτάδι, ένα ειδικά κατασκευασμένο κλαβιέ (chromola) θα φώτιζε την ορχήστρα εκπέμποντας τα συγκεκριμένα χρώματα στις μουσικές φράσεις που συμβόλιζαν τα μηνύματα του έργου, ώστε μέσα από έναν εμπνευσμένο συνδυασμό μουσικής, φωτός και κίνησης να προκαλούνται συγκεκριμένα συναισθήματα και αντιδράσεις στο κοινό.

Η Συμφωνία παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στη Μόσχα στις 2 Μαρτίου 1911, με σολίστ στο πιάνο τον Σκριάμπιν και μαέστρο τον Sergey Koussevitzky, προκαλώντας αίσθηση στο ακροατήριο. Ο συνθέτης και μουσικολόγος Leonid Sabaneyev, ο οποίος το 1916 εξέδωσε την πρώτη σοβαρή μελέτη πάνω στη μουσική του Σκριάμπιν, είχε γράψει τις προγραμματικές σημειώσεις της πρεμιέρας, μεταφέροντας το 1912 τις εντυπώσεις του από αυτήν σε ένα άρθρο του στο «Αλμανάκ του Γαλάζιου Καβαλάρη» ως εξής: «Όσοι παραβρέθηκαν στην παρουσίαση του "Προμηθέα" με τα εντυπωσιακά χρωματικά εφέ που συνόδευαν την εκτέλεση, διαπίστωσαν ότι κάθε μουσική ιδέα υπογραμμιζόταν απόλυτα και αποτελεσματικά από τον κατάλληλο φωτισμό, ενώ η δύναμη του συμφωνικού αυτού οράματος του Μυστηρίου είχε πολλαπλασιαστεί και ενταθεί στον υπέρτατο βαθμό, οδηγώντας τους ακροατές στην πολυπόθητη έκσταση που επεδίωκε ο συνθέτης».

Ο συνδυασμός μουσικής, φωτός και κίνησης που εφάρμοσε στον «Προμηθέα» ο Σκριάμπιν, κερδίζοντας τον τίτλο του πρώτου multimedia artist στην ιστορία της μουσικής, επηρέασε εν μέρει τον ζωγράφο Βασίλι Καντίνσκι στην ολοκλήρωση του πειραματικού σκηνικού του θεάματος «Κίτρινος ήχος», ενώ οι πρωτοποριακές ιδέες του εκτιμήθηκαν από πολλούς σύγχρονους και μεταγενέστερους ομότεχνούς του, όπως οι Νικολάι Ρίμσκι-Κόρσακοφ, Ιγκόρ Στραβίνσκι, Άρνολντ Σένμπεργκ, Ολιβιέ Μεσιάν, Arthur-Vincent Lourié και άλλοι.

Τη Συμφωνία «Προμηθέας (Το Ποίημα της Φωτιάς)», έργο 60, του Αλεξάντερ Σκριάμπιν, ερμηνεύει ο Σουηδός πιανίστας Love Derwinger. Τη Φιλαρμονική Χορωδία και τη Βασιλική Φιλαρμονική Ορχήστρα της Στοκχόλμης διευθύνει ο διάσημος Φινλανδός αρχιμουσικός Leif Segerstam.

Το βίντεο αφαιρέθηκε για λόγους πνευματικών δικαιωμάτων – The video was removed for copyright reasons

Αλεξάντερ Σκριάμπιν, 100 χρόνια από το θάνατό του
Alexander Scriabin, 100 years after his death

Alexander Scriabin (1872-1915)

♪ Prometheus (The Poem of Fire), Op.60 (1909-1910)

Love Derwinger, piano

Stockholm Philharmonic Choir
Royal Stockholm Philharmonic Orchestra

Μουσική διεύθυνση (Conductor): Leif Segerstam

Recorded at the Stockholm Concert Hall (Konserthuset), Sweden, in June 1991 (Ιούνιος 1991)

BIS Records

Painting: Grigoris Semitekolo (1935-2014), Oil on canvas, 1970-1979

(HD 1080p – Audio video)

Πηγή για την εισαγωγή: Κάτια Καλλιτσουνάκη (Παραγωγός ραδιοφωνικών εκπομπών)


Grigoris Semitekolo (1935-2014)
Ο Γρηγόρης Σεμιτέκολο γεννήθηκε στην Αθήνα το 1935. Μαθήτευσε πρώτα στο εργαστήρι του Πάνου Σαραφιανού και στη συνέχεια σπούδασε στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών, με δάσκαλο τον Γιάννη Μόραλη. Συνέχισε τις σπουδές του στο Μόναχο, όπου το 1962 παρουσίασε για πρώτη φορά τη δουλειά του στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου.

Η γνωριμία του με τον Γιάννη Χρήστου είχε ως αποτέλεσμα τη συμμετοχή του ως περφόρμερ στα έργα του σπουδαίου Έλληνα συνθέτη «Επίκυκλος» και «Αναπαράσταση ΙΙΙ – Ο Πιανίστας», που παρουσιάστηκαν το 1969 στην Ελληνοαμερικανική Ένωση της Αθήνας και σε άλλες ελληνικές πόλεις, καθώς και σε πόλεις της Ευρώπης και της Αμερικής.

Από τις αρχές της δεκαετίας του 1970 άρχισε να οργανώνει χάπενινγκ με ζωντανή μουσική (το 1972 με τον συνθέτη Χρήστο Σφέτσα), ενώ από το 1974 εμφανίζονται στο έργο του τα χαρακτηριστικά ανθρώπινα ομοιώματα, οι λευκές άφυλες και ανέκφραστες «κούκλες», που έκτοτε συμμετέχουν σε πολλές δράσεις του, συχνά με σατιρικό περιεχόμενο και τελετουργικό ύφος.

Στη ζωγραφική του αναπτύσσει μία προσωπική γλώσσα, με εικόνες συμβολικών αντικειμένων ή αφαιρετικών μοτίβων, σε συνθέσεις ονειρικές, με υποβλητικά χρώματα και σκληρό φωτισμό, που δημιουργούν ένα σουρεαλιστικό κλίμα.

Το 1985 παρουσίασε την περφόρμανς «Κοσμικό Ανατομείο», η οποία επαναλήφθηκε στο 5ο φεστιβάλ του Μοντιβιλιέ (1990) και στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών (1992), ενώ το 1993 κινηματογραφήθηκε από τον Βασίλη Βαφέα κι έγινε ταινία.

Ήταν ιδρυτικό μέλος του Κέντρου Εικαστικών Τεχνών (ΚΕΤ). Ασχολήθηκε, επίσης, με τη σκηνογραφία, επιμελήθηκε μουσικοθεατρικές παραστάσεις και συνεργάστηκε με άλλους εικαστικούς καλλιτέχνες για την ηχητική επένδυση των έργων τους.

Το εικαστικό του έργο έχει παρουσιαστεί σε πολλές ατομικές και ομαδικές εκθέσεις, στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Έργα του βρίσκονται σε ιδιωτικές αλλά και δημόσιες συλλογές, όπως η Εθνική Πινακοθήκη, η Πινακοθήκη του Δήμου Αθηναίων, το Κέντρο Σύγχρονης Τέχνης Ρεθύμνου «Λευτέρης Κανακάκης», στο Μουσείο Βορρέ και αλλού.

Ο Γρηγόρης Σεμιτέκολο πέθανε στις 23 Δεκεμβρίου 2014, σε ηλικία 79 ετών. Σύζυγός του ήταν η γνωστή πιανίστρια Νέλλη Σεμιτέκολο.

Πηγή: sansimera.gr


Leif Segerstam


















Δείτε επίσης – See also

Alexander Scriabin: Symphony No.1 in E major – Royal Stockholm Philharmonic Orchestra, Leif Segerstam (Audio video)

Wednesday, June 24, 2015

Johann Sebastian Bach: Cantata BWV 35 – Carlos Mena, Musica Aeterna













"Geist und Seele wird verwirret" (Spirit and soul become confused), BWV 35, is a church cantata by Johann Sebastian Bach. He composed the solo cantata for alto voice in Leipzig for the twelfth Sunday after Trinity and first performed it on 8 September 1726.

Bach composed the Cantata in his fourth year as Thomaskantor (musical director) in Leipzig. The text is based on the day's prescribed reading from the Gospel of Mark, the healing of a deaf mute man. The librettist is Georg Christian Lehms, whose poetry Bach had used already in Weimar as the basis for solo cantatas. The text quotes ideas from the gospel and derives from these the analogy that as the tongue of the deaf mute man was opened, the believer should be open to admire God's miraculous deeds. The cantatas for this Sunday have a positive character, which Bach stressed in earlier works for the occasion by including trumpets in the score. In this work, he uses instead an obbligato solo organ in several movements.

The Cantata is structured in seven movements in two parts, to be performed before and after the sermon. Both parts are opened by an instrumental sinfonia with solo organ, probably derived from concerto music composed earlier in Weimar or Köthen. The alto singer performs a sequence of alternating arias and recitatives, accompanied in all three arias by the organ as an equal partner. The orchestra is formed by two oboes, taille (baroque tenor oboe), strings and basso continuo. The alto part is demanding and was probably written with a specific singer in mind, as with the two other solo cantatas composed in the same period.

Source: en.wikipedia.org



Ο Ισπανός κόντρα-τενόρος Carlos Mena και το μπαρόκ σύνολο Musica Aeterna ερμηνεύουν την Καντάτα "Geist und Seele wird verwirret", BWV 35, του Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ. Η Καντάτα παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στη Λειψία, στις 8 Σεπτεμβρίου 1726. Το έργο απαιτεί μικρό σύνολο από άλτο, δύο όμποε, taille (baroque tenor oboe), όργανο, δύο βιολιά, βιόλα και μπάσο κοντίνουο. Η συναυλία δόθηκε στον καθεδρικό ναό του Αγίου Μαρτίνου στην Μπρατισλάβα (Σλοβακία) στις 10 Ιουνίου 2013.



Johann Sebastian Bach (1685-1750)

♪ Cantata BWV 35, "Geist und Seele wird verwirret" (1726)

Part I
i. Sinfonia
ii. Aria: Geist und Seele wird verwirret
iii. Recitative: Ich wundre mich
iv. Aria: Gott hat alles wohlgemacht

Part II
v. Sinfonia
vi. Recitative: Ach, starker Gott
vii. Aria: Ich wünsche nur bei Gott zu leben

Carlos Mena, countertenor
Monika Melcová, organ

Musica Aeterna
Artistic leader: Peter Zajíček

St Martin's Cathedral, Bratislava, Days of Early Music Festival, June 10, 2013

(HD 1080p)

First publication: June 24, 2015 / Πρώτη δημοσίευση: 24 Ιουνίου 2015
Last update: December 31, 2016 / Τελευταία ενημέρωση: 31 Δεκεμβρίου 2016

























See also / Δείτε επίσης

Antonio Vivaldi: Nisi Dominus, & Stabat Mater – Carlos Mena, Ricercar Consort, Philippe Pierlot

Under The Shadow – Carlos Mena, Ghalmia Senouci, Disfonik Orchestra, Jacques Beaud (Audio video)

Domenico Scarlatti: Salve Regina in A major – Carlos Mena, Ensemble 415, Chiara Banchini

Antonio Vivaldi: Stabat Mater – Carlos Mena, Ensemble 415, Chiara Banchini

Tuesday, June 23, 2015

Ο Κιρίλ Πετρένκο επικεφαλής της Φιλαρμονικής του Βερολίνου – Kirill Petrenko is the new Chief Conductor of the Berlin Philharmonic

Kirill Petrenko (Photo: Wilfried Hösl)














Ο 43χρονος Ρώσος μαέστρος Κιρίλ Πετρένκο είναι τελικά ο επόμενος καλλιτεχνικός διευθυντής της Φιλαρμονικής του Βερολίνου, όπως ανακοινώθηκε τη Δευτέρα 22 Ιουνίου. Ο Πετρένκο παίρνει τη σκυτάλη από τον σερ Σάιμον Ρατλ, η σύμβαση του οποίου λήγει το 2018. Ο διορισμός του Πετρένκο έρχεται μετά από έξι εβδομάδες και μια εντεκάωρη συνεδρίαση κατά τη διάρκεια της οποίας τα 124 μέλη της Ορχήστρας απέτυχαν να εκλέξουν νέο μαέστρο. Η εκλογή νέου μαέστρου είχε κριθεί ως απαραίτητη καθώς ο Ρατλ είχε δηλώσει ότι δεν θα ήθελε να ανανεώσει το συμβόλαιό του μετά από 16 χρόνια στην Ορχήστρα. Ο Ρατλ επιστρέφει στη Μεγάλη Βρετανία και αναλαμβάνει τη Συμφωνική Ορχήστρα του Λονδίνου από τον Σεπτέμβριο του 2017. Για την ιστορία, είναι αποκλειστικό δικαίωμα των μουσικών της Φιλαρμονικής Ορχήστρας του Βερολίνου να εκλέγουν νέο μαέστρο. Ούτε ο νυν καλλιτεχνικός διευθυντής, ούτε ο γενικός διευθυντής, ούτε το υπουργείο Πολιτισμού του Βερολίνου μπορεί να ασκήσει βέτο στην απόφαση.

Ο Πετρένκο γεννήθηκε στο Ομσκ στη νοτιοδυτική Σιβηρία το 1972. Σπούδασε πιάνο και έκανε το ντεμπούτο του ως πιανίστας σε ηλικία 11 ετών. Στα 18 του μαζί με την οικογένειά του μετανάστευσαν στην Αυστρία. Εκεί αποφοίτησε με άριστα στις σπουδές πιάνου και συνέχισε τις μουσικές σπουδές του στο Πανεπιστήμιο Μουσικής και Παραστατικών Τεχνών της Βιένης. Έκανε το ντεμπούτο του ως μαέστρος το 1995. Ήταν διευθυντής της Κωμικής Όπερας του Βερολίνου από το 2002 έως το 2007 και στη συνέχεια στην Κρατική Όπερα της Βαυαρίας έως το 2013.

«Κανείς δεν μπορεί να περιγράψει με λέξεις τι αισθάνομαι, από ευφορία και χαρά έως δέος και αμφιβολία, κάθε συναίσθημα», δήλωσε ο Κιρίλ Πετρένκο στην ανακοίνωσή του όπου επιβεβαίωνε ότι αποδέχθηκε τη θέση. «Θέλω να κινητοποιήσω όλες μου τις δυνάμεις προκειμένου να ανταποκριθώ επάξια στο ρόλο του επικεφαλής της εξαιρετικής Ορχήστρας και έχω πλήρη επίγνωση της ευθύνης μου και των υψηλών προσδοκιών στο πρόσωπό μου», υπογράμμισε ο νέος διευθυντής της Φιλαρμονικής του Βερολίνου.

Νυν μουσικός διευθυντής της όπερας του Κρατιδίου της Βαυαρίας στο Μόναχο, ο Κιρίλ Πετρένκο βρισκόταν μεταξύ των επικρατέστερων για την ανάληψη της περίοπτης αυτής θέσης, ακόμη και αν οι ειδήμονες φαντάζονταν μια μονομαχία μεταξύ δύο άλλων μεγάλων φαβορί: του Ισραηλινοαργεντίνου Ντάνιελ Μπάρενμποϊμ, 72 ετών, και του Γερμανού Κρίσταν Τίλεμαν, 56 ετών, που διευθύνει την ιστορική Σταατσκαπέλε της Δρέσδης. Από την πλευρά του, ο απερχόμενος επικεφαλής Σάιμον Ρατλ είπε: «Θαυμάζω τον Κιρίλ Πετρένκο εδώ και χρόνια και είμαι πολύ χαρούμενος που θα με διαδεχθεί σε αυτήν την υπέροχη ορχήστρα».

Διάσημος για τη βαθιά του γνώση του έργου των Τζάκομο Πουτσίνι, Ρίχαρντ Στράους και Ρίχαρντ Βάγκνερ, ο Κιρίλ Πετρένκο εξελέγη μαέστρος της χρονιάς από το γερμανικό περιοδικό Opernwelt (Ο κόσμος της Όπερας) το 2014.

Πηγές: lifo.gr & in.gr


Kirill Petrenko (Photo: Wilfried Hösl)















During an orchestra assembly last Sunday Kirill Petrenko was elected by a large majority of the members of the Berliner Philharmoniker as the Chief Conductor Designate of the orchestra and Artistic Director of the Berliner Philharmoniker Foundation. He succeeds Sir Simon Rattle, who will leave the orchestra in August of 2018.

Kirill Petrenko, currently music director of the Bavarian State Opera, said: “Words cannot express my feelings – everything from euphoria and great joy to awe and disbelief. I am aware of the responsibility and high expectations of me, and I will do everything in my power to be a worthy conductor of this outstanding orchestra. Above all, however, I hope for many moments of artistic happiness in our music-making together which will reward our hard work and fill our lives as artists with meaning.”

Kirill Petrenko (Photo: Wilfried Hösl)














Sunday, June 21, 2015

Engelbert Humperdinck: Hänsel und Gretel – Brigitte Fassbaender, Edita Gruberova, Helga Dernesch, Hermann Prey, Sena Jurinac – Wiener Philharmoniker, Georg Solti (HD 1080p)

Based on a fairy tale by the Brothers Grimm, Engelbert Humperdinck's beloved opera "Hänsel und Gretel" is traditionally often performed at Christmastime as a treat for children. Humperdinck had originally planned to write a simple work with a spoken text and folksong-like melodies. It turned out to be a full-fledged, Wagnerian-style opera that was premiered in 1893 by no less a conductor than Richard Strauss, who termed the work "a masterpiece of the first rank". For this lavish production staged and directed by August Everding, a cast of top singers has been put together, including Brigitte Fassbaender, Edita Gruberova, Hermann Prey, Helga Dernesch and Sena Jurinac. Sir Georg Solti conducts the Vienna Philharmonic.


The genesis of this opera was unusual and more than a little fortuitous. Humperdinck's sister wanted to put on a show for a family children's party and hit on the idea of dramatizing the Grimm Brothers' tale of Hänsel and Gretel. She asked her brother if he would write a little music for her project, and he happily provided some musical numbers. The entertainment went off so well that the composer decided to expand what he had written into a three-act opera.

He was fortunate also that he sent the completed score to Richard Strauss, who immediately recognized its excellence. Strauss conducted the work's premiere, and it vaulted instantly into fame; within a year there was scarcely an opera house in the entire German-speaking world that had not performed it. The opera was also produced in English in London, and the English company took their production across the Atlantic to New York as early as October 1895.

Technically, the work is an intriguing construction according to Wagnerian music drama principles. There are plenty of harmonic and orchestral devices inspired by Wagner, yet Hänsel und Gretel does not make an impression of being at all Wagnerian in terms of solemnity, seriousness, or excessive length. The familiar tale fits well with the musical universe originally developed by the colossus of the Ring cycle to represent a supernatural world. Though the story is elaborated with a few additional characters, it is clearly comprehensible even to young people with no prior exposure to opera. Hänsel und Gretel is regarded as the leading children's opera in the repertoire.

Source: Joseph Stevenson (allmusic.com)


With English subtitles



Engelbert Humperdinck (1854-1921)

Hänsel und Gretel (1891-1892)


Fairy-tale opera in three acts

A film by August Everding

Libretto: Adelheid Wette

Hänsel..........Brigitte Fassbaender, mezzo-soprano
Gretel..........Edita Gruberova, soprano
Peter (their father)..........Hermann Prey, baritone
Gertrud (their mother)..........Helga Dernesch, soprano & mezzo-soprano
Die Knusperhexe (the witch)..........Sena Jurinac, soprano & mezzo-soprano
Sandmännchen (Sandman)..........Norma Burrowes, soprano
Taumännchen (Dew Fairy)..........Elfriede Hobarth, soprano

Wiener Philharmoniker

Conductor: Georg Solti

Direction: August Everding

Filmed in Vienna, 1981

(HD 1080p)

Uploaded on Youtube for the Blog "Faces of Classical Music"

First publication: June 21, 2015 – Last update: December 28, 2017


Helga Dernesch, Hermann Prey
















Englebert Humperdinck's Hänsel und Gretel opera takes place in the haunted forests of the famous Brothers Grimm fairy tale. The opera premiered on December 23, 1893, at the Hoftheater in Weimar, Germany and was conducted by Richard Strauss.

Synopsis

ACT ONE

Scene 1. At home. Gretel stitches a stocking, and Hänsel is making a broom. Gretel sings to herself as she works. Hänsel mocks her, singing to the same tune a song about how hungry he is. He wishes for mother to come home. Gretel tells him to be quiet and reminds him of what father always says: "When the need is greatest, God the Lord puts out His hand". Hänsel complains that one cannot eat words, and Gretel cheers him up by telling him a secret: A neighbor has given mother a jug of milk, and tonight she will make a rice pudding for them to eat. Hansel, excited, tastes the cream on the top of the milk. Gretel scolds him and tells him he should get back to work. Hänsel says that he does not want to work, he would rather dance. Gretel agrees, and they begin to dance around.

Scene 2. Mother enters, and she is furious when she finds that Hänsel and Gretel have not been working. As she threatens to beat them with a stick, she knocks over the jug of milk. Mother sends Hänsel and Gretel to the haunted Ilsenstein forest to look for strawberries. Alone, she expresses her sorrow that she is unable to feed her children, and asks God for help.

Scene 3. From far off, father sings about how hungry he is. He bursts into the house, roaring drunk, and kisses mother roughly. She pushes him away and scolds him for being drunk. He surprises her by taking from his pack a feast: Bacon, butter, flour, sausages, fourteen eggs, beans, onions, and a quarter pound of coffee. He explains to her that beyond the forest, it is almost time for a festival, and everyone is cleaning in preparation. He went from house to house and sold his brooms at the highest prices. As father and mother celebrate, he suddenly stops and asks where the children are. Mother changes the subject to the broken jug, and after she finishes telling him the story, he laughs, then asks again after the children. She tells him that they are in the Ilsenstein forest. Suddenly scared, father tells her that the forest is where the evil Gingerbread Witch (literally, "Nibbling Witch") dwells. She lures children with cakes and sweets, pushes them into her oven, where they turn to gingerbread, and then eats them. Father and mother rush to the forest to search for their children.


Edita Gruberova, Brigitte Fassbaender


















ACT TWO

Here there is a prelude which begins the act, called the "Witch-ride". Sometimes, the two acts are linked to each other, and the prelude is treated as an interlude.

Scene 1. In the forest. Sunset. Gretel weaves a crown of flowers as she sings to herself. Hänsel searches for strawberries. As Gretel finishes her crown, Hänsel fills his basket. Gretel tries to put the crown on Hänsel, but, saying that boys do not play with things like these, he puts it on her head instead. He tells her that she looks like the Queen of the Wood, and she says that if that's so, then he should give her a bouquet, too. He offers her the strawberries. They hear a cuckoo calling, and they begin to eat the strawberries. As the basket empties, they fight for the remaining strawberries, and finally, Hänsel grabs the basket and dumps the leftovers in his mouth. Gretel scolds him and tells him that mother will be upset. She tries to look for more, but it is too dark for her to see. Hänsel tries to find the way back, but he cannot. As the forest darkens, Hänsel and Gretel become scared, and think they see something coming closer. Hänsel calls out, "Who's there?" and a chorus of echoes calls back, "He's there!" Gretel calls, "Is someone there?" and the echoes reply, "There!" Hänsel tries to comfort Gretel, but as a little man walks out of the forest, she screams.

Scene 2. The Sandman, who has just walked out of the forest, tells the children that he loves them dearly, and that he has come to put them to sleep. He puts grains of sand into their eyes, and as he leaves they can barely keep their eyes open. Gretel reminds Hänsel to say their evening prayer, and after they pray, they fall asleep on the forest floor.

Scene 3. Traumpantomime. Fourteen angels come out and arrange themselves around the children to protect them as they sleep. They are presented with a gift. The forest is filled with light as the curtain falls.


Brigitte Fassbaender, Sena Jurinac


















ACT THREE

Scene 1. In the forest. The Dew Fairy comes to wake the children. She sprinkles dew on them, sings of how wonderful it is to be alive in the morning with the beauty of the forest surrounding her, and leaves as the children stir. Gretel wakes first, and wakes the sleepy Hänsel. They tell each other of their mutual dream, of angels protecting them as they slept.

Scene 2. Suddenly they notice behind them a glorious gingerbread house. The roof is slated with cakes, the windows are of licorice, and the walls are decorated with cookies. On the left side is an oven, on the right side is a cage, and around it is a fence of gingerbread children. Unable to resist temptation, they take a little bit of the house and nibble on it.

Scene 3. As the children nibble, a voice calls out, "Nibbling, nibbling, little mouse! Who's nibbling on my little house?" Hänsel and Gretel decide that the voice must have been the wind, and they begin to eat the house. As Hansel breaks off another piece of the house, the voice again calls out, "Nibbling, nibbling, little mouse! Who's nibbling on my little house?" Hänsel and Gretel ignore the voice, and continue eating. The witch comes out of the house and catches Hansel with a rope. As Hänsel tries to escape, the witch explains that she is Rosine Leckermaul (literally, "Rosina Tastymuzzle"), and that she likes nothing better than to feed children sweets. Hansel and Gretel are suspicious of the witch, so Hänsel frees himself from the rope and he and Gretel begin to run away.

The witch takes out her wand and calls out, "Stop!" Hänsel and Gretel are frozen to the spot where they stand. Using the wand, the witch leads Hänsel to the cage. The witch leaves him stiff and slow of movement. She tells Gretel to be reasonable, and then the witch goes inside to fetch raisins and almonds with which to fatten Hänsel. Hänsel whispers to Gretel to pretend to obey the witch. The witch returns, and waving her wand, says, "Hocus pocus, holderbush! Loosen, rigid muscles, hush!" Using the wand, the witch forces Gretel to dance, then tells her to go into the house and set the table. Hänsel pretends to be asleep, and the witch, overcome with excitement, describes how she plans to cook and eat Gretel.

The witch wakes up Hänsel and has him show her his finger. He puts out a bone instead, and she feels it instead. Disappointed that he is so thin, the witch calls for Gretel to bring out raisins and almonds. As the witch tries to feed Hänsel, Gretel steals the wand from the witch's pocket. Waving it towards Hänsel, Gretel whispers, "Hocus pocus, holderbush! Loosen rigid muscles, hush!" As the witch turns around and wonders at the noise, Hänsel discovers that he can move freely again.

The witch tells Gretel to peek inside the oven to see if the gingerbread is done. Hänsel softly calls out to her to be careful. Gretel pretends that she does not know what the witch means. The witch tells her to lift herself a little bit and bend her head forward. Gretel says that she is "a goose" and doesn't understand, then asks the witch to demonstrate. The witch, frustrated, opens the oven and leans forward. Hansel springs out of the cage, and he and Gretel shove the witch into the oven. They dance. The oven begins to crackle and the flames burn fiercely, and with a loud crash it explodes.

Scene 4. Around Hänsel and Gretel, the gingerbread children have turned back into humans. They are asleep and unable to move, but they sing to Hänsel and Gretel, asking to be touched. Hänsel is afraid, but Gretel strokes one on the cheek, and he wakes up, but is still unable to move. Hänsel and Gretel touch all the children, then Hänsel takes the witch's wand and, waving it, calls out the magic words, freeing the children from the spell.

Scene 5. Father is heard in the distance, calling for Hänsel and Gretel. He and mother enter and embrace Hänsel and Gretel. Meanwhile, the gingerbread children pull out from the ruins of the oven the witch, who has turned into gingerbread. Father gathers Hänsel, Gretel and the other children around and tells them to look at this miracle. He explains that this is heaven's punishment for evil deeds and reminds them, "When the need is greatest, God the Lord puts out His hand".

Source: en.wikipedia.org


Brigitte Fassbaender, Edita Gruberova

















Ο Ένγκελμπερτ Χούμπερντινκ είναι ένας από τους σπάνιους εκείνους συνθέτες των οποίων η υστεροφημία οφείλεται αποκλειστικά σε ένα έργο. Γεννημένος το 1854 στο Ζίγκμπουργκ, κοντά στη Βόννη, ο Ένγκελμπερτ Χούμπερντινκ, γιος διευθυντή σχολείου, μαθαίνει να παίζει πιάνο στην ηλικία των επτά ετών. Ο Χούμπερντινκ γράφεται το 1872 στο Ωδείο της Κολονίας, αφού πρώτα έχει σπουδάσει αρχιτεκτονική για να ικανοποιήσει την επιθυμία και τη φιλοδοξία των γονιών του. Ο συνθέτης, πιανίστας και διευθυντής ορχήστρας Ferdinand Hiller είναι παλιός φίλος του Λουί Σπορ (Louis Spohr), του Φέλιξ Μέντελσον και της οικογένειας του Ρόμπερτ Σούμαν και, κυρίως, ένας μεγάλος παιδαγωγός, δίπλα στον οποίο ο νεαρός Χούμπερντινκ αποκτά στέρεες βάσεις στη μουσική. Χάρη στο «Βραβείο Μότσαρτ» που η πόλη της Φρανκφούρτης του απονέμει το 1876, ο Χούμπερντινκ συνεχίζει τις μουσικές του σπουδές στο Μόναχο υπό την επιμέλεια των Rheinberger και Lachner, ξακουστών καθηγητών και υπέρμαχων μιας συντηρητικής αισθητικής.

Η ιδέα μιας όπερας βασισμένης στην ιστορία του Χένσελ και της Γκρέτελ προέρχεται εν μέρει από την Adelheid Wette, μικρότερη αδελφή του συνθέτη, η οποία τον Μάιο του 1890, του παραγγέλνει να της γράψει κάποια τραγούδια. Η Adelheid μόλις είχε συγγράψει μια θεατρική διασκευή του διάσημου παραμυθιού των αδελφών Γκριμ στο πλαίσιο ενός γκαλά που είχε διοργανώσει για να κάνει έκπληξη στον σύζυγό της. Ένα από τα πιο δημοφιλή μουσικά θέματα του έργου, η χαριτωμένη άρια της Γκρέτελ "Brüderchen, komm tanz mit mir" («Αδελφούλη, έλα, χόρεψε μαζί μου») υπήρχε ήδη στην αρχική διασκευή της Adelheid. Η επιτυχία της οικογενειακής παράστασης παροτρύνει την αδελφή του μουσικού να επεξεργαστεί περαιτέρω τη διασκευή της και να τη μετατρέψει σε λιμπρέτο, το οποίο και ολοκληρώνει τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους. Η παρτιτούρα γράφεται έναν χρόνο αργότερα, το 1891, και η ενορχήστρωση ολοκληρώνεται τον Σεπτέμβριο του 1893. Η όπερα προσελκύει το ενδιαφέρον πολλών διευθυντών θεάτρων και διευθυντών ορχήστρας, μεταξύ των οποίων και οι Felix Mottl, Hermann Levi και Ρίχαρντ Στράους, ο οποίος ήταν καλός φίλος του Χούμπερντινκ. Στην πρεμιέρα του έργου, στις 23 Δεκεμβρίου 1893, στο Hoftheater της Βαϊμάρης, τη διεύθυνση της ορχήστρας αναλαμβάνει τελικά ο νεαρός Ρίχαρντ Στράους.

Η μαγεία του έργου «Χένσελ και Γκρέτελ» οφείλεται σε μια μουσική γλώσσα εκλεπτυσμένη και βαθύτατα επηρεασμένη από τον Βάγκνερ, η οποία δεν αποποιείται την πολυπλοκότητα, αλλά ούτε τη μετριοπαθή, αλλά αδιαφιλονίκητη χρήση της τεχνικής του λάιτ μοτίφ (leitmotiv: καθοδηγητικό μοτίβο) που χρησιμοποιούσε πολύ ο μεγάλος συνθέτης του Μπαϊρόιτ. Η μουσική αυτή γλώσσα συνεχίζει ακόμη και σήμερα να είναι κατανοητή χάρη στον ανεξάντλητο μελωδικό της πλούτο και τα διάσπαρτα φολκλορικά στοιχεία. Διοχετεύοντας, στο μουσικό του λόγο, τις σωστές δόσεις φαντασίας και ρεαλισμού, ο Χούμπερντινκ, χάρη στη στην εξαιρετική του αισθητική άποψη, γνωρίζει θαυμάσια πώς να προσαρμόζει την ελαφρότητα και τον αυθορμητισμό των μελωδιών του στην αφελή ατμόσφαιρα του παιδικού παραμυθιού, αποφεύγοντας τον στόμφο στον οποίο συχνά υπέκυπταν πολλοί συνεχιστές του Βάγκνερ. Έτσι, η αυθεντική λαϊκή χροιά των απολαυστικών ντουέτων των ερμηνευτών ενσωματώνεται, με τον πλέον φυσικό τρόπο, σε μιαν ενορχήστρωση τόσο πλούσια και απολαυστική όσο και οι τοίχοι του καραμελένιου σπιτιού που τα δύο παιδιά καταβροχθίζουν με τόση απόλαυση.

Στην κινηματογραφική μεταφορά, από τον August Everding, της όπερας «Χένσελ και Γκρέτελ» του Ένγκελμπερτ Χούμπερντινκ, τους ρόλους ερμηνεύουν: Χένσελ, η μεγάλη Γερμανίδα μεσόφωνος Brigitte Fassbaender (γενν. 1939)· Γκρέτελ, η σπουδαία Σλοβάκα δραματική κολορατούρα υψίφωνος Edita Gruberova (γενν. 1946)· Πατέρας, ο αξέχαστος Γερμανός λυρικός βαρύτονος Hermann Prey (1929-1998)· Μητέρα, της οποίας ο ρόλος είναι γραμμένος για ελαφριά μεσόφωνο, η περίφημη Αυστριακή μεσόφωνος αλλά και υψίφωνος Helga Dernesch (γενν. 1939)· Μάγισσα (ρόλος γραμμένος για μεσόφωνο), η πολύ γνωστή για την εξαιρετικά σπάνια φωνή της, Βοσνιοκροάτισσα λυρική υψίφωνος αλλά και μεσόφωνος Sena Jurinac (1921- 2011). Τον Σκονάνθρωπο και το Δροσοανθρωπάκι (και οι δύο ρόλοι γραμμένοι για οξύφωνους) ερμηνεύουν, αντίστοιχα, η Ιρλανδή λυρική υψίφωνος Norma Burrowes (γενν. 1944) και η Αυστριακή υψίφωνος Elfriede Hobarth. Τη Φιλαρμονική της Βιένης διευθύνει ο Georg Solti (1912, Βουδαπέστη, Ουγγαρία - 1997, Αντίμπ, Γαλλία), ένας από τους σημαντικότερους διευθυντές ορχήστρας του εικοστού αιώνα.


Brigitte Fassbaender, Edita Gruberova


















Σύνοψη

ΠΡΩΤΗ ΠΡΑΞΗ


Στο καλύβι του Χένσελ και της Γκρέτελ. Ο Χένσελ και η Γκρέτελ είναι μόνοι τους, μέσα σε ένα άθλιο καλύβι στην άκρη του δάσους, δίπλα στο βουνό Ίλζενσταϊν. Ζουν μαζί με τη μητέρα και τον πατέρα τους, ο οποίος πουλά τις σκούπες που κατασκευάζει η οικογένεια. Ο Χένσελ δένει μια σκούπα ενώ η αδελφή του πλέκει μια κάλτσα, όσο περιμένουν να επιστρέψει η μητέρα τους. Η Γκρέτελ παροτρύνει τον αδελφό της να τραγουδήσει, όμως αυτός παραπονείται: πεινάει και δεν θέλει άλλο να δουλέψει. Η Γκρέτελ αρπάζει μια σκούπα και δίνει ένα μάθημα χορού στον αδελφό της, δείχνοντάς του μια γαβάθα με γάλα που μόλις τους έφερε μια γειτόνισσα. Ο Χένσελ δεν κρατιέται και βυθίζει το δάχτυλό του στην κρέμα.


Τα παιδιά έχουν καταφέρει να ξεγελάσουν την πείνα τους και χορεύουν έναν κυκλικό χορό, όταν η πόρτα ανοίγει απότομα. Είναι η μητέρα τους, η Γερτρούδη, η οποία γυρίζει στο σπίτι. Ξεθεωμένη και νευριασμένη, μαλώνει τα παιδιά για την τεμπελιά τους, δίνει ένα χαστούκι στον Χένσελ και, καθώς πηγαίνει να φέρει το μπαστούνι για να τα δείρει, χτυπάει το τραπέζι όπου βρίσκεται η γαβάθα με το γάλα, η οποία πέφτει στο πάτωμα και σπάει. Δεν μένει τίποτα πια για να φάνε. Απελπισμένη, η μητέρα ξεκρεμά ένα μικρό καλάθι από τον τοίχο και προστάζει τα παιδιά της να πάνε να μαζέψουν φράουλες στο δάσος. Μόλις εκείνα βγαίνουν από το σπίτι, η μητέρα οικτίρει την κακή της τύχη. Προσεύχεται στο Θεό και του ζητά να της στείλει χρήματα. Ύστερα ακουμπά το κεφάλι της στο μπράτσο της και αποκοιμιέται.

Ακούγεται από μακριά μια χαρούμενη φωνή: είναι ο πατέρας, ο Πέτρος, ο οποίος επιστρέφει τραγουδώντας με ένα κοφίνι στην πλάτη. Είναι κάπως μεθυσμένος και πολύ ευτυχισμένος επειδή πούλησε σε καλή τιμή όλες του τις σκούπες και τις βούρτσες στην εμποροπανήγυρη του Χέρενβαλντ. Ξυπνά τη γυναίκα του και τη φιλά. Εκείνη ενοχλείται με τη φασαρία και του αναγγέλλει ότι δεν υπάρχει καθόλου φαγητό. Ο Πέτρος την παρηγορεί λέγοντάς της να ρίξει μια ματιά στο κοφίνι. Η Γερτρούδη το αδειάζει μη μπορώντας να συγκρατήσει τη χαρά της στη θέα τέτοιας αφθονίας αγαθών.

Έτοιμος να πιει μια γουλιά λικέρ, ο Πέτρος αλλάζει γνώμη και ρωτά τη γυναίκα του πού βρίσκονται τα παιδιά. Η Γερτρούδη τού εξιστορεί τα πρόσφατα γεγονότα, το γυρισμό της στο σπίτι, την οργή της όταν είδε πως τα παιδιά δεν δούλευαν, το σπάσιμο της γαβάθας με το γάλα και, τέλος, την τιμωρία των παιδιών, τα οποία έστειλε να μαζέψουν φράουλες στο δάσος του Ίλζενσταϊν. Ο πατέρας τρομάζει στη σκέψη ότι τα παιδιά του μπορεί να χαθούν στο δάσος. Ρωτά τη γυναίκα του αν ήξερε ότι στα βάθη του δάσους μένει η Μάγισσα που τρώει παιδιά, η οποία, μαζί με τις αδελφές της, καβαλά τη σκούπα της τα μεσάνυχτα και αλωνίζει τη γύρω περιοχή ψάχνοντας για παιδιά, προκειμένου να τα παρασύρει στο φτιαγμένο με γλυκά σπίτι της, όπου θα τα ψήσει στο φούρνο και θα τα φάει. Ο Πέτρος και η Γερτρούδη βγαίνουν βιαστικά από το σπίτι τους και τρέχουν στο δάσος για να βρουν τα παιδιά τους.


ΔΕΥΤΕΡΗ ΠΡΑΞΗ

Το δάσος. Μέσα στο σκοτεινό δάσος έχει σουρουπώσει. Δίπλα σε ένα ψηλό έλατο, η Γκρέτελ φτιάχνει ένα στεφάνι από λουλούδια, ενώ ο Χένσελ μαζεύει φράουλες μέσα στα βρύα. Αγνοώντας τον κίνδυνο που διατρέχουν, η Γκρέτελ σιγοτραγουδά ένα σκοπό. Ο αδελφός της την πλησιάζει και της δείχνει όλος χαρά το γεμάτο με φράουλες καλάθι του. Η Γκρέτελ προσπαθεί να φορέσει το στεφάνι που έφτιαξε στο κεφάλι του αδελφού της, ο οποίος το βγάζει και το φοράει στην αδελφή του.


Στεφανωμένη και με ένα μπουκέτο λουλούδια για σκήπτρο, η Γκρέτελ μοιάζει με τη βασίλισσα του δάσους. Ο αδελφός της τής δίνει το πανέρι με τις φράουλες και οι δυο μαζί μιμούνται το τραγούδι του κούκου. Σιγά σιγά, τα παιδιά αρχίζουν να τρώνε τις φράουλες, μέχρι που ο Χένσελ φέρνει το καλάθι στο στόμα του και το αδειάζει. Η Γκρέτελ τον μαλώνει. Θα πρέπει τώρα να μαζέψουν και άλλες φράουλες πριν γυρίσουν στο σπίτι. Όμως, έχει σχεδόν νυχτώσει και ο Χένσελ, φοβισμένος, ομολογεί στην αδελφή του ότι έχει χάσει το δρόμο.


Σημύδες, κλαίουσες ιτιές και οι πυγολαμπίδες των βάλτων που στραφταλίζουν μέσα στο σκοτάδι του δάσους, το οποίο καλύπτεται από ένα παχύ πέπλο ομίχλης, που διαλύεται όταν κάνει την εμφάνισή του ένα μικρό γκρίζο ανθρωπάκι. Είναι ο Σκονάνθρωπος, ο οποίος έρχεται κοντά στα παιδιά και τους τραγουδάει ένα γλυκό νανούρισμα, ρίχνοντας λίγη από τη μαγική του σκόνη στα κουρασμένα τους ματάκια.


Μόλις φεύγει ο Σκονάνθρωπος, ο Χένσελ και η Γκρέτελ γονατίζουν και κάνουν τη βραδινή τους προσευχή. Δεκατέσσερεις άγγελοι τους προστατεύουν: δύο δίπλα στα κεφάλια τους και δύο στα πόδια τους, δύο στα δεξιά και δύο στα αριστερά, δύο τους σκεπάζουν, δύο τους ξυπνούν και άλλοι δύο τους δείχνουν το δρόμο για τον ουράνιο παράδεισο. Ξαπλώνοντας πάνω στα βρύα, τα παιδιά αποκοιμιούνται αγκαλιασμένα, όσο οι άγγελοι τα προστατεύουν, σχηματίζοντας έναν κύκλο γύρω τους.



ΤΡΙΤΗ ΠΡΑΞΗ

Το σπίτι της Μάγισσας. Ξημερώνει στο δάσος. Σιγά σιγά, η ομίχλη διαλύεται και το Δροσοανθρωπάκι ξυπνά τα παιδιά με το τραγούδι του. Η Γκρέτελ ανοίγει πρώτη τα μάτια και καλημερίζει τα πουλιά που κελαηδούν χαρούμενα στα κλαδιά ενός ελάτου. Σκύβει πάνω από τον αδελφό της και τον ξυπνά. Τα δύο αδέλφια θυμούνται τη χορωδία των αγγέλων με τις χρυσές φτερούγες που τα προστάτευαν όσο αυτά ονειρεύονταν.


Τα τελευταία απομεινάρια της πρωινής ομίχλης εξαφανίζονται και, μπροστά στα παιδιά εμφανίζεται, λουσμένο στο φως του ήλιου που ανατέλλει, ένα σπιτάκι φτιαγμένο από γλυκίσματα. Σε μια μεριά του υπάρχει χτισμένος ένας φούρνος, ενώ λίγο πιο πέρα υπάρχει ένα μεγάλο κλουβί το οποίο ενώνεται με το σπίτι με έναν φράχτη φτιαγμένο από ανθρωπάκια που μοιάζουν με γλυκά. Τα παιδιά κοιτάζουν με ενθουσιασμό το σπίτι που είναι χτισμένο με κάθε λογής γλυκά και ζαχαρωτά: οι τοίχοι είναι φτιαγμένοι από τάρτες, η σκεπή από μπισκότα, τα παράθυρα από ζάχαρη και λαχταριστές σταφίδες στραφταλίζουν ψηλά στο αέτωμα. Τα δύο αδέλφια κατευθύνονται προς το σπίτι, το οποίο υποθέτουν ότι θα ανήκει σε κάποια καλή πριγκίπισσα του δάσους. Αφού πρώτα διστάζει λίγο, ο Χένσελ κόβει μια γωνίτσα από το σπίτι και την καταβροχθίζει.

Sena Jurinac, Brigitte Fassbaender, Edita Gruberova
Ακριβώς εκείνη τη στιγμή, ο Χένσελ και η Γκρέτελ ακούν μια φωνή από το εσωτερικό του σπιτιού: είναι η Μάγισσα, όμως τα παιδιά μασουλούν με ευχαρίστηση και δεν την προσέχουν. Η Μάγισσα ανοίγει την πόρτα και ρίχνει ένα σκοινί γύρω από το λαιμό του Χένσελ. Παρά τα καθησυχαστικά της λόγια, τα παιδιά δεν πείθονται. Ο Χένσελ καταφέρνει να λυθεί και προσπαθεί να το σκάσει μαζί με την αδελφή του. Όμως, η Μάγισσα βγάζει το μαγικό της ραβδί και απευθύνει στα αδέλφια ένα ξόρκι με το οποίο τα ακινητοποιεί. Οδηγεί τον Χένσελ στο κλουβί και ύστερα γυρίζει σπίτι της για να πάρει αμύγδαλα και σταφίδες· σχεδιάζει να παχύνει τον μικρό πριν τον ψήσει στο φούρνο. Ο Χένσελ βρίσει το χρόνο να συμβουλέψει την αδελφή του να προσποιηθεί ότι υπακούει τη Μάγισσα, η οποία, την ώρα εκείνη, ετοιμάζει τα ξύλα και το φούρνο για να ψήσει την τρυφερή και στρουμπουλή Γκρέτελ.

Ξετρελαμένη με το γεύμα που την περιμένει, η Μάγισσα καβαλά τη σκούπα της και αρχίζει να πετάει γύρω από το σπίτι. Αμέσως μετά πλησιάζει στο κλουβί και βρίσκει ότι ο Χένσελ είναι ακόμη πολύ λεπτός. Διατάζει την Γκρέτελ να πάει να φέρει και άλλα αμύγδαλα και σταφίδες. Εκμεταλλευόμενη τη στιγμιαία έλλειψη προσοχής της Μάγισσας, η Γκρέτελ αρπάζει το μαγικό της ραβδί και λύνει τα μάγια που κρατούσαν δέσμιο τον Χένσελ. Η Μάγισσα ρωτά την Γκρέτελ να της πει αν ο φούρνος είναι έτοιμος, όμως το μικρό κορίτσι παριστάνει πως δεν ξέρει τι να κάνει και ζητά από τη Μάγισσα να της δείξει το πώς. Ο Χένσελ βρίσκει ευκαιρία να δραπετεύσει από το κλουβί του και, μόλις η Μάγισσα ανοίγει την πόρτα του φούρνου και βάζει το κεφάλι της μέσα, τα δύο παιδιά γλιστρούν με τρόπο από πίσω της, τη σπρώχνουν στις φλόγες και ξανακλείνουν την πόρτα.

Ο Χένσελ και η Γκρέτελ πέφτουν με ζητωκραυγές ο ένας στην αγκαλιά του άλλου, χορεύουν και μαζεύουν γλυκά. Τότε ο φούρνος εκρήγνυται με κρότο και οι φιγούρες από γλυκό με τις οποίες ήταν φτιαγμένος ο φράχτης ξαναγίνονται παιδιά. Με κλειστά τα μάτια, ζητούν απ' τον Χένσελ και την Γκρέτελ να τα αγγίξουν για να ελευθερωθούν από τα μάγια. Η Γκρέτελ χαϊδεύει όλα τα παιδιά-γλυκάκια, τα οποία ανοίγουν τα μάτια τους και γελούν, όμως δεν μπορούν να κουνηθούν. Ο Χένσελ παίρνει το μαγικό ραβδί και λύνει επιτέλους τα μάγια. Τα παιδιά-γλυκάκια αρχίζουν να τρέχουν, σχηματίζουν κύκλο γύρω από τα αδέλφια και τα ευχαριστούν για το καλό που τους έκαναν. Στο μεταξύ, ο Πατέρας και η Μητέρα καταφθάνουν και λαμβάνουν και αυτοί μέρος στο γενικό γλέντι. Κάποια παιδιά βγάζουν τη Μάγισσα από το φούρνο: έχει μετατραπεί σε ένα τεράστιο γλυκό.

Πηγή για την εισαγωγή και τη σύνοψη: Juan Manuel Viana (Μετάφραση: Γιάννης Σιδέρης), «Η Καθημερινή» 2007


Helga Dernesch, Hermann Prey, Edita Gruberova, Brigitte Fassbaender




















More photos


See also

Giuseppe Verdi: La Traviata – Marina Rebeka, Charles Castronovo, Dmitri Hvorostovsky – Orchester & Chor der Wiener Staatsoper, Wiener Staatsballett, Bühnenorchester der Wiener Staatsoper, Speranza Scappucci, Jean-François Sivadier (Wiener Staatsoper, 2016)


Wolfgang Amadeus Mozart: Don Giovanni – Waltteri Torikka, Tapani Plathan, Timo Riihonen, Ida Falk Winland, Joska Lehtinen, Anna Danik, Nicholas Söderlund, Malin Christensson – Tapiola Sinfonietta, New Generation Opera Ensemble, Ville Matvejeff, Erik Söderblom (HD 1080p)


Richard Strauss: Die Frau ohne Schatten – Avgust Amonov, Mlada Khudoley, Olga Savova, Edem Umerov, Olga Sergeyeva – Mariinsky Theatre Orchestra & Chorus, Valery Gergiev – Jonathan Kent, Paul Brown (HD 1080p)


Giacomo Puccini: Tosca – Maria Callas, Carlo Bergonzi, Tito Gobbi – L'Orchestre la Société des Concerts du Conservatoire, Georges Prêtre (1965, Digital Remastering 2014, Audio video)


Giacomo Puccini: Madama Butterfly – Kristine Opolais, Roberto Alagna, Maria Zifchak, Dwayne Croft – Karel Mark Chichon, Anthony Minghella (MET 2016 – Download the opera)


Giuseppe Verdi: La Traviata – Marlis Petersen, Giuseppe Varano, James Rutherford – Graz Philharmonic Orchestra and Graz Opera Chorus, Tecwyn Evans, Peter Konwitschny (Oper Graz 2011, HD 1080p)


Alban Berg: Lulu – Marlis Petersen, Kirill Petrenko, Dmitri Tcherniakov – Bavarian State Opera 2015 (Download the opera)


Georges Bizet: Carmen – Elena Maximova, Giancarlo Monsalve, Michael Bachtadze, Johanna Parisi – Myron Michailidis, Enrico Castiglione (Taormina Festival 2015, HD 1080p)

Giacomo Puccini: Turandot – Mlada Khudoley, Riccardo Massi, Guanqun Yu, Michael Ryssov – Wiener Symphoniker, Paolo Carignani – Marco Arturo Marelli (Bregenz Festival 2015 – Download the opera)


Christoph Willibald Gluck: Orfeo ed Euridice – A film by Ondřej Havelka – Bejun Mehta, Eva Liebau, Regula Mühlemann – Václav Luks


Antonio Vivaldi: Ercole su'l Termodonte – Zachary Stains, Mary-Ellen Nesi, Alan Curtis, John Pascoe (Spoleto Festival 2006)


Pyotr Ilyich Tchaikovsky: Iolanta – Anna Netrebko, Sergei Skorokhodov, Valery Gergiev, Mariinsky Theater 28/9/2009


Giacomo Puccini: Tosca, Act II – Maria Callas, Renato Cioni, Tito Gobbi, Georges Prêtre, Franco Zeffirelli


Dmitri Shostakovich: Katerina Izmailova (Lady Macbeth of Mtsensk), 1966 – A film by Mikhail Shapiro – Galina Vishnevskaya, Konstantin Simeonov

Friday, June 19, 2015

Johann Sebastian Bach / Ferruccio Busoni: Chorale-Prelude BWV 659, "Nun komm' der Heiden Heiland" – Hannes Minnaar

Ένας από τους γνωστότερους ύμνους της προτεσταντικής εκκλησίας είναι το χορικό "Nun komm' der Heiden Heiland" («Ιδού έρχεται ο σωτήρας των εθνικών [απίστων]»), το οποίο πάντως ανάγεται στην μεσαιωνική παράδοση του αμβροσιανού μέλους και συγκεκριμένα στο "Veni redemptor gentium" που αποδόθηκε στα γερμανικά από τον Λούθηρο το 1524. Ο Μπαχ χρησιμοποίησε το χορικό αυτό, μεταξύ άλλων έργων του, και σε τρία χορικά πρελούδια της συλλογής των «18 χορικών της Λειψίας», τα οποία τελειοποιήθηκαν κατά την δεκαετία του 1740, αλλά σχεδόν στο σύνολό τους βασίζονται σε προγενέστερες συνθέσεις της περιόδου της Βαϊμάρης. Η πρώτη από τις προαναφερόμενες επεξεργασίες του "Nun komm' der Heiden Heiland", BWV 659, συνδυάζει την τεχνοτροπία της τρίο-σονάτας με την εξύφανση μιας πλούσια καλλωπισμένης παραλλαγής του χορικού μέλους. Συγκεκριμένα, το μπάσο στα ποδόπληκτρα υποστηρίζει τις δύο αλληλομιμούμενες φωνές στο αριστερό χέρι, οι οποίες τίθενται μεν στο επίκεντρο της προσοχής όταν απουσιάζει η κύρια μελωδική γραμμή, αλλά μετατρέπονται σε συνοδευτικές όποτε το δεξί χέρι εκθέτει σε διαφορετικό μανουάλι την – ηχοχρωματικά διαφοροποιημένη – μελωδία του ύμνου ή, ακριβέστερα, ένα μελωδικό ανάπτυγμα που προκύπτει ελεύθερα μετά τους πρώτους φθόγγους κάθε μιας από τις τέσσερεις φράσεις της! Αυτές οι μελωδικές προεκτάσεις δίνουν συγχρόνως το έναυσμα για βαθιά εκφραστικές αρμονικές αναζητήσεις. Η μελωδική ταυτοσημία της πρώτης και της τελευταίας φράσεως του χορικού οδήγησε εξάλλου τον συνθέτη σε μια σαφή δομική αντιστοίχιση της αρχής και του τέλους του κομματιού, το οποίο εντούτοις ολοκληρώνεται με μία ακόμη, αυτοσχεδιαστικού χαρακτήρος, μελωδική παρέκβαση από την πρωτότυπη χορική μελωδία.

Το χορικό πρελούδιο "Nun komm' der Heiden Heiland", BWV 659, του Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ, σε μεταγραφή για πιάνο από τον Ιταλό πιανίστα και συνθέτη Φερούτσιο Μπουζόνι, ερμηνεύει ο βραβευμένος Ολλανδός πιανίστας Hannes Minnaar.



Johann Sebastian Bach (1685-1750) / Ferruccio Busoni (1866-1924)

♪ Chorale-Prelude BWV 659, "Nun komm' der Heiden Heiland" (1739-1742) [Busoni's Piano Transcription]

Hannes Minnaar, piano

Westvest 90 Kerk, Schiedam, The Netherlands, June 28, 2013 (28 Ιουνίου 2013)

(HD 1080p)

Πηγή για την εισαγωγή: Ιωάννης Φούλιας, 2003

Hannes Minnaar (Photo by Marco Borggreve, 2013)


















Δείτε επίσης – Watch also

Edvard Grieg: Piano concerto in A minor – Hannes Minnaar, Otto Tausk

Thursday, June 18, 2015

Wolfgang Amadeus Mozart: Divertimento in F major, K.247 – Collegium Aureum, Franzjosef Maier (Audio video)

239η επέτειος από την πρεμιέρα του έργου, στις 18 Ιουνίου 1776
239th anniversary of the first performance of the work, on June 18, 1776

Ο Μότσαρτ συνέθεσε το Ντιβερτιμέντο* σε Φα μείζονα το 1776, σε ηλικία 20 ετών, ως δώρο γενεθλίων στην οικογενειακή φίλη των Μότσαρτ, κοντέσα Μαρία Αντόνια Λόντρον, επίλεκτο μέλος της αριστοκρατίας του Σάλτσμπουργκ. Η πρεμιέρα δόθηκε το βράδυ της 18ης Ιουνίου του ίδιου χρόνου, στο αρχοντικό της κοντέσας, κατά τη διάρκεια της γενέθλιας δεξίωσης.

Το έργο απαιτεί μικρό σύνολο από δύο κόρνα και έγχορδα.

Το Ντιβερτιμέντο σε Φα μείζονα, Κ.247, του Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ, ερμηνεύει (σε ηχογράφηση αναφοράς, του 1964) το σπουδαίο γερμανικό μουσικό σύνολο Collegium Aureum, υπό τη διεύθυνση του διάσημου για τις πρωτοποριακές ηχογραφήσεις του με όργανα εποχής, Γερμανού βιολονίστα και αρχιμουσικού Franzjosef Maier.



Wolfgang Amadeus Mozart (1756-1791)

♪ Divertimento in F major, K.247 (1776)

i. Allegro
ii. Andante grazioso
iii. Menuetto
iv. Adagio
v. Menuetto
vi. Andante - Allegro assai

Collegium Aureum
Franzjosef Maier

Harmonia Mundi 1964

(HD 1080p – Audio video)

* Ντιβερτιμέντο (Divertimento): μουσικό είδος του 18ου αιώνα, που αντιστοιχεί σ' ένα μικρής διάρκειας οργανικό κομμάτι ψυχαγωγικού χαρακτήρα χωρίς συγκεκριμένη δομή. Η λέξη προέρχεται από το ιταλικό ρήμα divertire (ντιβερτίρε), που σημαίνει διασκεδάζω. Το Ντιβερτιμέντο παιζόταν μετά το δείπνο για τη διασκέδαση των συνδαιτυμόνων και γι' αυτό είχε ανάλαφρο χαρακτήρα.

Πηγή για την εισαγωγή: sansimera.gr

Collegium Aureum (Photo: dhm/P. Richter)
















Wolfgang Amadeus Mozart, c. 1780,
detail from portrait by Johann Nepomuk della Croce























Wednesday, June 17, 2015

Anton Webern: Langsamer Satz, M78 – Quatuor Psophos (Audio video)

«Το να παίζεις σε κουαρτέτο εγχόρδων είναι ο πιο λαμπρός τρόπος να κάνεις μουσική...», έγραφε σε επιστολή του ο Άντον Βέμπερν το 1910. Προφανώς, όταν ο συνθέτης έγραφε αυτά τα λόγια έφερνε στη μνήμη του τα περασμένα χρόνια της μαθητείας του, όταν έπαιζε βιολοντσέλο υπό την καθοδήγηση του δασκάλου του, Άρνολντ Σένμπεργκ. Ένα από τα πρώτα έργα που συνέθεσε τότε ο Βέμπερν ήταν και το "Langsamer Satz" («Αργό Μέρος»), ένα αρκετά αξιοπρόσεκτο και εύηχο κομμάτι σε υστερο-ρομαντικό ύφος, που γράφτηκε στη Βιένη τον Ιούνιο του 1905, χωρίς αριθμό έργου, και διαρκεί περί τα εννέα λεπτά (είναι το πιο μεγάλο σε διάρκεια μέρος της συνολικής παραγωγής του συνθέτη). Ανήκει στα πρώιμα έργα του, και στην παρτιτούρα, όπως εξυπακούεται, δεν έχει κάνει ακόμη την εμφάνισή του το παροιμιώδες «αφοριστικό» του ύφος, το κατοπινό εκείνο βεμπερνικό «σήμα κατατεθέν», που με την περιεκτική βραχυλογία του θεωρήθηκε ότι παρουσιάζει στενή «εκλεκτική συγγένεια» με τα γιαπωνέζικα χάι-κάι. Το κομμάτι είναι προφανώς επηρεασμένο από τη θητεία του συνθέτη κοντά στον Σένμπεργκ. Όμως ο Σένμπεργκ εκείνης της εποχής δεν είχε ακόμη ανοίξει πανιά προς την ατονικότητα, κι έτσι το «Αργό μέρος» για κουαρτέτο εγχόρδων του μαθητή του διατηρεί στη δομή και το ύφος τον ισχυρό απόηχο του Μπραμς, με παρασπονδίες τύπου Μάλερ...

Συνολικά κρινόμενο το έργο παρουσιάζει (με την «πολυτελή» αρμονία, την ποικιλία της αντίστιξης και τον καλοστημένο μορφολογικό του σκελετό) ιδιαίτερο «επιγονικό» ενδιαφέρον, εμπίπτοντας στη γνωστή ρήση του Στραβίνσκι: «Κάθε έργο του Βέμπερν υποχρεώνει τον ακροατή του να το ακούσει προσεκτικά».

Το "Langsamer Satz" του Άντον Βέμπερν ερμηνεύει το γαλλικό Κουαρτέτο εγχόρδων Psophos.



Anton Webern (1883-1945)

♪ Langsamer Satz, M78 (1905)

Quatuor Psophos:
Ayako Tanaka, violin
Bleuenn Le Maitre, violin
Cécile Grassi, viola
Ingrid Schoenlaub, cello

Zig-Zag Territoires 2007

(HD 1080p - Audio video)

Πηγή για την εισαγωγή: Τάκης Καλογερόπουλος (από το έντυπο πρόγραμμα του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών «Φεστιβάλ Μουσικής Δωματίου, 1999-2000»).

Anton Webern














Quatuor Psophos (Photo: Jean Baptiste Avril, 2007)