Livestream

Livestream
Wolfgang Amadeus Mozart: Piano Concerto No.20 in D minor | Edward Elgar: Symphony No.2 in E flat major – Saleem Ashkar (photo), Detroit Symphony Orchestra, Nikolaj Znaider – Saturday, January 27, 2018, 08:00 PM EST (UTC-5) / Sunday, January 28, 2018, 03:00 AM EET (UTC+2) – Live on Livestream

Thursday, July 30, 2015

Pyotr Ilyich Tchaikovsky: Symphony No.6 in B minor, "Pathétique" – Detroit Symphony Orchestra, Leonard Slatkin (HD 1080p)

Η Έκτη είναι η τελευταία Συμφωνία και το κύκνειο άσμα του μεγάλου Ρώσου συνθέτη Πιότρ Ίλιτς Τσαϊκόφσκι. Τη διηύθυνε ο ίδιος στην πρεμιέρα της, στις 28 Οκτωβρίου του 1893, εννέα ημέρες προτού πεθάνει. Είναι αφιερωμένη στον ανιψιό του, Βλάντιμιρ Ντάβιντοφ, στον οποίο είχε ιδιαίτερη αδυναμία. Ο τίτλος «Παθητική» στα ρωσικά σημαίνει πάθος και ένταση συγκινήσεων και όχι παραίτηση, όπως δηλώνει ο γαλλικός τίτλος που επικράτησε. Για τον συνθέτη ήταν ο τρόπος για να «μιλήσει» για τον έρωτα, τη δύναμη της μοίρας και το θάνατο και να αποχαιρετίσει τη ζωή με μιαν απόπειρα κατάφασης, που όμως προδίδει τη μελαγχολική του φύση. Όντας τελειομανής, ο Τσαϊκόφσκι είχε πει πως ήταν το μόνο έργο του που τον είχε αφήσει πλήρως ικανοποιημένο μετά την ολοκλήρωσή του.

Τη Συμφωνία αρ. 6 σε Σι ελάσσονα, έργο 74 του Πιότρ Ιλίτς Τσαϊκόφσκι, ερμηνεύει η Συμφωνική Ορχήστρα του Ντιτρόιτ υπό τη διεύθυνση του διάσημου Αμερικανού μαέστρου Λέοναρντ Σλάτκιν.



Pyotr Ilyich Tchaikovsky (1840-1893)

♪ Symphony No.6 in B minor, Op.74 "Pathétique" (1893)


i. Adagio – Allegro non troppo

ii. Allegro con grazia
iii. Presto: Allegro molto vivace
iv. Finale: Adagio lamentoso – Andante

Detroit Symphony Orchestra
Conductor: Leonard Slatkin

Detroit, Orchestra Hall, February 13, 2015 (13 Φεβρουαρίου 2015)

(HD 1080p)















See also

Anton Bruckner: Symphony No.4 in E flat major – Detroit Symphony Orchestra, Leonard Slatkin

Gustav Mahler: Symphony No.1 in D major "Titan" – Detroit Symphony Orchestra, Leonard Slatkin

Pyotr Ilyich Tchaikovsky: Symphony No.6 in B minor – Claudio Abbado (HD 1080p)

Pyotr Ilyich Tchaikovsky: Symphony No.2 in C minor, "Little Russian" – Detroit Symphony Orchestra, Leonard Slatkin (HD 1080p)

Pyotr Ilyich Tchaikovsky: Symphony No.5 in E minor – Detroit Symphony Orchestra, Leonard Slatkin (HD 1080p)

John Corigliano: The Red Violin – Elina Vähälä, Leonard Slatkin

John Corigliano: Of Rage and Remembrance & Symphony No.1 – Leonard Slatkin (Audio video)

Robert Schumann: Symphony No.4 in D minor – Detroit Symphony Orchestra, Cristian Măcelaru

Ludwig van Beethoven: Symphony No.5 in C minor – Detroit Symphony Orchestra, Louis Langrée

Wednesday, July 29, 2015

Robert Schumann: Symphony No.4 in D minor – Detroit Symphony Orchestra, Cristian Măcelaru

Robert Schumann
(8 Ιουνίου 1810 - 29 Ιουλίου 1856 • June 8, 1810 - July 29, 1856)

159η επέτειος από το θάνατό του – 159th anniversary of his death


Ο Ρόμπερτ Σούμαν γεννήθηκε στις 8 Ιουνίου του 1810 στο Τσβίκαου της Σαξονίας. Μεγάλωσε σε καλλιεργημένο περιβάλλον και από νωρίς ήρθε σε επαφή με τη μουσική. Ο πατέρας του τον ενίσχυε στις προσπάθειές του να αποκτήσει αξιόλογη μουσική εκπαίδευση και είχε προσπαθήσει (αποτυχημένα) να του εξασφαλίσει μαθήματα με τον συνθέτη Καρλ Μαρία φον Βέμπερ (1786-1826). Έπειτα απ' αυτό ο Σούμαν στράφηκε προς τη λογοτεχνία: διηύθυνε μια φιλολογική εταιρεία και έκανε απόπειρες να γράψει ποίηση, μυθιστορήματα και τραγωδίες. Βέβαια το ενδιαφέρον του για τη μουσική δεν είχε μειωθεί, αντιθέτως, διεύρυνε συνεχώς τις γνώσεις του και «ανακάλυπτε» συνεχώς διάφορα έργα και είδη.

Καθοριστική για την εξέλιξή του ήταν η χρονιά 1828: τότε εγκαταστάθηκε στη Λειψία για να σπουδάσει νομικά (επιθυμία της μητέρας του). Στη Λειψία υπήρχε αξιόλογη μουσική παράδοση και πλούσια δραστηριότητα. Εκεί άρχισε να παίρνει μαθήματα πιάνου από τον διάσημο δάσκαλο Φρίντριχ Βικ (Friedrich Wieck, 1785-1873) και τότε άρχισε να συνθέτει και τα πρώτα του έργα για πιάνο. Θα μπορούσε μάλιστα να κάνει αξιόλογη καριέρα ως πιανίστας, αν μια μέθοδος που είχε επινοήσει ο ίδιος για να δυναμώσει τα δάκτυλά του δεν του προκαλούσε παράλυση στο δεξί χέρι.

Το 1830 εγκατέλειψε το πανεπιστήμιο και αφοσιώθηκε στη μουσική. Συνεργαζόταν μάλιστα με το πιο γνωστό μουσικό περιοδικό της εποχής, το Allgemeine Musikalische Zeitung στο οποίο έγραψε μιαν ενθουσιώδη κριτική για τον συνομήλικό του νεαρό και άγνωστο ακόμα Φρεντερίκ Σοπέν. Όμως τα πολύ συντηρητικά αισθητικά κριτήρια του εκδότη του περιοδικού δεν ταίριαζαν με τις ιδέες και τις αντιλήψεις του Σούμαν και έτσι σύντομα επήλθε η ρήξη. Το 1834 ο Σούμαν ίδρυσε το Neue Zeitschrift für Musik, ένα περιοδικό που υπερασπιζόταν τους νέους συνθέτες αλλά και τους μεγάλους δασκάλους του παρελθόντος, έχοντας μεταξύ των συνεργατών του τους Φρίντριχ Βικ και Φέλιξ Μέντελσον. Ο ίδιος διηύθυνε το περιοδικό και έγραφε κριτικές υπογράφοντας συχνά με τα ψευδώνυμα Ευσέβιος και Φλορεστάν, δύο φανταστικά πρόσωπα που αντιπροσώπευαν τους δύο αντίθετους πόλους του ανήσυχου χαρακτήρα του.

Στο σπίτι του δασκάλου του γνώρισε την κόρη του Κλάρα, εξαιρετικά ταλαντούχα πιανίστρια και συνθέτρια. Οι δύο νέοι ερωτεύτηκαν σύντομα, όμως ο πατέρας της Κλάρας ήταν κατά της σχέσης αυτής γιατί πίστευε ότι θα ήταν εμπόδιο στη μουσική καριέρα της κόρης του. Το ζευγάρι παντρεύτηκε τελικά, χωρίς την άδειά του, το 1840.

Τα χρόνια ως το 1845 ήταν τα πιο παραγωγικά: ο Σούμαν συνέθεσε πολλά έργα, έκανε πολλές περιοδείες μαζί με τη σύζυγό του, βασική ερμηνεύτρια των έργων του, κερδίζοντας συνεχώς φήμη. Από το 1845, όμως, η δραστηριότητά του περιοριζόταν σταδιακά, ενώ παράλληλα εμφανίστηκε και πρόβλημα ψυχασθένειας. (Η ψυχολογία του είχε διαταραχτεί ήδη από τη νεότητά του, όταν πέθανε ο πατέρας του, και το πρόβλημα ήταν μάλλον κληρονομικό, αφού και η αδερφή του, Αιμιλία, υπέφερε από παρόμοια πάθηση). Η ασθένειά του τον οδήγησε σε μια απόπειρα αυτοκτονίας το 1854. Από τότε νοσηλευόταν σε νευρολογική κλινική και τελικά πέθανε στις 29 Ιουλίου 1856.

Ο Ρόμπερτ Σούμαν έγραψε τη Συμφωνία αρ. 4, έργο 120, το 1841. Το έργο εκδόθηκε αρκετά αργότερα, το 1851, αφού αναθεωρήθηκε σε μεγάλο βαθμό από τον συνθέτη.

Την Τέταρτη Συμφωνία του Ρόμπερτ Σούμαν ερμηνεύει η Συμφωνική Ορχήστρα του Ντιτρόιτ υπό τη διεύθυνση του ρουμανικής καταγωγής αρχιμουσικού Cristian Măcelaru.



Robert Schumann (1810-1856)

♪ Symphony No.4 in D minor, Op.120 (1841, 1851)

[1851 version]

i. Ziemlich langsam – Lebhaft
ii. Romanze: Ziemlich langsam
iii. Scherzo: Lebhaft
iv. Langsam  Lebhaft

Detroit Symphony Orchestra
Μουσική διεύθυνση (Conductor): Cristian Măcelaru

Detroit, Orchestra Hall, March 29, 2015 (29 Μαρτίου 2015)

(HD 720p)

Πηγή για την εισαγωγή: el.wikipedia













Δείτε επίσης – See also

Robert Schumann: Piano Concerto in A minor – Nelson Freire, Claus Peter Flor

Robert Schumann: Piano Concerto in A minor – Jan Lisiecki, Antonio Pappano

Robert Schumann: Dichterliebe – Peter Pears, Benjamin Britten (Audio video)

Robert Schumann: Album für die Jugend – Michael Endres (Audio video)

Robert Schumann: Fantasie in C major – Annie Fischer (Audio video)

Robert Schumann: Kreisleriana – Annie Fischer (Audio video)


Robert Schumann: Kinderszenen – Annie Fischer (Audio video)


&

Anton Bruckner: Symphony No.4 in E flat major – Detroit Symphony Orchestra, Leonard Slatkin

Gustav Mahler: Symphony No.1 in D major "Titan" – Detroit Symphony Orchestra, Leonard Slatkin

Pyotr Ilyich Tchaikovsky: Symphony No.2 in C minor, "Little Russian" – Detroit Symphony Orchestra, Leonard Slatkin (HD 1080p)

Pyotr Ilyich Tchaikovsky: Symphony No.5 in E minor – Detroit Symphony Orchestra, Leonard Slatkin (HD 1080p)

Pyotr Ilyich Tchaikovsky: Symphony No.6 in B minor, "Pathétique" – Detroit Symphony Orchestra, Leonard Slatkin (HD 1080p)


John Corigliano: The Red Violin – Elina Vähälä, Detroit Symphony Orchestra, Leonard Slatkin

Ludwig van Beethoven: Symphony No.5 in C minor – Detroit Symphony Orchestra, Louis Langrée

Monday, July 27, 2015

Domenico Scarlatti: Salve Regina in A major – Carlos Mena, Ensemble 415, Chiara Banchini













In his sacred music Domenico showed elements of the harmonic richness and melodic individuality which flood his later keyboard writing, but the main features of his settings of emotive sacred texts are tuneful melodies which mix religious deference with occasional elements of the opera. This readily approachable style is nonetheless underpinned by a sound compositional technique. The fine setting of the Salve regina begins with just such rich harmony and elegance of line, after which comes a dramatic section alternating trumpet-like calls ("Ad te clamamus") with more intense grave sections ("exsules, filii Hevae"). The vocal line returns to more lyrical writing at "Eia ergo", but the upper strings are more playful in their imitation of each other. "Nobis post hoc exsilium" confidently starts with textbook imitation but the mood quietens at "ostende". The most emotive (and individual) writing is reserved for "O clemens, o pia", where Scarlatti's characteristic use of dissonance and bitter-sweet melody gives rise to music of great beauty before the final "Amen" returns, albeit restrained by its religious context, to a more operatic style.

Source: Robert King, 1996



Μια εκπληκτική ερμηνεία του έργου "Salve Regina" του Ντομένικο Σκαρλάτι, από τον Ισπανό κόντρα-τενόρο Carlos Mena. Επικεφαλής του μπαρόκ συνόλου Ensemble 415, η σπουδαία Ελβετή βιολονίστρια Chiara Banchini. (Στο encore ο Carlos Mena ερμηνεύει την υπέροχη άρια "In lagrime stemprato" από το ορατόριο "Maddalena ai piedi di Cristo" του Αντόνιο Καλντάρα.) Η συναυλία δόθηκε στην εκκλησία του Αγίου Μάρκου στο Μιλάνο, στις 11 Νοεμβρίου 2010.



Domenico Scarlatti (1685-1757)

♪ Salve Regina in A major (1756)

i. Salve Regina
ii. Ad te clamamus (Andante)
iii. Exules filii Evae (Grave)
iv. Ad te suspiramus (Adagio)
v. Eja ergo (Andante)
vi. Nobis post hoc exsilium ostende
vii. O clemens (Adagio)
viii. Amen (Allegro)


Encore:

Antonio Caldara (1670-1736)

♪ In lagrime stemprato (from the oratorio "Maddalena ai piedi di Cristo", c. 1700)


Carlos Mena, countertenor

Ensemble 415
Violin & Conductor: Chiara Banchini

San Marco, Milano, November 11, 2010

(HD 710p)

First publication: July 27, 2015 / Πρώτη δημοσίευση: 27 Ιουλίου 2015
Last update: December 31, 2016 / Τελευταία ενημέρωση: 31 Δεκεμβρίου 2016














See also / Δείτε επίσης

Antonio Vivaldi: Nisi Dominus, & Stabat Mater – Carlos Mena, Ricercar Consort, Philippe Pierlot

Under The Shadow – Carlos Mena, Ghalmia Senouci, Disfonik Orchestra, Jacques Beaud (Audio video)

Johann Sebastian Bach: Cantata BWV 35 – Carlos Mena, Musica Aeterna

Antonio Vivaldi: Stabat Mater – Carlos Mena, Ensemble 415, Chiara Banchini

Alexandre Tharaud plays Domenico Scarlatti (Audio video)

Aldo Ciccolini plays Domenico Scarlatti (Audio video)

Friday, July 24, 2015

Wolfgang Amadeus Mozart: Piano Concerto No.23 in A major – Daniil Trifonov, Israel Camerata Jerusalem, Avner Biron














Russian concert pianist and composer Daniil Trifonov plays Wolfgang Amadeus Mozart's Piano Concerto No.23 in A major, K.488, at the 13th Arthur Rubinstein Piano Master Competition in Tel Aviv. Israel Camerata Orchestra conducted by Avner Biron. Trifonov won the First Prize.



Ο Ρώσος πιανίστας Ντανιίλ Τριφόνοφ, ένα από τα ανερχόμενα αστέρια της κλασικής μουσικής σκηνής, 26 χρόνων σήμερα και νικητής ήδη σε πολλούς διεθνείς διαγωνισμούς πιάνου, ερμηνεύει με μοναδικό τρόπο το Κοντσέρτο αρ. 23 σε Λα μείζονα του Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ, συμμετέχοντας στον 13ο Διεθνή Διαγωνισμό Arthur Rubinstein Piano Master στο Τελ Αβίβ το 2011, από τον οποίο έφυγε με το Πρώτο Βραβείο. Την ορχήστρα Israel Camerata Jerusalem διευθύνει ο ιδρυτής και μόνιμος μουσικός διευθυντής της Ορχήστρας, Avner Biron.

«Εκτιμώ τα νέα ταλέντα και σ' αυτό βοήθησαν πολύ τα ετήσια φεστιβάλ και οι διεθνείς διαγωνισμοί, στις επιτροπές των οποίων συχνά με καλούν. Θα μπορούσα να σας μιλήσω για έναν καταπληκτικό πιανίστα, τεράστιο ταλέντο. Λέγεται Ντανιίλ Τριφόνοφ και είναι από τη Ρωσία!» (Μάρτα Άργκεριχ, από συνέντευξή της στον Αντώνη Μποσκοΐτη το 2015).



Wolfgang Amadeus Mozart (1756-1791)

♪ Piano Concerto No.23 in A major, K.488 (1784-1786)

i. Allegro
ii. Adagio
iii. Allegro assai

Daniil Trifonov, piano

Israel Camerata Jerusalem
Conductor: Avner Biron

Tel Aviv, 2011

(HD 720p)

First publication: July 24, 2015 – Last update: November 27, 2016 

















Mozart completed the Piano Concerto No.23 in A major on March 2, 1786, and most likely played the first performance a few days later in Vienna. For the coronation, in 1781, of Austrian Emperor Joseph II and attendant celebrations, Prince-Archbishop Hieronymous Colloredo of Salzburg moved his entire court to Vienna. He summoned his most famous musical employee, the younger Mozart, who'd been savoring the success of Idomeneo in Munich, an opera specially commissioned by the Elector of Bavaria. The reluctant Wolfgang Amadé, by then thoroughly detesting his pfennig-pinching employer, arrived in the Hapsburg capital on March 16. By June 8, he had managed to get dismissed from Colloredo's service (with a boot in the backside), leaving him free to conquer Vienna, which he did with the new Emperor's erratic help. For the next four years, he reigned as Vienna's favorite composer of instrumental music. While he rode the crest, his music was both anticipated and appreciated. In response to public demand between 1782 and 1786, he wrote 14 glorious piano concertos – Nos. 11 through 24 – most of them for his own use. No.23 was intended for the Lenten series of 1786, along with Nos. 22 and 24, the last ones before Figaro. While the dates of these concerts have been lost, we know that the A major was an immediate success, and has remained popular ever since, as much for wistfulness as for melodies verging on sublimity. In the company of a flute, two bassoons, two horns, and strings, a pair of clarinets lend the music a moody character.

The Allegro first movement, with double exposition, goes by the rules of structure for the most part, although there is an incursion of drama in the development section (Cuthbert Girdlestone wrote that "Mozart's daimon... suddenly surges up from the depth") plus a through-written cadenza, rare in his mature concertos.

Rather than an Andante, the slow movement is the only Adagio in all of Mozart's concertos, with melancholy taking center stage that heretofore had hovered in the wings. Startlingly and somberly the key is F sharp minor (A major's harmonic alter-ego), not really leavened by a sweet subject in A major for flute and clarinet that forms the middle part of an ABA structure, despite elements of sonata form.

After two introverted movements, the second one confined to a sickroom, the rondo-finale rallies ebulliently – an Allegro assai among the most buoyant in Mozart's concerto canon, with key-changes and even high comedy that find the patient recovered and happy, as are all of us are who have been worried till now about his health.

Source: Roger Dettmer (allmusic.com)


Daniil Trifonov, in Busko-Zdrój, July 2012
Moments before Daniil Trifonov performs, profound silence invariably takes possession of his audience. Its intensity depends not on concert hall convention; rather, it arises naturally from the Russian pianist's power to transcend the mundane and communicate music's timeless capacity to bind communities together. Out of that silence comes a rare kind of music-making. "What he does with his hands is technically incredible", observed one commentator shortly after Trifonov's triumph in the final of the International Tchaikovsky Competition in Moscow in 2011. "It's also his touch – he has tenderness and also the demonic element. I never heard anything like that." That view was expressed not by a professional critic but by one of the world's greatest pianists, Martha Argerich. She concluded that her young colleague was in possession of "everything and more", an opinion that has since been boldly underlined in print, online and over the airwaves by a succession of previewers and reviewers. The Washington Post wrote of the "visceral experience" of hearing Trifonov's playing; the Süddeutsche Zeitung, meanwhile, described his debut concert at last year's Verbier Festival as "a real culture shock", such was its blend of poetic insight, wit, nuance and inventive brilliance.

In February 2013, Deutsche Grammophon announced the signing of an exclusive recording agreement with Daniil Trifonov. His debut recital for the yellow label, recorded live at Carnegie Hall, combines Liszt's formidable Sonata in B minor, Scriabin's Sonata No.2 in G sharp minor, Op.19, the "Sonata-Fantasy", and Chopin's 24 Preludes Op.28. Future plans include concerto albums and further recital recordings. "The moment I signed to Deutsche Grammophon is, of course, perhaps the most significant event in my life to date", he recalls. "It's the greatest honour to record my first CD for the label, especially in such a great hall as Carnegie Hall."

Since winning the Tchaikovsky Competition, Trifonov has travelled the world as recitalist and concerto soloist. His list of credits include debut recitals at Carnegie Hall, Wigmore Hall, the Berlin Philharmonie, London's Queen Elizabeth Hall, the Auditorium du Louvre in Paris, Tokyo's Opera City, the Zurich Tonhalle and a host of other leading venues. He has also appeared with the Vienna Philharmonic, the London Symphony Orchestra, the New York Philharmonic Orchestra, the Philharmonia, the Mariinsky Orchestra, the Boston Symphony Orchestra, the Chicago Symphony Orchestra, the Israel Philharmonic Orchestra, the Orchestre Philharmonique de Radio France, the Royal Philharmonic Orchestra and the Cleveland Orchestra. Forthcoming debuts include concerto performances with the Los Angeles Philharmonic Orchestra, the Philadelphia Orchestra, the San Francisco Symphony and the Moscow Philharmonic.

For all the demands of his busy performance schedule, Trifonov still finds time to study with Sergei Babayan and take composition lessons at the Cleveland Institute of Music. "I'm looking forward to future projects with Deutsche Grammophon", he says. Exploring the vast piano literature, he adds, is the work of a lifetime. "In the coming years I hope to learn as many new pieces as possible and also leave time for composition, as composing partly influences piano playing."

Daniil Trifonov was born in Nizhny Novgorod on 5 March 1991. The old system of Soviet communism and the once mighty Union of Soviet Socialist Republics had been dissolved by the time Daniil's parents, both of them professional musicians, celebrated their son's first birthday. For all the social and economic upheavals of the time, the Trifonovs recognised their son's prodigious musical talents and supported his formal training. "I started playing piano when I was five and was also composing and always playing some concerts", Daniil recalls. He gave his first performance with orchestra at the age of eight, an occasion etched in the soloist's memory by the loss of one of his baby teeth midway through the concert. "It was quite an experience! But the first understanding of how important piano playing is for me came when I broke my left arm at the age of 13. I was going to a piano lesson. It was winter and very slippery, so I fell down and broke my arm and could not play normally for more than three weeks."

Physical injury focused young Daniil's mind on what making music meant to him. It also heightened his emotional connection to the piano and its repertoire. Scriabin's impassioned music – mystical, transcendent and technically demanding – became a near-obsession of Trifonov's early teens. The composer's harmonic language and vibrant tone colours touched the aspiring performer's soul and inspired him to enter Moscow's Fourth International Scriabin Competition, where the 17-year-old secured fifth prize. Inspiration also flowed from Trifonov's study of historic recordings of great pianists, which he borrowed from his teacher Tatiana Zelikman at Moscow's famous Gnessin School of Music. "When I was studying with Tatiana Zelikman in Moscow she had a great collection of old recordings and a lot of LPs, so I was fed by those recordings." Trifonov absorbed lasting lessons from the recorded legacy of Rachmaninov, Cortot, Horowitz, Friedman, Sofronitsky and other representatives of a golden age of pianism. "Among pianists who inspire me nowadays are Martha Argerich, Grigory Sokolov and Radu Lupu", he adds.

Daniil Trifonov himself became an inspiration in the summer of 2011. He began by winning the 13th Arthur Rubinstein International Piano Master Competition in Tel-Aviv before returning home to secure first prize, the Gold Medal, and Grand Prix at the XIV International Tchaikovsky Competition. Trifonov also won the Audience Award and the Award for the best performance of a Mozart concerto. His work was already known to influential critics and concert promoters thanks to his appearance a year earlier at the prestigious International Chopin Piano Competition in Warsaw. The media's broad and deep response to his Moscow victory guaranteed that the whole world knew about the 20-year-old Russian. "Mr Trifonov has scintillating technique and a virtuosic flair", noted the New York Times. "He is also a thoughtful artist... [who] can play with soft-spoken delicacy, not what you associate with competition conquerors." At the beginning of 2012, cultural commentator Norman Lebrecht heralded the young man's meteoric progress and neatly described him as "A pianist for the rest of our lives".

Source: daniiltrifonov.com


Avner Biron (Photo by Galit Deutsch)
The Israel Camerata Orchestra Jerusalem is the leading chamber orchestra in Israel today. The Camerata was founded in 1983 by Avner Biron, who has been its music director and permanent conductor since then.

The orchestra performs more than 100 concerts a year in Israel and abroad. Its activities include subscribers' series, festivals, special concerts and unique educational projects all over the country.

The Camerata's repertoire ranges from the Baroque to contemporary music. In addition to the traditional repertoire the Camerata is involved in performances of unknown and newly discovered music of different periods as well as performing premiers of contemporary works, Israeli music and works written especially for Avner Biron and the Camerata.

The Camerata has been invited for many concert tours around the world. The orchestra has successfully performed in Europe, the USA and the Far East at the most importnat venues in Amsterdam, Berlin, Leipzig, Munich, Bonn, Paris, New York, Washington, Los Angles, Chicago, Alaska, Beijing, Shanghai among others.

The performances and recordings of the Camerata conducted by Avner Biron has been highly praised by both music critics and audiences alike.

Source: bach-cantatas.com














See also

Frédéric Chopin: Piano Concertos No.2 in F minor & No.1 in E minor – Daniil Trifonov, Mahler Chamber Orchestra, Mikhail Pletnev

Wolfgang Amadeus Mozart: Piano Concerto No.23 in A major, ii. Adagio – Hélène Grimaud, Radoslaw Szulc

Wednesday, July 22, 2015

Μαρίτα Παπαρίζου – Αποκλειστική συνέντευξη

Η διεθνούς φήμης μεσόφωνος Μαρίτα Παπαρίζου συνομιλεί με τον Αλέξανδρο Αρβανιτάκη, σε μία αποκλειστική συνέντευξη για το Blog "Faces of Classical Music".

Bizet: Carmen


















ΑΑ: Κυρία Παπαρίζου, ετοιμάζεστε να ερμηνεύσετε ξανά την «Κάρμεν»[*]. Μιλήστε μου για τη σχέση σας με την όπερα αυτή του Μπιζέ αλλά και με τον συγκεκριμένο ρόλο.

ΜΠ: Η Κάρμεν είναι κομβικός ρόλος στο ρεπερτόριο της μεσοφώνου. Είναι από τους ρόλους που όλες μας ονειρευόμαστε να τραγουδήσουμε. Όταν, με προσωπική υποτροφία του αείμνηστου Χρήστου Λαμπράκη, άρχισα να μελετώ το γαλλικό ρεπερτόριο με την Jannine Reiss, κορυφαία coach του γαλλικού ρεπερτορίου, αυτή μου είπε: «Η μουσική και οι σημειώσεις του ίδιου του Μπιζέ θα σε οδηγήσουν να “χτίσεις” τον ρόλο της Κάρμεν. Πρέπει να αποφύγεις όλους τους μανιερισμούς». Σήμερα, αν και σε πολύ προχωρημένη ηλικία η ίδια, ακόμη αποζητώ τα φώτα της για όλους τους ρόλους και ειδικά γι' αυτόν της Κάρμεν. Πιστεύω ότι είμαι στα ίχνη της «δικής» μου Κάρμεν και αυτό πρέπει να είναι το ζητούμενο. Η «αλήθεια» μας μέσα στους ρόλους. Αλλιώς όλα είναι μια επανάληψη, πολλές φορές βαρετή.

ΑΑ: Το ντεμπούτο σας στον ρόλο της Κάρμεν το κάνατε τον Δεκέμβριο του 2009 στη Λάρισα, αποσπώντας διθυραμβικές κριτικές, ενώ η παραγωγή εκείνη χαρακτηρίστηκε από μεγάλη μερίδα των κριτικών αλλά και του κοινού ως «η Κάρμεν της δεκαετίας». Ποιες είναι οι εντυπώσεις που έχετε διατηρήσει ώς σήμερα από εκείνη την «Κάρμεν», κι ακόμη, πόσο διαφορετικός θα είναι ενδεχομένως ο τρόπος με τον οποίο σκέφτεστε να προσεγγίσετε και πάλι τον ρόλο;

ΜΠ: Η παραγωγή της «Κάρμεν» στη Λάρισα ήταν μία από τις ομορφότερες εμπειρίες στη μέχρι τώρα καλλιτεχνική μου πορεία. Η όρεξη, η αγάπη, η προσφορά και ο σεβασμός σε όλο του το μεγαλείο. Ήταν σαν να είχαμε τις ιδανικές συνθήκες. Πώς λοιπόν να μην αποδώσει ο καλλιτέχνης τα μέγιστα! Για αυτό λοιπόν και δικαίως χαρακτηρίστηκε η «Κάρμεν της δεκαετίας», γιατί είχε όλα τα παραπάνω χαρακτηριστικά. Σχετικά με τον δικό μου ρόλο τότε ήταν μια πρώτη προσέγγιση, γεμάτη ενθουσιασμό και φρεσκάδα. Η τωρινή προσέγγιση έχει την εξής δυσκολία-πρόκληση. Είναι σε μορφή αναλογίου, άρα καλείται ο καλλιτέχνης να σκιαγραφήσει και να αποδώσει τον χαρακτήρα πλάθοντάς τον χωρίς τη σκηνική βοήθεια. Το ζητούμενο είναι, λοιπόν, πώς με μοναδικό όπλο τα χρώματα της φωνής θα μπορέσεις να πείσεις το κοινό ότι είσαι εκείνη... η Κάρμεν. Σύντομα, ωστόσο, θα υπάρξει και πάλι σκηνική παρουσίαση του έργου.

Bizet: Carmen
















ΑΑ: Αναφέρω μερικές μόνο από τις πιο πρόσφατες εμφανίσεις σας: «Ελ Γκρέκο» στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά, "Stabat Mater" και "Nisi Dominus" του Αντόνιο Βιβάλντι στο Ίδρυμα Β. & Μ. Θεοχαράκη αλλά και στο Θέατρο «Απόλλων» στη Σύρο, Πασχαλινή συναυλία στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, Ρεσιτάλ γαλλικού τραγουδιού και πάλι στο Μέγαρο. Θα ξεχωρίζατε κάποια από αυτές;

ΜΠ: Εννοείται ότι τις αγαπώ όλες! Όμως το Ρεσιτάλ στο Μέγαρο θεωρώ ότι ήταν πολύ σημαντική και δυνατή στιγμή. Ήταν η πρώτη φορά που καλούμουν να ερμηνεύσω τέτοιου είδους ρεπερτόριο, λιντερίστικο, και μάλιστα γαλλικό που τόσο αγαπώ. Ήταν ένα υπέροχο ταξίδι με εκπληκτική διαδρομή. Χαίρομαι που με έβαλε σε καινούργιους δρόμους. Αδημονώ για τη συνέχεια. Αγαπημένη επίσης ήταν και η συνεργασία με το Κουαρτέτο της Καμεράτας σε έργα Βιβάλντι. Αυτή τη φορά σε πολύ πιο γνώριμα ύδατα αλλά με καινούργιους συνεργάτες. Το ευχαριστήθηκα πολύ, όπως, νομίζω, όλοι μας.

ΑΑ: Φαίνεται να θεωρείτε πολύ σημαντικό παράγοντα, για την επιτυχία μιας παραγωγής, την πολύ καλή συνεργασία μεταξύ όλων όσων δούλεψαν σ' αυτήν. Το τονίσατε και νωρίτερα, περιγράφοντας τις εξαιρετικά θετικές εντυπώσεις σας από την παραγωγή της «Κάρμεν» στη Λάρισα το 2009. Έχουν υπάρξει στην καριέρα σας «ατυχείς συνεργασίες» στο παρελθόν;

ΜΠ: Είναι πολύ λίγες οι φορές που μπορούμε να έχουμε ιδανικές συνθήκες στη δουλειά μας, σπάνιες θα έλεγα. Όταν αυτό δεν υφίσταται, πρέπει να τις δημιουργούμε μόνοι μας για να μπορέσουμε να αποδώσουμε σωστά. Προσωπικά έχω πολλές όμορφες στιγμές να θυμηθώ, και από τις σαφώς λιγότερες κακές κοιτάζω πάντα να συλλέγω το «κέρδος» τους. Έτσι αποκτάται η εμπειρία, μέσα από τις δυσκολίες. Όλα είναι μέσα στο παιχνίδι της ζωής και της προσπάθειάς μας για ανέλιξη.

ΑΑ: Έχετε εμφανιστεί σε θέατρα της Ιταλίας, της Γαλλίας, της Ισπανίας, στο Λονδίνο και στο Μόντε Κάρλο... Άλλωστε, στο εξωτερικό και συγκεκριμένα στη Γένοβα κάνατε το οπερατικό ντεμπούτο σας ερμηνεύοντας τον ρόλο του Όναρο στην παραγωγή της «Αριάδνης στη Νάξο», του Ν. Πόρπορα, από το Teatro dell'Opera Giocosa. Πόσο πιο πλούσια σε εμπειρίες είστε μετά από αυτές τις συνεργασίες;

ΜΠ: Νιώθω ευτυχισμένη και συνεχώς πιο ανυπόμονη για τη συνέχεια. Όσο προχωρώ, τόσο πιο πολύ αισθάνομαι την ανάγκη να ζήσω περισσότερα και διαφορετικά πράγματα! Ζω την κάθε μου συνεργασία με τον ίδιο ενθουσιασμό και πάθος που είχα στην αρχή. Θέλω να είμαι μια αιώνια «μαθήτρια» της τέχνης. Η μελέτη δεν πρέπει να σταματά ποτέ και πρέπει να σε κάνει να προχωράς σε άλλα επίπεδα, όλο και ανώτερα. Αυτός είναι ο στόχος μου.

Dvořák: Rusalka






















ΑΑ: Σε κριτικές στον ξένο Τύπο, σας έχουν αποκαλέσει διάδοχο της θρυλικής Marylin Horne. Όσο κολακευτικός κι αν ακούγεται ο χαρακτηρισμός αυτός, αρκεί να δει κανείς το ρεπερτόριό σας για να διαπιστώσει ότι κάθε άλλο παρά υπερβολικός είναι. Έχετε ερμηνεύσει πολύ διαφορετικούς ρόλους, τους οποίους δύσκολα μπορεί να συγκεντρώσει στο ρεπερτόριό της μία ερμηνεύτρια του λυρικού θεάτρου. Θεωρείτε ότι εσείς το έχετε καταφέρει αυτό περισσότερο λόγω της χαρισματικής σας φωνής ή χρειάστηκε να δουλέψετε πάρα πολύ σκληρά;

ΜΠ: Σας ευχαριστώ για την αναφορά σας σε αυτά τα ιδιαίτερα κολακευτικά σχόλια που έχουν γραφτεί για μένα. Η τιμή αλλά και το βάρος που νιώθω είναι τεράστιο. Όνειρό μου είναι να γνωρίσω αυτήν τη μεγάλη καλλιτέχνιδα. Τώρα όσον αφορά το θέμα της μελέτης: Η μελέτη ποτέ δεν τελειώνει. Ίσα ίσα, πιστεύω ότι πολλές φορές ένα φυσικό τάλαντο μπορεί να παγιδεύσει τον καλλιτέχνη και να τον κάνει να επαναπαυθεί. Χρειάζεται μεγάλη επιμονή και συνεχής μελέτη για να εξελίξει κανείς το χάρισμά του. Αλλιώς μένει στάσιμος. Πολλές φορές βλέπουμε ανθρώπους με μετριότερο χάρισμα να φτάνουν πολύ ψηλά επειδή μελέτησαν σκληρά και επέμειναν. Εγώ προσωπικά τους θαυμάζω. Άρα όλοι οφείλουμε να δουλεύουμε πολύ σκληρά αν θέλουμε να προχωρούμε.

ΑΑ: Έχετε συνεργαστεί επανειλημμένως με την Εθνική Λυρική Σκηνή. Ποιες είναι οι πιο έντονες εντυπώσεις που σας έχουν αφήσει αυτές οι συνεργασίες;

ΜΠ: Οι εντυπώσεις μου είναι πάντα άριστες! Η Λυρική Σκηνή είναι το σπίτι μου! Μου δόθηκαν ευκαιρίες να ντεμπουτάρω εκπληκτικά έργα όπως ο «Ορλάντο Φουριόζο» του Βιβάλντι και η «Ρούσαλκα» του Αντονίν Ντβόρζακ και μάλιστα στον διπλό ρόλο της Γεζιμπάμπα και της Ξένης Πριγκίπισσας, που ήταν από τα πιο δύσκολα και γοητευτικά πράγματα που έχω κάνει ποτέ, καθώς και έργα όπως «Ο κουρέας της Σεβίλλης» και «Ο Κόμης Ορύ» του Τζοακίνο Ροσσίνι, η «Κάρμεν» του Ζωρζ Μπιζέ, ο «Ξέρξης» του Χαίντελ και άλλα πολλά! Αγαπώ τους συνεργάτες μου και θέλω πάντα να βρίσκομαι στη Λυρική Σκηνή, όταν φυσικά υπάρχει κατάλληλο έργο για το ρεπερτόριό μου.

Dvořák: Rusalka
ΑΑ: Θα ήθελα να σταθούμε στην παραγωγή της «Ρούσαλκα» του Αντονίν Ντβόρζακ, από τη Λυρική Σκηνή το 2009, κατά τη γνώμη μου μία από τις αρτιότερες και πιο ενδιαφέρουσες παραγωγές όπερας στην Ελλάδα την τελευταία δεκαετία, για την οποία όμως υπήρξαν έντονες αντιδράσεις που ξεκίνησαν από ορισμένα μέλη της ορχήστρας και αφορούσαν στη σκηνοθεσία της Γαλλίδας σκηνοθέτιδας Μαριόν Βάσερμαν. Πώς βιώσατε η ίδια αλλά και οι συνάδελφοί σας εκείνα τα πρωτοφανή γεγονότα;

ΜΠ: Η «Ρούσαλκα» ήταν μία από τις πιο ενδιαφέρουσες και πιο δύσκολες παραγωγές στις οποίες έχω συμπράξει. Δεν ήταν μόνο η φωνητικές δυσκολίες, καθώς είχα να ακροβατήσω μεταξύ δύο ρόλων διαφορετικής τεσιτούρας (μεσοφώνου και υψιφώνου, μαζί την ίδια βραδιά), αλλά και οι ερμηνευτικές: δύο γυναίκες σε μία! Ήταν όμως στοίχημα που θεωρώ ότι κερδήθηκε. Πέραν τούτου, θεωρώ ότι στην τέχνη ο καθένας έχει το δικαίωμα να εκφράζεται όπως επιθυμεί. Στο χέρι του είναι να βρει τρόπο να πείσει το κοινό ότι το διαφορετικό (μια καινούργια πρόταση) είναι σωστό. Πρέπει να ψάχνουμε για καινοτομίες που όμως μπορούν να έχουν λόγο ύπαρξης. Για μας τους καλλιτέχνες, από την άλλη, ήταν πολύ δύσκολο να έχουμε να αντιμετωπίσουμε ακρότητες λίγο πριν βγούμε στη σκηνή. Είχαμε να διεκπεραιώσουμε μια πολύ δύσκολη αποστολή. Θα έπρεπε να κρατηθούν ισορροπίες...

ΑΑ: Προτιμάτε να δουλεύετε στην Ελλάδα ή στο εξωτερικό;

ΜΠ: Η Ελλάδα είναι η πατρίδα μου! Πάντα όταν τραγουδώ εδώ είμαι πολύ ευτυχισμένη γιατί στο κοινό έχω την οικογένεια και τους δικούς μου ανθρώπους. Νιώθω και μοιράζομαι την ανάσα τους, την αγωνία και τη χαρά τους. Στο εξωτερικό, πάλι, θεωρώ ότι τα πράγματα είναι διαφορετικά: Είσαι άγνωστος μεταξύ αγνώστων και πρέπει να αποδείξεις επί το έργον την αξία σου. Είναι όμως καταπληκτική η αίσθηση της αποδοχής από εκείνον που δεν σε ξέρει· δεν σου χαρίζεται επειδή σε αγαπάει από πριν, αλλά, αν σου δοθεί θα σου δοθεί αν τον μυήσεις εσύ, εκείνη την ώρα, στην τέχνη σου. Πάντως, εδώ στην Ελλάδα πολλές φορές συγχωρούμε και παραβλέπουμε ατέλειες λόγω της αγάπης για τον τόπο μας.

ΑΑ: Υπάρχει κάποιος ρόλος τον οποίο θα θέλατε πάρα πολύ να ερμηνεύσετε αλλά δεν σας έχει δοθεί ακόμη η ευκαιρία;

ΜΠ: Ο επόμενος ρόλος που θα ήθελα να ερμηνεύσω είναι η Δαλιδά από την όπερα «Σαμψών και Δαλιδά» του Καμίγ Σαιν-Σανς. Συγκλονιστική μουσική και υπέροχο λιμπρέτο. Και το όνειρο ζωής για μένα είναι ο ρόλος της Fidès στην όπερα «Ο Προφήτης» του Τζιάκομο Μάγερμπεερ. Μεγαλειώδες, από κάθε άποψη!

Rossini: L'Italiana in Algeri

















ΑΑ: Παράλληλα με τις αρκετά συχνές εμφανίσεις σας σε παραγωγές όπερας αλλά και σε ρεσιτάλ, διδάσκετε Μονωδία στο Ωδείο «Νικόλαος Μάντζαρος». Επίσης, πρόσφατα αναλάβατε την καλλιτεχνική διεύθυνση για την ανάληψη της Πολιτιστικής Πρωτεύουσας της Ευρώπης 2021 από το Δήμο Βόλου, που αποτελεί την ιδιαίτερη πατρίδα σας. Πώς τα καταφέρνετε να βρίσκετε χρόνο για όλες αυτές τις δραστηριότητες;

ΜΠ: Η διδασκαλία είναι μια δραστηριότητα που λατρεύω. Όμως επιλέγω να έχω λίγους μαθητές, αφενός λόγω χρόνου και αφετέρου επειδή θεωρώ ότι στην όπερα πρέπει να βρίσκονται οι καλύτεροι, αυτοί που έχουν ταλέντο. Η όπερα είναι ακριβό «σπορ», δεν πρέπει να δίνουμε φρούδες ελπίδες στους μαθητές. Μπορεί να ακούγομαι απόλυτη και αρκετά ρομαντική αλλά αυτό πιστεύω. Ο χώρος είναι δύσκολος και θέλει «κότσια». Βέβαια στην Ελλάδα είμαστε τυχεροί και ευλογημένοι. Έχουμε φωνές! Τώρα, όσον αφορά την υπόθεση της Πολιτιστικής Πρωτεύουσας, ο Βόλος είναι μία πόλη που αξίζει και μπορεί να γίνει Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης το 2021. Από άποψη ιστορική, γεωγραφική, πολιτισμική, δημογραφική, από πλευράς φυσικού κάλους, τα έχουμε όλα... Είμαστε σταυροδρόμι πολιτισμού. Και περισσότερο αυτή τη στιγμή που μιλάμε και που όλα στην πατρίδα μας είναι τόσο δύσκολα και αμφίβολα, οφείλουμε με όχημα τον Πολιτισμό, που μαζί με τον Τουρισμό αποτελούν τη βαριά βιομηχανία της χώρας μας, να αμυνθούμε. Η πόλη μου δεν έχει χρήματα. Η πόλη μου μαστίζεται από ανεργία και πολιτιστικό μαρασμό ενώ ήταν κορυφαίο πολιτιστικό κέντρο της Ελλάδας, και όχι μόνο, πριν από λίγα χρόνια. Θέλουμε, με την αγάπη η οποία αποδεικνύεται από την πλατιά εθελοντική προσφορά που μας έχει κατακλύσει, να τα ξαναζωντανέψουμε όλα. Αυτό λοιπόν αξίζει τον χρόνο μου!

ΑΑ: Μου είπατε στην αρχή της συνομιλίας μας ότι σχεδιάζετε σύντομα να ερμηνεύσετε και πάλι «Κάρμεν», αυτή τη φορά σε μια σκηνική παρουσίαση του έργου. Εκτός από αυτό, για το οποίο, αν μπορείτε, θα ήθελα να μου μιλήσετε λίγο περισσότερο, ποια είναι τα επόμενα σχέδιά σας;

ΜΠ: «Η όπερα εκεί που δεν την περιμένεις». Η «Κάρμεν», λοιπόν, ανεβασμένη με τελείως άλλη ματιά, σε χώρους αναπάντεχους! Θα υπάρξει σύντομα σχετική ανακοίνωση. Πέραν τούτου, φέτος στις 23 Οκτωβρίου θα εμφανιστώ στο Μέγαρο Θεσσαλονίκης, ενώ στις 18 Ιανουαρίου του 2016 στο Ίδρυμα Θεοχαράκη. Επίσης, συζητώ με το Μέγαρο Αθηνών και το Δημοτικό Θέατρο Πειραιά. Έρχεται μια συνεργασία-έκπληξη με τη Φιλαρμονική Μάντζαρος και τον κ. Σωκράτη Άνθη, καθώς και πολλά άλλα, εδώ αλλά και εκτός Ελλάδας. Όλα αυτά θα ανακοινώνονται εν καιρώ.

ΑΑ: Κυρία Παπαρίζου, σας ευχαριστώ θερμά γι' αυτή τη συνομιλία μας.

ΜΠ: Σας ευχαριστώ και εγώ για αυτή την όμορφη συνέντευξη. Μη χάνουμε την ελπίδα... Σηκώνουμε τα μανίκια και δουλεύουμε, χωρίς πολλά λόγια! Πράξεις θέλει η ζωή μας...!


Αθήνα, Ιούλιος 2015

Συνέντευξη: Αλέξανδρος Αρβανιτάκης


[* «Κάρμεν» του Ζωρζ Μπιζέ, σε συναυλιακή μορφή, από τη Συμφωνική Ορχήστρα και τη Χορωδία του Δήμου Αθηναίων. Μουσική Διεύθυνση: Ελευθέριος Καλκάνης. Σάββατο 25 Ιουλίου 2015, Προαύλιο Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου]


Επισκεφθείτε την επίσημη ιστοσελίδα της Μαρίτας Παπαρίζου – Visit the official website of Marita Paparizou

Rossini: L'Italiana in Algeri















Rossini: L'Italiana in Algeri






















Rossini: Semiramide






















Rossini: Le Comte Ory






















Gluck: Telemaco






















Bizet: Carmen
















Δείτε επίσης – See also

Vivaldi Ma Non Solo: Marita Paparizou sings Antonio Vivaldi, George Frideric Handel & Ferdinando Bertoni – I Solisti Veneti, Claudio Scimone (Audio videos)

Μαρκέλλα Χατζιάνο – Αποκλειστική Συνέντευξη

Monday, July 20, 2015

Sergei Rachmaninov: Piano Concerto No.2 in C minor – Dejan Lazić, London Philharmonic Orchestra, Kirill Petrenko (Audio video)

Το 1899, ενώ βρίσκεται στην Αγγλία, ο Ραχμάνινοφ δεσμεύεται να παραδώσει ένα κοντσέρτο για πιάνο στη Φιλαρμονική Εταιρεία του Λονδίνου. Αυτή η υπόσχεση εκπληρώνεται μερικούς μήνες αργότερα, το 1900, όταν οι θεραπείες του νευρολόγου αλλά και καταρτισμένου φιλόμουσου δόκτορα Νικολάι Νταλ θα έχουν κάνει το «θαύμα» τους. Χάρη στην τεχνική του υπνωτισμού, ο νεαρός Ραχμάνινοφ καταφέρνει να ανακτήσει την εμπιστοσύνη στον εαυτό του και με την ενθάρρυνση του γιατρού του αρχίζει πάλι να συνθέτει. Τα πρώτα μέτρα του Κοντσέρτου γεννιούνται από την πένα του το φθινόπωρο, μέσα σε μιαν ανανεωμένη έξαψη της έμπνευσής του. Ως ένδειξη της ευγνωμοσύνης του, αφιερώνει το έργο στον δόκτορα Νταλ. Από την πρώτη του κιόλας παρουσίαση, το Κοντσέρτο για πιάνο αρ. 2 (ερμηνευμένο από τον ίδιο τον Ραχμάνινοφ) στέφεται με απόλυτη επιτυχία.

Το Κοντσέρτο για πιάνο αρ. 2 σε Ντο ελάσσονα, έργο 18 του Σεργκέι Ραχμάνινοφ, ερμηνεύει ο Κροάτης και πολιτογραφημένος Αυστριακός πιανίστας Dejan Lazić. Τη Φιλαρμονική Ορχήστρα του Λονδίνου διευθύνει ο Ρώσος αρχιμουσικός και νέος καλλιτεχνικός διευθυντής της Φιλαρμονικής του Βερολίνου, Kirill Petrenko.



Sergei Rachmaninov (1873-1943)

♪ Piano Concerto No.2 in C minor, Op.18 (1900-1901)

i. Moderato
ii. Adagio sostenuto
iii. Allegro scherzando

Dejan Lazić, piano

London Philharmonic Orchestra
Μουσική διεύθυνση (Conductor): Kirill Petrenko

Live recording, Royal Festival Hall, London, May 16, 2008

Channel Classics Records

(HD 1080p – Audio video)

















Dejan Lazić















Kirill Petrenko
















Δείτε επίσης – See also

Ο Κιρίλ Πετρένκο επικεφαλής της Φιλαρμονικής του Βερολίνου – Kirill Petrenko is the new Chief Conductor of the Berlin Philharmonic

Sergei Rachmaninov

Sergei Rachmaninov: All-Night Vigil – Beate Koepp, Kwon-Shik Lee – WDR Rundfunkchor, Nicolas Fink (HD 1080p)

Sergei Rachmaninov: Suite No.2 for two pianos, Op.17 – Martha Argerich, Nelson Freire

Sergei Rachmaninov: The Isle of the Dead – hr-Sinfonieorchester, Edward Gardner (HD 1080p)

Sergei Rachmaninov: Rhapsody on a Theme of Paganini – hr-Sinfonieorchester, Kirill Gerstein, Edward Gardner (HD 1080p)

Sergei Rachmaninov: Rhapsody on a Theme of Paganini – Stephen Hough, BBC Symphony Orchestra, Sakari Oramo (HD 1080p)

Sergei Rachmaninov: Elegie Op.3 No.1 – Irina Lankova

Sergei Rachmaninov: Rhapsody on a Theme of Paganini, Symphony No.2 in E minor – Denis Matsuev, Leonard Slatkin (Full HD 1080p)

Sergei Rachmaninov: Piano Concertos No.2 & No.3, Vocalise – Denis Matsuev, Leonard Slatkin (Full HD 1080p)


A Russian Night: Tchaikovsky, Rachmaninov & Stravinsky – Hélène Grimaud, Claudio Abbado (Full HD 1080p)

Friday, July 17, 2015

Ludwig van Beethoven: Symphony No.7 in A major – Royal Concertgebouw Orchestra, Iván Fischer (HD 1080p)

Η περίφημη Έβδομη Συμφωνία σε Λα μείζονα, έργο 92, του Λούντβιχ βαν Μπετόβεν, απέκτησε από την πρώτη εκτέλεσή της αξιοσημείωτη επιτυχία. Πήρε την ονομασία «Συμφωνία της μάχης», επειδή η πρώτη αυτή συναυλία είχε δοθεί χάρη των τραυματισμένων στρατιωτών. Αλλά αυτός ο διφορούμενος υπότιτλος δεν θα διαρκέσει πολύ. Καλύτερη ακόμη και από την Πέμπτη, η Έβδομη Συμφωνία φέρνει στο φως την εκπληκτική τόλμη της γλώσσας του Μπετόβεν, που άλλοτε εκπλήσσει και άλλοτε σαγηνεύει. Το έργο άσκησε σημαντική επιρροή σε αρκετές γενιές νέων συνθετών μετά από εκείνον. Μόνο η ακρόαση των πρώτων λεπτών, που οδηγούν προοδευτικά και κάποιες φορές διστακτικά προς το κυρίως θέμα σε μια ρυθμική ανάταση, αρκεί για να συναρπάσει τον κάθε ακροατή. Ο Βάγκνερ, ο οποίος ήταν θαυμαστής του Μπετόβεν, είχε αποκαλέσει την Έβδομη Συμφωνία «αποθέωση του χορού», επισημαίνοντας τη «βακχική της δύναμη».

Τη Βασιλική Ορχήστρα Κονσερτγκεμπάου του Άμστερνταμ διευθύνει ο σπουδαίος Ούγγρος μαέστρος Ιβάν Φίσερ.



Ludwig van Beethoven (1770-1827)

♪ Symphony No.7 in A major, Op.92 (1811-1812)


i. Poco sostenuto – Vivace

ii. Allegretto
iii. Presto – Assai meno presto (trio)
iv. Allegro con brio

Royal Concertgebouw Orchestra

Μουσική διεύθυνση (Conductor): Iván Fischer

Concertgebouw, Amsterdam, January 2014 (Ιανουάριος 2014)

(HD 1080p)










































































Δείτε επίσης – See also

BEETHOVEN • WIENER PHILHARMONIKER • THIELEMANN (Complete – Full HD 1080p)

Thursday, July 16, 2015

Mahan Esfahani: Harpsichord Concert – Johann Kuhnau, JS Bach, WF Bach, CPE Bach, Bohuslav Martinů, Sergei Prokofiev (HD 1080p)

Ο βραβευμένος τσεμπαλίστας και οργανίστας Mahan Esfahani γεννήθηκε στην Τεχεράνη το 1984. Τα πρώτα μαθήματα στο πιάνο τα πήρε από τον πατέρα του, προτού εκδηλώσει το ενδιαφέρον του για το τσέμπαλο. Σπούδασε Μουσικολογία και Ιστορία στο Πανεπιστήμιο Στάνφορντ στην Καλιφόρνια των Ηνωμένων Πολιτειών, υπό την καθοδήγηση του μουσικολόγου George Houle. Συνέχισε τις σπουδές του στη Βοστόνη με τον Αυστραλό τσεμπαλίστα Peter Watchorn και στο Μιλάνο με τον Ιταλό οργανίστα Lorenzo Ghielmi, για να τις ολοκληρώσει στην Πράγα με τη διάσημη τσεμπαλίστρια Zuzana Růžičková. Στην Αγγλία έγινε δεκτός ως Artist-in-residence στο New College της Οξφόρδης, θέση την οποία διατήρησε για τρία χρόνια. Ήταν ο πρώτος τσεμπαλίστας που τιμήθηκε με τον τίτλο του Καλλιτέχνη της Νέας Γενιάς από το BBC, για την περίοδο 2008-2010. Το 2014 κέρδισε το Diapason d'Or και το βραβείο Gramophone για το καλύτερο άλμπουμ ενόργανης μπαρόκ μουσικής (Carl Philipp Emanuel Bach: "Württemberg Sonatas", Hyperion Records), ενώ ήταν υποψήφιος για δύο ακόμη σημαντικά βραβεία: του τσεμπαλίστα της χρονιάς, από τη Βασιλική Φιλαρμονική Εταιρεία, καθώς και για το βραβείο του Καλλιτέχνη της χρονιάς, από το Gramophone.

Ο Esfahani πραγματοποίησε το ντεμπούτο του ως σολίστ το 2009 στο Wigmore Hall του Λονδίνου, σε μια συναυλία που μεταδόθηκε από το Τρίτο Ραδιόφωνο του BBC. Επιπλέον, η ηχογράφηση του Κοντσέρτου για τσέμπαλο του Φρανσίς Πουλένκ από τον Esfahani, επελέγη ως ο «δίσκος του μήνα» από το BBC Music Magazine (τεύχος Μαΐου 2010), και από το Classic FM magazine ως «Hot Property». Τον Ιούλιο του 2011, ο Esfahani έδωσε το πρώτο ρεσιτάλ τσέμπαλου στην ιστορία του φεστιβάλ Proms του Ηνωμένου Βασιλείου, καθώς επίσης και ένα ρεσιτάλ με τις «Παραλλαγές Γκόλντμπεργκ» του Μπαχ στο Cadogan Hall του Λονδίνου (τα εισιτήρια του οποίου εξαντλήθηκαν). Επέστρεψε στα Proms το 2012 με μια δική του ενορχήστρωση στην «Τέχνη της Φούγκας» του Μπαχ, με την ορχήστρα Academy of Ancient Music.

Ο Ιρανός τσεμπαλίστας έχει συμπράξει επίσης με τη Συμφωνική του Αμβούργου, την ορχήστρα Hanover Band, την Εθνική Ορχήστρα του BBC της Ουαλίας, τη Συμφωνική της Πράγας, και έχει δώσει ρεσιτάλ σε μεγάλα φεστιβάλ όπως το Istanbul Bach Days, το Festival of Flanders at Bruges, το Utrecht Oude Muziek και το Frick Collection της Νέας Υόρκης, ενώ έχει εμφανιστεί σε περίφημες αίθουσες στην Κολωνία, τη Βιένη, το Βανκούβερ, το Λονδίνο, το Τόκιο και τη Ναγκόγια. Οι ηχογραφήσεις του περιλαμβάνουν έργα των Ζαν Φιλίπ Ραμώ, Ουίλιαμ Μπερντ, Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ, Γκιέργκι Λίγκετι και Καρλ Φίλιπ Εμάνουελ Μπαχ. Το τελευταίο του άλμπουμ "Time Present And Time Past" (Archiv), με έργα των Αλεσσάντρο Σκαρλάττι, Χένρικ Γκορέτσκι,  Καρλ Φίλιπ Εμάνουελ Μπαχ, Φραντσέσκο Τζεμινιάνι, Στιβ Ράιχ και Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ, έχει αποσπάσει ήδη διθυραμβικές κριτικές από τον διεθνή Τύπο. Ο Mahan Esfahani ζει στο Λονδίνο, όπου επίσης διδάσκει τσέμπαλο στο Guildhall School of Music and Drama.

Στο ρεσιτάλ το οποίο έδωσε στη Βιβλιοθήκη του Κογκρέσου στην Ουάσινγκτον, στις 4 Απριλίου 2014, ο Mahan Esfahani ερμηνεύει έργα των Γιόχαν Κουνάου, Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ, Βίλχελμ Φρίντεμαν Μπαχ, Καρλ Φίλιπ Εμάνουελ Μπαχ, Μπόχουσλαβ Μαρτίνου και Σεργκέι Προκόφιεφ.



Mahan Esfahani: Harpsichord Concert

Johann Kuhnau (1660-1722)


♪ Suonata seconda: Saul malinconico e trastullato per mezzo della Musica (The melancholy of Saul assuaged by means of music), from the Musicalische Vorstellung Einiger Biblischer Historien (Musical portrayals of Biblical history, 1700)


i. La tristezza ed il furore del Rè (The sadness and rage of the King)

ii. La Canzona refrigerativa dell arpa di Davide  (The refreshing song of David's harp)
ii. L'animo tranquillo e contento di Saulo (The tranquil and contented soul of Saul)


Johann Sebastian Bach (1685-1750)


♪ Chromatische Fantasie und Fuga, BWV 903 (before 1723)



Wilhelm Friedemann Bach (1710-1784)


♪ Twelve Polonaises, selections, Fk. 12 (c. 1765, rev. c. 1775)

iv. Polonaise in D minor
viii. Polonaise in E minor
ix. Polonaise in F major
x. Polonaise in F minor


Carl Philipp Emanuel Bach (1714-1788)


♪ Sonata in F-sharp minor, from Zweyte Fortsetzung von Sechs Sonaten fürs Clavier, Wq. 52/4 (1763)

i. Allegro–Adagio–Allegro
ii. Poco Andante
iii.Allegro assai


Bohuslav Martinů (1890-1959)


♪ Deux Impromptus pour clavecin, H.381 (1959)

i. Allegretto
ii. [without marking]


Sergei Prokofiev (1891-1953)


♪ Visions fugitives, op. 22, selections (1915-17, originally for piano)

i. Lentamente
x. Ridiculosamente
xi. Con vivacità
xv. Inquieto


Carl Philipp Emanuel Bach (1714-1788)


♪ Sonata in A minor, "Württemberg," Wq. 49/1 (1742-4)
i. Moderato
ii. Andante–Adagio–Andante
iii. Allegro assai


Mahan Esfahani,  harpsichord


The Library of Congress, Coolidge Auditorium (Thomas Jefferson Building, Washington), April 4, 2014


Βίντεο υψηλής ευκρίνειας με υψηλή ποιότητα ήχου

High definition video with high quality audio

(HD 1080p)


Δημοσιεύτηκε στο Youtube για λογαριασμό του Blog: Πρόσωπα της Κλασικής Μουσικής (Faces of Classical Music)



"The harpsichord may never quite be mainstream material, but you sense that, if it were ever to get there, Esfahani might just be the man to make it happen." — International Record Review, February 2014

"It would be hard not to be impressed by Iranian harpsichordist Mahan Esfahani. Young, suave, eloquent... he's an inquisitive mind... a phenomenally accomplished performance. — The Guardian, July 2012

"...elegant ...impressive technique." — New York Times, April 2012

"Esfahani, in total control technically, clearly delights in exploiting the expressive possibilities of the harpsichord and its sheer variety of sounds..." — Gramophone, July 2011

Mahan Esfahani was born in Tehran in 1984 and received his first guidance on the piano from his father before exploring an interest in the harpsichord as a teenager. He went on to study musicology and history at Stanford University, where he was mentored by George Houle, before studying intensively with Peter Watchorn in Boston and completing his formation with the celebrated Zuzana Růžičková in Prague. He was a BBC New Generation Artist from 2008-2010, a Borletti-Buitoni Trust prizewinner, and in 2014 Mahan was on the shortlist both for the Royal Philharmonic Society Instrumentalist of the Year and Gramophone Artist of the Year – all firsts for the harpsichord.

Since making his London debut in 2009 he has worked tirelessly to establish the harpsichord in the mainstream of concert instruments in classical and contemporary repertoire. This mission came to significant public attention when Mahan played the first harpsichord recital in the history of the BBC Proms in 2011. Since then, recent and upcoming highlights include solo performances at the Zurich Tonhalle, Cologne Philharmonie, Wigmore Hall and the Barbican Centre in London, Wiener Konzerthaus, Schloss Elmau, Munich's Bell'Arte Festival, the Frick Collection in New York, Sumida Symphony Hall in Tokyo, Denki Bunka Kaikan in Nagoya, the Aldeburgh Festival, the Bristol Proms at the Old Vic, the Laeiszhalle in Hamburg, Petronas Hall in Kuala Lumpur, the Bruges Concertgebouw, Mogens Dahl Koncerthus in Copenhagen, Pharos Arts Trust in Cyprus, Howard Assembly Rooms in Leeds, the Rudolfinum in Prague, the Library of Congress in Washington D.C., the Sheldonian Theatre in Oxford, and the Leipzig Bach Festival.

Following two successful albums for Hyperion Records – with C.P.E. Bach's Württemburg Sonatas garnering a Gramophone Award and a Diapason d'Or, and the complete keyboard works of Jean-Philippe Rameau being named in the New York Times "Critics' List of Top Recordings of 2014" – Mahan Esfahani signed as an exclusive artist with Deutsche Grammophon. His first album for DG/Archiv, "Time Present and Time Past" – a recording of music ranging from J.S. Bach and Scarlatti to Gorecki and Steve Reich – is due to be released in the Spring of 2015, and he can also be heard with fellow DG artist Avi Avital on the latter's recent Vivaldi album. He also has recorded Byrd and Ligeti for Wigmore Live, winning yet another Gramophone Editor's Choice. He is professor of harpsichord at the Guildhall School of Music and Drama in London.















See also

Franz Schubert: Winterreise – Ian Bostridge, Julius Drake


Monday, July 13, 2015

Lorin Maazel – A year after his death / Ένας χρόνος από το θάνατό του

Lorin Maazel
(6 Μαρτίου 1930 - 13 Ιουλίου 2014 • March 6, 1930 - July 13, 2014)

Ένας χρόνος από το θάνατό του  – A year after his death

















Αυτό που συνήθως λέγεται για έναν διευθυντή ορχήστρας είναι ότι η ωρίμανση είναι πολύ πιο αργή από ό,τι για έναν μουσικό. Ο Λόριν Μάαζελ αποτελεί την πιο χτυπητή εξαίρεση αυτού του κανόνα: αυτός τον οποίο αποκαλούσαν "Little Lorin" ήταν ήδη βιρτουόζος του βιολιού όταν διηύθυνε την πρώτη του επαγγελματική ορχήστρα σε ηλικία 9 ετών, και ήταν μόλις 11 ετών, με κοντό παντελονάκι, όταν ο Τοσκανίνι τον κάλεσε να πάρει την μπαγκέτα στη Νέα Υόρκη.

Γεννημένος στη Γαλλία από Αμερικανοεβραίους γονείς, υπήρξε μία ιδιοφυΐα στην οποία τίποτα δεν μπορούσε να αντισταθεί. Όταν όλες οι μεγάλες ορχήστρες του κόσμου τον ζητούσαν, ο «Μαέστρο Μάαζελ» έβρισκε το χρόνο να σπουδάσει παράλληλα μαθηματικά, φιλοσοφία, μία πλειάδα γλωσσών, κλπ.

Όλα αυτά τα λαμπρά ταλέντα συγκεντρώνονταν στη διεύθυνση της ορχήστρας: οι μουσικοί ορχήστρας σε ολόκληρο τον κόσμο θα το επιβεβαιώσουν, ότι ο Μάαζελ ήταν ο μεγαλύτερος βιρτουόζος στην μπαγκέτα και είχε το πιο αλάνθαστο αυτί. Ο Λόριν Μάαζελ διηύθυνε περισσότερες από 150 ορχήστρες σε 5.000 παραστάσεις και συμμετείχε σε περισσότερες από 300 ηχογραφήσεις έργων (από τον Μπετόβεν μέχρι τον Τσαϊκόφσκι και από τον Ντεμπυσσύ και τον Ραβέλ μέχρι τον Ραχμάνινοφ, τον Στράους και τον Μάλερ).

Παντρεμένος και πατέρας τεσσάρων παιδιών, ο Λόριν Μάαζελ συνέθεσε το «1984», την πρώτη του όπερα εμπνευσμένη από το ομώνυμο βιβλίο του Τζορτζ Όργουελ, που παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στη Βασιλική Όπερα του Λονδίνου στο Κόβεντ Γκάρντεν και ανέβηκε, με όλα τα εισιτήρια προπωλημένα, στη Σκάλα του Μιλάνου.

«Τεράστια καλλιτεχνική και ανθρώπινη απώλεια», χαρακτήρισε το θάνατο του Λόριν Μάαζελ ο σημερινός διευθυντής της Κρατικής Όπερας της Βιένης, Ντομινίκ Μέγιερ, εκφράζοντας ευγνωμοσύνη για τα πολλά «ίχνη» που αφήνει πίσω του ο μεγάλος εκλιπών και που θα μείνουν ανεξίτηλα για πάντα. Ο Ντομινίκ Μέγιερ μίλησε για τον μεγάλο προσωπικό θαυμασμό που έτρεφε απέναντι στον «πολυσχιδή καλλιτέχνη, καταπληκτικό αρχιμουσικό και εξαιρετικό άνθρωπο με παγκόσμια ενδιαφέροντα», τον οποίο μόλις πριν από ένα χρόνο η Κρατική Όπερα της Βιένης σε ένδειξη ευγνωμοσύνης για τις υπηρεσίες του, είχε τιμήσει με την ανώτατη διάκριση ανακηρύσσοντάς τον σε επίτιμο μέλος της, ενώ η προτομή του κοσμεί από τότε την είσοδό της. Όπως σημείωσε ο ίδιος, με τον τρόπο αυτόν έκλεισε και μία «πληγή», καθώς ο Λόριν Μάαζελ είχε επικριθεί εν μέρει, την εποχή που υπήρξε διευθυντής της Όπερας, τη δεκαετία του 1980 (σ.σ. και η κριτική αυτή τον είχε οδηγήσει αργότερα σε παραίτηση), ωστόσο, σύμφωνα με τον Ντομινίκ Μέγιερ, οι ιδέες και οι καινοτομίες που ο Μάαζελ είχε τότε εισαγάγει, εξακολουθούν να ισχύουν μέχρι σήμερα.

Ο Λόριν Μάαζελ διετέλεσε διευθυντής της Κρατικής Όπερας της Βιένης κατά τα έτη 1982-1984, αναλαμβάνοντας να επαναφέρει τον τρόπο διοίκησής της από τους προκατόχους του, Γκούσταβ Μάλερ και Ρίχαρντ Στράους, καταργώντας το ισχύον καθεστώς του καθημερινά εναλλασσόμενου ρεπερτορίου. Ο ίδιος είχε πρωτοεμφανιστεί ως διευθυντής της ορχήστρας της την 26η Νοεμβρίου του 1964 στην πρεμιέρα του «Φιντέλιο», για να διευθύνει τα επόμενα χρόνια μια σειρά από πρεμιέρες με έργα όπως «Κάρμεν», «Τανχόιζερ», «Τουραντό», «Λούλου», «Αΐντα», «Φάλσταφ», «Βαλκυρία», έχοντας διευθύνει συνολικά στην Κρατική Όπερα της Βιένης, οκτώ όπερες σε δεκάδες παραστάσεων, όπως επίσης πολλές βραδιές μπαλέτου και συναυλίες.

Πολύχρονη και σημαδιακή υπήρξε η συνεργασία του Λόριν Μάαζελ με τη θεωρούμενη ως κορυφαία ορχήστρα παγκοσμίως, τη Φιλαρμονική της Βιένης, την οποία διεύθυνε πρώτη φορά το 1962 στη θέση του Χέρμπερτ φον Κάραγιαν και τελευταία τον περασμένο Σεπτέμβριο στη μεγάλη περιοδεία της στην Ευρώπη, ενώ είχε προηγηθεί, τέλη Μαΐου του 2013 στη Βιένη, η υπαίθρια Συναυλία Θερινής Νυκτός στους κήπους των πρώην χειμερινών ανακτόρων Σενμπρούν, με δεκάδες χιλιάδες θεατές. Επίσης, διηύθυνε τις περισσότερες (συνολικά ένδεκα) Πρωτοχρονιάτικες Συναυλίες της Φιλαρμονικής της Βιένης. 

Πηγή: nooz.gr (14 Ιουλίου 2014)


The world-renowned conductor, composer, and mentor, Maestro Lorin Maazel, devoted more than 75 years of his life to music making.

A second-generation American, born in Paris on March 6, 1930, Lorin Maazel began violin lessons at age five and conducting lessons at age seven. He studied with Vladimir Bakaleinikoff, and appeared publicly for the first time at age eight. Between ages nine and fifteen, he conducted most of the major American orchestras, including the NBC Symphony at the invitation of Arturo Toscanini. In the course of his decades-long career, Maestro Maazel conducted more than 150 orchestras in no fewer than 5,000 opera and concert performances. He has made more than 300 recordings, including symphonic cycles of complete orchestral works by Beethoven, Brahms, Debussy, Mahler, Schubert, Tchaikovsky, Rachmaninoff, and Richard Strauss, winning ten Grands Prix du Disques.

Maestro Maazel was also a highly regarded composer, with a wide-ranging catalog of works written primarily over the last 15 years. His first opera, 1984, based on George Orwell's literary masterpiece, had its world premiere at the Royal Opera House, Covent Garden and a sold-out revival at La Scala, Milan.  

During his career, Maestro Maazel served as Artistic Director of the Deutsche Oper Berlin and General Manager of the Vienna State Opera, as Music Director of the Radio Symphony of Berlin, the Symphony Orchestra of the Bavarian Radio, the Pittsburgh Symphony, the Cleveland Orchestra, the Munich Philharmonic, and the New York Philharmonic.  In the last year, he maintained an active conducting schedule, leading 111 concerts in 2013 alone, from Oman to Munich.  

A true citizen of the world, fluent in seven languages, Maestro Maazel led orchestras and performances around the globe. He viewed music as a bridge-builder. During his career, he worked in East Berlin and the former Soviet Union. In February 2008, he and the New York Philharmonic visited Pyongyang, North Korea, to perform a concert broadcast on North Korean state television, airing live internationally. "I have always believed that the arts, per se, and their exponents, artists, have a broader role to play in the public arena. But it must be totally apolitical, nonpartisan, and free of issue-specific agendas. It is a role of the highest possible order; bringing peoples and their cultures together on common ground, where the roots of peaceful interchange can imperceptibly but irrevocably take hold," he wrote in the Wall Street Journal in 2008.  The North Korean defector singer Ji Hae Nam told CNN's Christiane Amanpour that the concert was: "an opportunity for North Korean people to realize that America is not as bad as they've learned."

In addition to conducting and composing, Maestro Maazel was an avid reader and lover of literature, a student of philosophy, astronomy, and math, a film buff, and fierce ping-pong player. He wrote short fiction, watched his fair share of tennis (rare was the U.S. Open he didn't catch on TV) and listened for pleasure to all kinds of music, especially Tony Bennett. Maestro Maazel was also an ardent fan of technology and engaged with tens of thousands of fans through his blog, Facebook, and Twitter.  

With his wife, Dietlinde Turban Maazel, he founded the Castleton Festival in 2009 and has held annual summer performances and training seminars since then at state-of-the-art venues they built on his Virginia farm. Knowing the value of mentoring he himself benefited from as a youth, Maestro Maazel established the Castleton Festival with a mission: it would be a "vista-opener," in his words, an opportunity to nurture young musicians through mentoring and performing, to draw audiences to performances showcasing young talent, and to bring fresh energy to classical music alongside established artists such as Denyce Graves and Sir James Galway.

The Castleton Festival is Maestro Maazel's legacy.  As the music soared, he rejoiced in seeing young players, singers, and conductors be transported to unimagined realms. Addressing the audience at the June 28, 2014 opening night of the Castleton Festival, Maestro Maazel described working with the young orchestra and singers as a "more than a labor of love – a labor of joy."

maestromaazel.com



















Δείτε τα βίντεο – Watch the videos

Richard Strauss: Le bourgeois gentilhomme – Lorin Maazel (Audio video)

Richard Strauss: Symphonia Domestica – Lorin Maazel (Audio video)

Richard Strauss: Also sprach Zarathustra – Lorin Maazel (Audio video)

Richard Strauss: An Alpine Symphony – Lorin Maazel (Audio video)

Wolfgang Amadeus Mozart: Symphony No.41 "Jupiter" in C major – Lorin Maazel

Gustav Mahler: Symphony No.1 in D major "Titan" – Lorin Maazel