DSO Live

DSO Live

Monday, September 21, 2015

César Franck: Sonata for Violin and Piano in A major – Charlie Siem, Walter Delahunt

Η Σονάτα για βιολί και πιάνο σε Λα μείζονα του σπουδαίου Βέλγου συνθέτη Σεζάρ Φρανκ, παραμένει μία από τις πιο δημοφιλείς του συνθέσεις, ενώ θεωρείται και μία από τις καλύτερες σονάτες για βιολί και πιάνο που έχουν γραφτεί ποτέ. Το έργο έχει γνωρίσει πολλές διασκευές και για άλλα όργανα (βιολοντσέλο, φλάουτο, βιόλα, ακόμη και τούμπα), αλλά μόνο η διασκευή για βιολοντσέλο έχει εγκριθεί από τον συνθέτη.

Το έργο γράφτηκε το 1886, όταν ο Φρανκ ήταν εξήντα τριών χρόνων, ως γαμήλιο δώρο για τον τριάντα ενός χρόνων φημισμένο Βέλγο βιολονίστα Eugène Ysaÿe (1858-1931), ο οποίος το ερμήνευσε το πρωί της ημέρας του γάμου του, μετά από μία βιαστική πρόβα, στις 26 Σεπτεμβρίου 1886. Στο πιάνο τον είχε συνοδεύσει η καλεσμένη στο γάμο πιανίστρια Léontine Bordes-Pène (1858-1924).

Τη Σονάτα για βιολί και πιάνο σε Λα μείζονα του Σεζάρ Φρανκ ερμηνεύουν ο διάσημος (και ως μοντέλο) 29χρονος Άγγλος βιολονίστας Τσάρλι Σιέμ και ο διακεκριμένος Καναδός πιανίστας Walter Delahunt. Ο Τσάρλι Σιέμ παίζει ένα βιολί του 1737, κατασκευασμένο από τον Guarneri del Gesu. Το βιολί αυτό, γνωστό επίσης ως d’Egville, ανήκε προηγουμένως στον Γεχούντι Μενουχίν (1916-1999).













Charlie Siem plays a violin made by Guarneri del Gesu from 1735, also known as the d’Egville. The violin was previously owned by Yehudi Menuhin (1916-1999).


Aside from the Symphony in D minor, which has become a staple of the concert hall, the Violin Sonata (1886) is Franck's best-known work, and rightly so: It is a superb synthesis of Franck's own uniquely rich harmonic language and thematic cyclicism and the Viennese Classical tradition that he came to hold so dear in the later stages of his career. The Sonata was composed as a wedding present for the famous Belgian violinist Eugene Ysaÿe, who performed it at his matrimonial celebrations on September 26, 1886. The work's popularity is suggested by the number and variety of arrangements that were eventually made, including versions for flute, cello, viola, and even tuba; of these, however, only the arrangement for cello received the composer's stamp of approval. — Blair Johnston (allmusic.com)



César Franck (1822-1890)

♪ Sonata for Violin and Piano in A major (1886)

i. Allegretto ben moderato
ii. Allegro
iii. Recitativo – Fantasia. Ben moderato – molto lento
iv. Allegretto poco mosso

Charlie Siem, violin
Walter Delahunt, piano

Whitley Auditorium at Elon University in North Carolina, December 14, 2013 (14 Δεκεμβρίου 2013)

(HD 720p)



















































Δείτε επίσης – Watch also

Camille Saint-Saëns: Introduction and Rondo Capriccioso in A minor, arr. for violin & piano – Charlie Siem, Walter Delahunt (rehearsal)

Wolfgang Amadeus Mozart: Violin Concerto No.5 in A major – Charlie Siem, Gabriele Bonolis

Johannes Brahms: Violin Sonata No.3 in D minor – Charlie Siem, Walter Delahunt

Henryk Wieniawski: Polonaise de Concert No.1 in D major "Polonaise Brillante" – Charlie Siem, Walter Delahunt

Ole Bull: Cantabile doloroso e Rondo giocoso, for violin and orchestra – Charlie Siem, London Symphony Orchestra, Andrew Gourlay


Johannes Brahms: Violin Sonata No.1 in G major – Charlie Siem, Itamar Golan


Camille Saint-Saëns: Introduction and Rondo Capriccioso in A minor, arr. for violin & piano – Charlie Siem, Caroline Jaya-Ratnam


Saturday, September 19, 2015

Johann Sebastian Bach: Goldberg Variations, BWV 988 – Evgeni Koroliov

Οι «Παραλλαγές Γκόλντμπεργκ» του Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ αποτελούν ένα από τα πιο σημαντικά έργα που έχουν γραφτεί για τσέμπαλο και το σπουδαιότερο δείγμα παραλλαγών στην Ιστορία της Μουσικής. Το έργο, που αποτελείται από μία άρια και τριάντα παραλλαγές με την άρια να επαναλαμβάνεται στο κλείσιμο, πήρε την ονομασία του από τον πρώτο ερμηνευτή του, τον Johann Gottlieb Goldberg (1727-1756), Γερμανό βιρτουόζο τσεμπαλίστα και οργανίστα, καθώς και συνθέτη του ύστερου μπαρόκ και των αρχών της κλασικής περιόδου, ο οποίος όταν κλήθηκε να ερμηνεύσει τις «Παραλλαγές» ήταν μόλις δεκατεσσάρων χρόνων.


Τις «Παραλλαγές Γκόλντμπεργκ» του Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ ερμηνεύει με τρόπο που κόβει την ανάσα και κάνει τον ακροατή να κατανοήσει σε βάθος τον μεγάλο συνθέτη, ο βραβευμένος Ρώσος πιανίστας Εβγκένι Κορολιόφ (Μόσχα, 1949). Καταγραφή αναφοράς του 2008 στο Γκεβάντχαους της Λειψίας, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Μπαχ (Bachfest Leipzig).


The "Goldberg Variations" is the last of a series of keyboard music Bach published under the title of Clavierόbung, and is often regarded as the most serious and ambitious composition ever written for harpsichord. Based on a single ground bass theme, the variations display not only Bach's exceptional knowledge of diverse styles of music of the day but also his exquisite performing techniques. Being also the largest of all clavier pieces published during the Baroque period, the work soars high above others in terms of its encyclopaedic character. From this, it is often considered that it sums up the entire history of Baroque variation, the "Diabelli Variations" by Beethoven being the Classical counterpart. However, doomed perhaps by its requirements of virtuoso techniques from a performer, it was not as popularly known as the "Well-Tempered Clavier", which was not even published during the composer's lifetime. Nonetheless, the work has long been regarded as the most important set of variations composed in the Baroque era: in 1774 Johann Philipp Kirnberger, one of Bach's pupils, referred to it as "the best variations", while in 1802 Johann Nicolaus Forkel, the author of the first ever biography of J. S. Bach, praised the work as the "model, according to which all variations should be made".

Koroliov's performances of Bach's music usually arouse great excitement, and his rendering of Bach's famous 30 variations is no exception. Koroliov is a consummate artist and he captivates his listeners with an enormous spiritual understanding of the works he performs, and in whose service he sets the wide range of his artistic and interpretive abilities.

It is the constant switch between tension and relaxation in dynamic and tempo and the breathtaking intensity of his interpretation that makes the listener truly understand Bach. Evgenij Koroliov was very young when he discovered Bach – he heard Glenn Gould in Moscow in 1957 and was influenced by the legendary Russian pianists Maria Judina and Sviatoslav Richter.

In the 1960s and 70s he won important piano competitions ranging from the "Bachwettbewerb Leipzig" and the "Van Cliburn Competition" to the "Grand Prix Clara Haskil."



Johann Sebastian Bach (1685-1750)

♪ Goldberg Variations, BWV 988 (1741)

i. Aria
ii. Variatio 1 a 1 Clav
iii. Variatio 2 a 1 Clav
iv. Variatio 3 Canone all' Unisono a 1 Clav
v. Variatio 4 a 1 Clav
vi. Variatio 5 a 1 ovvero 2 Clav
vii. Variatio 6 Canone alla Seconda a 1 Clav
viii. Variatio 7 a 1 ovvero 2 Clav al tempo di Giga
ix. Variatio 8 a 2 Clav
x. Variatio 9 Canone alla Terza a 1 Clav
xi. Variatio 10 Fughetta a 1 Clav
xii. Variatio 11 a 2 Clav
xiii. Variatio 12 Canone alla Quarta a 1 Clav
xiv. Variatio 13 a 2 Clav
xv. Variatio 14 a 2 Clav
xvi. Variatio 15 Canone alla Quinta a 1 Clav
xvii. Variatio 16 Ouverture a 1 Clav
xviii. Variatio 17 a 2 Clav
xix. Variatio 18 Canone alla Sexta a 1 Clav
xx. Variatio 19 a 1 Clav
xxi. Variatio 20 a 2 Clav
xxii. Variatio 21 Canone alla Settima a 1 Clav
xxiii. Variatio 22 a 1 Clav
xxiv. Variatio 23 a 2 Clav
xxv. Variatio 24 Canone all' Ottava a 1 Clav
xxvi. Variatio 25 a 2 Clav
xxvii. Variatio 26 a 2 Clav
xxviii. Variatio 27 Canone alla Nona a 2 Clav
xxix. Variatio 28 a 2 Clav
xxx. Variatio 29 a 1 ovvero 2 Clav
xxxi. Variatio 30 Quodlibet a 1 Clav
xxxii. Aria da Capo e Fine

Evgeni Koroliov, piano

Σκηνοθεσία (Direction): Michael Beyer

Gewandhaus Leipzig (Leipzig Bach Festival), 2008

(HD 720)

Δημοσιεύτηκε στο Youtube για λογαριασμό του Blog: Πρόσωπα της Κλασικής Μουσικής (Faces of Classical Music)
















Δείτε επίσης – Watch also

Mahan Esfahani: Harpsichord Concert – Johann Kuhnau, JS Bach, WF Bach, CPE Bach, Bohuslav Martinů, Sergei Prokofiev (HD 1080p)

Johann Sebastian Bach: St Matthew Passion, BWV 244 – Thomanerchor Leipzig, Georg Christoph Biller – St. Thomas Church, 2012 (Download the concert)

Friday, September 18, 2015

Johannes Brahms: Violin Sonata No.3 in D minor – Charlie Siem, Walter Delahunt

Η σύνθεση της Τρίτης από τις Σονάτες για βιολί και πιάνο του Γιοχάνες Μπραμς ξεκίνησε παράλληλα με τη δημιουργία της Σονάτας αρ. 2, έργο 100, το καλοκαίρι του 1886, ολοκληρώθηκε όμως το 1888, οπότε και παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στο κοινό της Βουδαπέστης από τον βιολονίστα Jenö Hubay (1858-1937) και τον συνθέτη στο πιάνο. Η πρώτη της έκδοση ακολούθησε το 1889, με αριθμό έργου 108 και αφιέρωση στον διάσημο μαέστρο και πιανίστα της εποχής και συνεργάτη του Βάγκνερ, Hans von Bülow (1830-1894).

Τη Σονάτα για βιολί αρ. 3 σε Ρε ελάσσονα, έργο 108 του Γιοχάνες Μπραμς, ερμηνεύει ο διάσημος (και ως μοντέλο) 29χρονος Άγγλος βιολονίστας Τσάρλι Σιέμ, συνοδευόμενος στο πιάνο από τον διακεκριμένο Καναδό πιανίστα Walter Delahunt. Ο Τσάρλι Σιέμ παίζει ένα βιολί του 1737, κατασκευασμένο από τον Guarneri del Gesu. Το βιολί αυτό, γνωστό επίσης ως d’Egville, ανήκε προηγουμένως στον Γεχούντι Μενουχίν (1916-1999).
















Charlie Siem plays a violin made by Guarneri del Gesu from 1735, also known as the d’Egville. The violin was previously owned by Yehudi Menuhin (1916-1999).

Johannes Brahms' Violin Sonata No.3 in D minor, Op.108 is the last of his violin sonatas, composed between 1878 and 1888. Unlike the two previous violin sonatas, it is in four movements (the others are in three movements). The Sonata is dedicated to Brahms' friend and colleague Hans von Bülow, and was premiered in Budapest in 1888 with Jenő Hubay on violin and the composer at the piano.



Johannes Brahms (1833 - 1897)

♪ Violin Sonata No.3 in D minor, Op.108 (1886-1888)

i. Allegro
ii. Adagio
iii. Un poco presto e con sentimento
iv. Presto agitato

Charlie Siem, violin
Walter Delahunt, piano

Whitley Auditorium at Elon University in North Carolina, December 14, 2013 (14 Δεκεμβρίου 2013)

(HD 1080p)





































Δείτε επίσης – Watch also

Camille Saint-Saëns: Introduction and Rondo Capriccioso in A minor, arr. for violin & piano – Charlie Siem, Walter Delahunt (rehearsal)

Wolfgang Amadeus Mozart: Violin Concerto No.5 in A major – Charlie Siem, Gabriele Bonolis

César Franck: Sonata for Violin and Piano in A major – Charlie Siem, Walter Delahunt

Henryk Wieniawski: Polonaise de Concert No.1 in D major "Polonaise Brillante" – Charlie Siem, Walter Delahunt

Ole Bull: Cantabile doloroso e Rondo giocoso, for violin and orchestra – Charlie Siem, London Symphony Orchestra, Andrew Gourlay


Johannes Brahms: Violin Sonata No.1 in G major – Charlie Siem, Itamar Golan


Camille Saint-Saëns: Introduction and Rondo Capriccioso in A minor, arr. for violin & piano – Charlie Siem, Caroline Jaya-Ratnam


Wednesday, September 16, 2015

Maria Callas – 38th anniversary of her death

Μαρία Κάλλας
(2 Δεκεμβρίου 1923 - 16 Σεπτεμβρίου 1977 • December 2, 1923 - September 16, 1977)

38η επέτειος από το θάνατό της – 38th anniversary of her death























Μαρία Κάλλας, η απόλυτη ντίβα στο χώρο του λυρικού θεάτρου. Με τα μοναδικά φωνητικά και υποκριτικά της προσόντα ανανέωσε την όπερα και το ρεπερτόριό της, ιδιαίτερα το ιταλικό «μπελκάντο». Αποτελεί σημείο αναφοράς για κάθε τραγουδίστρια της όπερας, που φιλοδοξεί να κερδίσει από τους ειδικούς και το κοινό τον τίτλο της «νέας Κάλλας».

Η Μαρία Σοφία Άννα Καικιλία Καλογεροπούλου, όπως ήταν το πλήρες ελληνικό όνομά της, γεννήθηκε στις 2 Δεκεμβρίου 1923 στη Νέα Υόρκη. Ήταν κόρη του φαρμακοποιού Γεωργίου Καλογερόπουλου από τον Μελιγαλά Μεσσηνίας και της Ευαγγελίας (Λίτσας) Δημητριάδη από τη Στυλίδα Φθιώτιδος. Οι γονείς της είχαν μετακομίσει στην αμερικανική μεγαλούπολη προς αναζήτηση καλύτερη τύχης.

Από νωρίς άρχισε να ασχολείται με τη μουσική, παίρνοντας τα πρώτα μαθήματα πιάνου-σολφέζ και σε ηλικία 11 ετών κέρδισε το πρώτο βραβείο σε διαγωνισμό παιδικών φωνών. Το 1937 εγκαταστάθηκε με τη μητέρα της και τη μεγάλη αδελφή της στην Αθήνα, μετά το διαζύγιο των γονιών της και εγγράφηκε στο Εθνικό Ωδείο, με δασκάλους τη Μαρία Τριβέλλα (τραγούδι), την Ήβη Πανά (πιάνο) και τον Γεώργιο Καρακαντά (μελοδραματική). Ο πρώτος ρόλος της ήταν η «Σαντούτσα» στην όπερα του Μασκάνι «Καβαλερία Ρουστικάνα», σε μία παράσταση των μαθητών του ωδείου. Το 1939 εγγράφηκε στο Ωδείο Αθηνών στην τάξη τραγουδιού της διάσημης Ελβίρα ντε Ιντάλγκο (σημαντική τραγουδίστρια της όπερας στις αρχές του 20ού αιώνα), κοντά στην οποία γνώρισε την υψηλή τεχνική των ρόλων του ιταλικού ρομαντικού ρεπερτορίου.

Το 1940 προσλήφθηκε στη Λυρική Σκηνή του τότε Βασιλικού Θεάτρου και το 1941 πρωτοεμφανίστηκε ως «Βεατρίκη» στην οπερέτα «Βοκάκιος» του Σουπέ. Στη συνέχεια και έως το 1945 πρωταγωνίστησε στην «Τόσκα» (1942, 1943), στον «Κάμπο του Ντ' Αλμπέρ» (1944, 1945), στην «Καβαλερία Ρουστικάνα» (1944), στον «Πρωτομάστορα» του Μανώλη Καλομοίρη (1944, το μόνο ελληνικό έργο που τραγούδησε), στον «Φιντέλιο» του Μπετόβεν (1944) και στην οπερέτα «Ο Ζητιάνος Φοιτητής» του Βιενέζου συνθέτη Καρλ Μιλέκερ (1945).

Τον Σεπτέμβριο του 1945 επέστρεψε στη γενέτειρά της, όπου ζούσε ο πατέρας της, για να προωθήσει τη διεθνή της καριέρα, αλλάζοντας το επίθετό της σε Κάλλας. Παρότι έμεινε άνεργη έως το 1947, δεν το έβαλε κάτω και μετά από μία επιτυχημένη ακρόαση της ανέθεσαν να τραγουδήσει την «Τζιοκόντα» στην ομώνυμη όπερα του Αμιλκάρε Πονκιέλι στην Αρένα της Βερόνας, έναν από τους σπουδαιότερους λυρικούς χώρους της Ιταλίας. Αν και γλίστρησε στη γενική δοκιμή και στραμπούληξε τον αστράγαλό της, κατάφερε να κάνει με επιτυχία το πρώτο σημαντικό βήμα της σταδιοδρομίας της στις 2 Αυγούστου 1947.

Μαέστρος της παράστασης ήταν ο διάσημος Τούλιο Σεραφίν, ο οποίος θαύμαζε τη φωνή της και έγινε δάσκαλός της, διευρύνοντας τους τεχνικούς και ερμηνευτικούς της ορίζοντες. Όμως, στη Βερόνα ζούσε και ο βιομήχανος Τζιανμπατίστα Μενεγκίνι, που τη λάτρεψε, όχι μόνο ως καλλιτέχνιδα αλλά και ως γυναίκα. Έτσι, στις 21 Απρλίου 1949, η Κάλλας τον παντρεύτηκε, παρότι είχε τα διπλά της χρόνια, ίσως για να αναπληρώσει συναισθηματικά την απουσία της πατρικής φιγούρας, όπως γράφτηκε.

Με τη βοήθεια του Μενεγκίνι η καριέρα της Κάλλας απογειώθηκε σε ρόλους δραματικής υψιφώνου και δραματικής κολορατούρα. Το 1951 εκπόρθησε και τη Σκάλα του Μιλάνου (άντρο της μεγάλης αντιπάλου της, Ρενάτα Τεμπάλντι), με τους «Σικελικούς Εσπερινούς» του Βέρντι. Το 1954 η ευτραφής Κάλλας υποβλήθηκε σε διαιτητική θεραπεία για να χάσει κιλά και να μπορεί να ενσαρκώνει τους ρόλους της, όχι μόνο με τη φωνή της αλλά και με το παρουσιαστικό της.

Μετά τη Σκάλα του Μιλάνου ήταν η σειρά της Μητροπολιτικής Όπερας της Νέας Υόρκης (MET) να υποκλιθεί στο φαινόμενο Μαρία Κάλλας το 1956. Η Ελληνίδα ντίβα θα επιβάλει πλήρως τους όρους της, αναγκάζοντας τον διευθυντή της, Ράντολφ Μπινγκ, όχι μόνο να της καταβάλει το μεγαλύτερο ποσό που είχε πληρώσει ποτέ ο θίασος για καλλιτέχνη, αλλά και να δηλώσει ότι η πρώτη εμφάνιση της Κάλλας στη MET ήταν η πιο συναρπαστική βραδιά της ζωής του. Ο μύθος της είχε αρχίσει να δημιουργείται, βοηθούντος και του Τύπου.

Όμως, η εξαντλητική δίαιτα στην οποία είχε υποβληθεί και οι φωνητικοί ακροβατισμοί της (συχνά έφθανε στα όρια της φωνής της, ερμηνεύοντας εκ διαμέτρου αντίθετους ρόλους σε μία σεζόν ή και σε ένα ρεσιτάλ) είχαν επιπτώσεις στην ποιότητα της φωνής της, η οποία σταδιακά άρχισε να αδυνατίζει στις υψηλές νότες. Το καλοκαίρι του 1957 εμφανίστηκε στο Ηρώδειο, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών και κυριολεκτικά αποθεώθηκε.

Από το 1958 άρχισε η καθοδική της πορεία. Τον Ιανουάριο στη Ρώμη αποχώρησε μετά την πρώτη πράξη της «Νόρμας» του Μπελίνι και αποδοκιμάστηκε από το κοινό, και τον Μάιο η Σκάλα του Μιλάνου της διέκοψε το συμβόλαιο. Ο Τύπος άρχισε να της επιτίθεται και πολλοί βρήκαν την ευκαιρία που χρόνια ζητούσαν να χύσουν χολή γι' «αυτή την καλλιτέχνιδα δεύτερης κατηγορίας, που έγινε Ιταλίδα χάρη στον γάμο της, Μιλανέζα χάρη στον αδικαιολόγητο θαυμασμό μιας μερίδας του κοινού της Σκάλας, και διεθνής χάρη στην επικίνδυνη φιλία της με την Έλσα Μάξγουελ», σχολίασε με κακοήθεια η ιταλική εφημερίδα Il Giorno.

Την ίδια χρονιά συνεργάστηκε με τους Αλέξη Μινωτή και Γιάννη Τσαρούχη για μια νέα παραγωγή της «Μήδειας» του Κερουμπίνι στη νεότευκτη Όπερα του Ντάλας. Αυτή η παράσταση μεταφέρθηκε το 1959 στο Κόβεντ Γκάρντεν του Λονδίνου και σ' αυτή τη θριαμβευτική πρεμιέρα η Κάλλας γνώρισε τον Αριστοτέλη Ωνάση, τον μεγάλο ανεκπλήρωτο έρωτα της ζωής της.

Οι εμφανίσεις της από το 1960 άρχισαν να αραιώνουν. Το καλοκαίρι του 1960 τραγούδησε «Νόρμα» στην Επίδαυρο και τον επόμενο χρόνο στον ίδιο χώρο «Μήδεια». Η παράσταση αυτή μεταφέρθηκε και στη Σκάλα του Μιλάνου την περίοδο 1961-1962. Παρ' όλα αυτά, η σταδιοδρομία της στα ιταλικά θέατρα είχε τελειώσει οριστικά. Το 1962 τραγούδησε «Όμπερον» του Βέμπερ στο Λονδίνο και οι Τάιμς έγραψαν «Τώρα πια η φωνή της μπορεί να χαρακτηριστεί άσχημη και εκτός τόνου», όμως το κοινό συνέχισε να την αποθεώνει.

Το καλοκαίρι του 1964, σε μια έξοδό της από τον Σκορπιό, παρακολουθεί μαζί με τον Ωνάση μία μουσική εκδήλωση του φεστιβάλ της Λευκάδας και εκφράζει την επιθυμία να τραγουδήσει. Βρίσκεται ένα πιάνο κι ένας νεαρός πιανίστας (ο μετέπειτα συνθέτης Κυριάκος Σφέτσας), και χωρίς πρόβα η Κάλλας τραγουδά την άρια της Σαντούτσα "Voi lo sapete, o mamma" («Εσείς το ξέρετε, μητέρα») από την «Καβαλερία Ρουστικάνα» του Μασκάνι, που ήταν και ο πρώτος ρόλος της καριέρας της στην παράσταση του Εθνικού Ωδείου το 1937. Το 1965 αποσύρθηκε οριστικά από τις λυρικές παραστάσεις, παρά την εξαιρετική «Τόσκα» που τραγούδησε στη MET. Το κύκνειο άσμα της ήταν η «Νόρμα», που ανέβηκε στο Παρίσι στις 29 Μαΐου 1965. Στην τρίτη πράξη της όπερας του Μπελίνι κατέρρευσε επί σκηνής και μεταφέρθηκε λιπόθυμη στο καμαρίνι της.

Στη συνέχεια προσπαθεί να βάλει μια τάξη στα προσωπικά της. Ζητά διαζύγιο από τον σύζυγό της για να παντρευτεί τον Ωνάση, ο οποίος αρνείται να της το δώσει. Το 1966 απεκδύεται την αμερικανική υπηκοότητα και λαμβάνει την ελληνική. Με αυτή της την ενέργεια λύεται και τυπικά ο γάμος της με τον Μενεγκίνι. Πλέον, ελπίζει ότι ο Αριστοτέλης Ωνάσης θα της ζητήσει να παντρευτούν, κάτι που τελικά δεν συμβαίνει, καθώς τον Ιούλιο του 1968 ο Έλληνας μεγιστάνας παντρεύεται τη χήρα του Αμερικανού Προέδρου Κένεντι, Τζάκι. Η πράξη του αυτή βυθίζει σε κατάθλιψη την κορυφαία υψίφωνο.

Καταβάλλει μεγάλες προσπάθειες να ξεπεράσει τα προσωπικά της προβλήματα, επανακάμπτοντας στην καλλιτεχνική δράση. Παίζει στην κινηματογραφική εκδοχή της «Μήδειας» του Ευριπίδη, σε σκηνοθεσία του Πιερ Πάολο Παζολίνι (1969), ηχογραφεί δίσκους, διδάσκει όπερα στη μουσική σχολή Τζούλιαρντ της Νέας Υόρκης και δίνει ρεσιτάλ με έναν παλιό της γνώριμο, τον Ιταλό τενόρο Τζουζέπε ντι Στέφανο, που κι αυτός αντιμετώπιζε φωνητικά προβλήματα. Η τελευταία της εμφάνιση έγινε στην πόλη Σαπόρο της Ιαπωνίας στις 11 Δεκεμβρίου 1974.

Έκτοτε, η Μαρία Κάλλας κλείστηκε στο διαμέρισμά της στο Παρίσι και τον εαυτό της. Η μεγάλη ντίβα έφυγε από τη ζωή το πρωί της 16ης Σεπτεμβρίου 1977 από καρδιακή προσβολή, σε ηλικία 54 ετών.

sansimera.gr



Maria Callas was born in New York City on December 3, 1923. She made her professional debut with the Royal Opera of Athens in Boccaccio, and took her first major role in Tosca. Her Italian opera debut took place at the Verona Arena in 1947. In 1954, Callas made her American debut in Norma. During the 1960s, the quality and frequency of her performances waned. On September 16, 1977, Callas died in Paris.

American opera singer Maria Callas was born Cecilia Sophia Anna Maria Kalogeropoulus on December 3, 1923, in New York City. Her parents, George and Evangelina, were Greek immigrants who shortened their last name to Callas once Maria started primary school.

Callas began taking classical piano lessons when she was 7 years old, but soon realized that she loved singing music – with dramatic flair – even more than playing it. In 1937, when Callas was a teen, her parents separated and she, her mother and her sister moved back to Greece. In Athens, Maria, whose last name had been changed back to Kalogeropoulos, studied voice under Elvira de Hidalgo at the Royal Academy of Music. The school normally required that students be at least 16 years old, but the young Callas showed such great promise that they made a special exception.

As a student, Callas made her stage debut in a school production of Cavalleria Rusticana. For her dazzling performance in the role of Santuzza, she was honored by the academy.

When Maria Callas was 16 years old, she made her professional debut with the Royal Opera of Athens in a modest role in Franz von Suppé's Boccaccio. In her early 20s, she took her first major role in Tosca.

During World War II, Callas struggled to find roles. She moved back to New York to spend time with her father and look for work, but the Metropolitan Opera turned her down. After the war, at the urging of her teacher, Maria changed her last name back to Callas and moved to Italy in pursuit of work. In Verona, she quickly met and married rich industrialist Giovanni Meneghini.

Callas's Italian opera debut took place at the Verona Arena in August 1947, in a performance of La Gioconda. Over the next few years, under the management of her husband, Callas continued to perform in Florence and Verona to critical acclaim. Though her voice captivated audiences, as her fame increased, Callas developed a reputation as a demanding diva. Fiercely resilient, Callas said of audience members' jeers, "Hissing from the gallery is part of the scene. It is a hazard of the battlefield. Opera is a battlefield, and it must be accepted."

In 1954, Callas made her American debut in Norma at the Lyric Opera of Chicago. The performance was a triumph. In 1956, she at last had the opportunity to sing with the Metropolitan Opera in her home city of New York. Within three years of the performance, Callas's health began to rapidly decline, as did her marriage. Callas and Meneghini divorced in 1960, during which time she was having an affair with shipping magnate Aristotle Onassis.

During the 1960s, Maria Callas's formerly stellar singing voice was discernibly faltering. Her performances grew fewer and farther between, as a result of her frequent cancellations. Though she formally retired from the stage in the early '60s, Callas made a brief return to performing with the Metropolitan Opera from January 1964 through July 1965. Her final operatic performance was in Tosca at Covent Garden on July 5, 1965.

In the early 1970s, Callas tried her hand at teaching. In '71 and '72, she conducted master classes at The Juilliard School in New York. Despite her failing health, Callas accompanied a friend on an international recital tour in 1973 to help him raise money for his ailing daughter. Following the tour and news of Onassis's remarriage to Jacqueline Kennedy, Callas moved to Paris, France, and became a recluse.

On September 16, 1977, at the age of 55, Maria Callas collapsed and died suddenly and mysteriously in her Paris home.

biography.com
















Δείτε επίσης – See also

Maria Callas | Vissi D'Arte: The Puccini Love Songs, Vol. II/II (Audio video)

Maria Callas | Vissi D'Arte: The Puccini Love Songs, Vol. I/II (Audio video)

Giacomo Puccini: Tosca, Act II – Maria Callas, Renato Cioni, Tito Gobbi, Georges Prêtre, Franco Zeffirelli

Maria Callas Sings Operatic Arias, 1955 – Digital remastering 2014 – Philharmonia Orchestra, Tullio Serafin (Audio video)

Monday, September 14, 2015

Henryk Wieniawski: Polonaise de Concert No.1 in D major "Polonaise Brillante" – Charlie Siem, Walter Delahunt

Η Πολωνέζα αρ. 1 σε Ρε μείζονα, έργο 4, είναι η πρώτη από τις δύο πολωνέζες τις οποίες έγραψε ο Πολωνός βιολονίστας και συνθέτης Χένρυκ Βινιάφσκι. Η δεύτερη είναι η Πολωνέα σε Λα μείζονα, έργο 21. Η πρώτη έκδοση της Πολωνέζας σε Ρε μείζονα είναι αφιερωμένη στον Karol Lipiński (1790-1861), βιρτουόζο βιολονίστα τον οποίον ο Βινιάφσκι συνάντησε για πρώτη φορά το φθινόπωρο του 1848 όταν είχε επισκεφθεί με την οικογένειά του τη Δρέσδη. Ο Karol Lipiński, εξάρχων της ορχήστρας της Όπερας της πόλης, γνώρισε στον Βινιάφσκι νέους τρόπους ερμηνείας των έργων για βιολί των μεγάλων συνθετών, όπως του Μπαχ, του Ταρτίνι και του Μπετόβεν, γεγονός που τον ενέπνευσε ώστε να γράψει τη συγκεκριμένη πολωνέζα.

Την Πολωνέζα αρ. 1 σε Ρε μείζονα, έργο 4 του Χένρυκ Βινιάφσκι ερμηνεύει ο διάσημος (και ως μοντέλο) 29χρονος Άγγλος βιολονίστας Τσάρλι Σιέμ, συνοδευόμενος στο πιάνο από τον διακεκριμένο Καναδό πιανίστα Walter Delahunt. Ο Τσάρλι Σιέμ παίζει ένα βιολί του 1737, κατασκευασμένο από τον Guarneri del Gesu. Το βιολί αυτό, γνωστό επίσης ως d’Egville, ανήκε προηγουμένως στον Γεχούντι Μενουχίν (1916-1999).



















Charlie Siem plays a violin made by Guarneri del Gesu from 1735, also known as the d’Egville. The violin was previously owned by Yehudi Menuhin (1916-1999).

The Polonaise brillante Op.4 is the first of two polonaises composed by Henryk Wieniawski, the second being the Polonaise in A major Op.21, from a later period. The original version of the D major Polonaise was inspired by Karol Lipiński, to whom it is dedicated. It was in the Autumn of 1848 that Wieniawski, in Dresden with his family, first met Lipiński, who was concertmaster of the Opera there. The young Wieniawski greatly valued the advice of the great virtuoso, through whom he became better acquainted with the interpretative models of the past masters of violin playing, especially Giuseppe Tartini, and with different ways of performing the works of J. S. Bach and L. van Beethoven. He also absorbed the accounts of the interpretative art of N. Paganini and of the charisma he displayed when performing. Wieniawski played in Lipiński's quartet, learned the maestro's Concerto militaire, which he subsequently performed many times, occasionally accompanied on the piano by his brother Józef, and, as testimonies show, wrote a virtuoso cadenza to the Concerto. — Irena Poniatowska (wieniawski.com)



Henryk (Henri) Wieniawski (1835-1880)

♪  Polonaise de Concert No.1 in D major, Op.4 "Polonaise Brillante" (1852)

Charlie Siem, violin
Walter Delahunt, piano

Whitley Auditorium at Elon University in North Carolina, December 14, 2013 (14 Δεκεμβρίου 2013)

(HD 720p)


Henryk Wieniawski (sixties of the nineteenth century
/ δεκαετία του εξήντα του δέκατου ένατου αιώνα)
Ο Χένρυκ Βινιάφσκι γεννήθηκε στο Λούμπλιν, στην Πολωνία. Ο πατέρας του γεννήθηκε με το όνομα Τομπίας Πιετρούσκα ή Βολφ Χέλμαν και ήταν γιος του Εβραίου μπαρμπέρη Χέρσελ Μάγερ Χέλμαν. Ο Βολφ άλλαξε το όνομά του σε Ταντέους Βινιάφσκι, από το όνομα της συνοικίας του Λούμπλιν όπου κατοικούσαν, σε μία προσπάθεια να αφομοιωθεί καλύτερα στην πολωνική κοινωνία, ασπαζόμενος ταυτόχρονα τον Ρωμαιοκαθολικισμό και σπουδάζοντας ιατρική. Η μητέρα του Χένρυκ, η Ρεγκίνα Βολφ, ήταν επαγγελματίας πιανίστρια και θυγατέρα ενός γνωστού Πολωνοεβραίου γιατρού της Βαρσοβίας.

Το ταλέντο του μικρού Χένρυκ στο παίξιμο του βιολιού αναγνωρίστηκε νωρίς και το 1843 έγινε δεκτός για σπουδές στο Ωδείο του Παρισιού, κατ' εξαίρεση, αφού δεν ήταν Γάλλος και ήταν μόλις εννέα ετών. Μετά την αποφοίτησή του περιόδευσε σε πολλά μέρη δίνοντας συναυλίες, στις οποίες συνοδευόταν συχνά από τον αδελφό του Γιόζεφ στο πιάνο. Το 1847 ο Χένρυκ δημοσίευσε το πρώτο από τα 24 καταλογογραφημένα έργα του, ένα «Γκραν Καπρίς Φανταστίκ».

Νεαρός ακόμη, ο Χένρυκ Βινιάφσκι αρραβωνιάστηκε την Ισαβέλλα Χάμπτον, μια σχέση στην οποία οι γονείς του ήταν αντίθετοι. Τότε ο Χένρυκ συνέθεσε το Légende (έργο 17), κάτι που βοήθησε τους γονείς του να αλλάξουν γνώμη, και το ζευγάρι τέλεσε τους γάμους του το 1860.

Μετά από πρόσκληση του Αντόν Ρουμπινστάιν, ο Βινιάφσκι εγκαταστάθηκε στην Αγία Πετρούπολη, όπου έζησε από το 1860 μέχρι το 1872, δίδαξε βιολί σε πολλούς μαθητές και διηύθυνε την ορχήστρα και το κουαρτέτο της Ρωσικής Μουσικής Εταιρείας. Από το 1872 έως το 1874 ο Βινιάφσκι περιόδευσε στις Ηνωμένες Πολιτείες μαζί με τον Ρουμπινστάιν. Στη συνέχεια, το 1875, ο Βινιάφσκι διαδέχθηκε τον Ανρί Βιετάν στη θέση του καθηγητή βιολιού στο Βασιλικό Ωδείο των Βρυξελλών.

Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στις Βρυξέλλες, η υγεία του Βινιάφσκι άρχισε να χάνεται οριστικά. Συχνά χρειαζόταν να σταματά στη μέση των συναυλιών του. Το 1879 άρχισε μία περιοδεία στη Ρωσία, αλλά δεν μπόρεσε να την ολοκληρώσει, διακομιζόμενος σε νοσοκομείο της Οδησσού μετά από μία συναυλία. Στις 14 Φεβρουαρίου 1880 η χορηγός του Πιότρ Ιλίτς Τσαϊκόφσκι, η Ναντιέζντα φον Μεκ, τον νοσήλευσε στο σπίτι της. Επίσης, οι φίλοι του οργάνωσαν μία φιλανθρωπική συναυλία για να βοηθήσουν την οικογένειά του. Ο Χένρυκ Βινιάφσκι πέθανε λίγες εβδομάδες αργότερα στη Μόσχα, από έμφραγμα του μυοκαρδίου. Η σορός του μεταφέρθηκε από τη Ρωσία στην Πολωνία και θάφτηκε στο Κοιμητήριο του Ποβάσκι στη Βαρσοβία.



Henryk Wieniawski was born in Lublin, Congress Poland. His father, Tobiasz Pietruszka (Wolf Helman), was the son of a Jewish barber named Herschel Meyer Helman, from the Jewish Lublin neighbourhood of Wieniawa, when barbers were also practising dentists, healers, and bloodletters. Wolf Helman, also known as Tobiasz Pietruszka, changed his name to Tadeusz Wieniawski, taking on the name of his neighbourhood to blend into his Polish environment better. Prior to obtaining his medical degree, he had converted to Catholicism. He married Regina Wolff, the daughter of a noted Jewish physician from Warsaw, and out of this marriage Henryk was born. His talent for playing the violin was recognised early, and in 1843 he was accepted by the Paris Conservatoire, where special exceptions were made to admit him, as he wasn't French and was only nine years old. After graduation, Henryk toured extensively and gave many recitals, where he was often accompanied by his brother Józef on piano. In 1847, he published his first opus, a Grand Caprice Fantastique, the start of a catalogue of 24 opus numbers.














































Δείτε επίσης – Watch also

Camille Saint-Saëns: Introduction and Rondo Capriccioso in A minor, arr. for violin & piano – Charlie Siem, Walter Delahunt (rehearsal)

Wolfgang Amadeus Mozart: Violin Concerto No.5 in A major – Charlie Siem, Gabriele Bonolis

César Franck: Sonata for Violin and Piano in A major – Charlie Siem, Walter Delahunt

Johannes Brahms: Violin Sonata No.3 in D minor – Charlie Siem, Walter Delahunt

Ole Bull: Cantabile doloroso e Rondo giocoso, for violin and orchestra – Charlie Siem, London Symphony Orchestra, Andrew Gourlay

Johannes Brahms: Violin Sonata No.1 in G major – Charlie Siem, Itamar Golan


Camille Saint-Saëns: Introduction and Rondo Capriccioso in A minor, arr. for violin & piano – Charlie Siem, Caroline Jaya-Ratnam


Sunday, September 13, 2015

Clara Schumann: Piano Concerto in A minor – Karen Sung, Stephen Lam Lik Hin

Clara Schumann
(13 Σεπτεμβρίου 1819 - 20 Μαΐου 1896 • September 13, 1819 - May 20, 1896)

196η επέτειος από τη γέννησή της – 196th anniversary of her birth

Clara Schumann (1854)
Από τις σημαντικότερες πιανιστικές προσωπικότητες του 19ου αιώνα και σύζυγος του διακεκριμένου συνθέτη της εποχής του Ρομαντισμού Ρόμπερτ Σούμαν, η Κλάρα Γιοζεφίνε Βικ (Clara Josephine Wieck) γεννήθηκε στη Λειψία στις 13 Σεπτεμβρίου 1819 στους κόλπους μιας μουσικής οικογένειας με πέντε παιδιά. Ο πατέρας της, Φρίντριχ Βικ (Friedrich Wieck, 1785-1873) σπούδασε θεολογία, αλλά αφιερώθηκε στη μουσική ως έμπορος μουσικών οργάνων και δάσκαλος πιάνου. Η μητέρα της, Μαριάνε Τρόμλιτς ήταν σολίστ του πιάνου και σοπράνο. Οι γονείς της χώρισαν όταν η Κλάρα ήταν τεσσάρων χρόνων.

Με την ενθάρρυνση του πατέρα της, ο οποίος ανέλαβε την επιμέλειά των πέντε παιδιών του, η Κλάρα άρχισε μαθήματα πιάνου από την ηλικία των πέντε ετών και το 1835 ήταν ήδη γνωστή σε όλη την Ευρώπη ως παιδί-θαύμα. Την ίδια χρονιά ερωτεύτηκε τον μαθητή του πατέρα της και μετέπειτα διακεκριμένο συνθέτη Ρόμπερτ Σούμαν (1810-1856) και παρά τις έντονες αντιρρήσεις του αυστηρού κυρίου Βικ τον παντρεύτηκε με δικαστική εντολή στις 12 Σεπτεμβρίου 1840.

Στα 16 χρόνια του κοινού τους βίου, το ζευγάρι απέκτησε οκτώ παιδιά, γεγονός που αποτέλεσε τροχοπέδη για την εξέλιξη της καριέρας της. Ωστόσο, βρήκε τον χρόνο για συναυλίες, προωθώντας τα έργα του συζύγου της, που εξαιτίας ενός ατυχήματος εγκατέλειψε νωρίς την πιανιστική του καριέρα. Οι συνθέσεις της Κλάρας Σούμαν περιλαμβάνουν έργα για ορχήστρα (ανάμεσά τους το Κοντσέρτο για πιάνο σε Λα ελάσσονα, το οποίο άρχισε να το γράφει όταν ήταν δεκατριών χρόνων), μουσική δωματίου, τραγούδια και κομμάτια για σόλο πιάνο. Αξιοσημείωτη ήταν και η εκπαιδευτική της δραστηριότητα στο Ωδείο της Λειψίας.

Η Κλάρα Σούμαν στάθηκε στο πλευρό του συζύγου της σε όλες τις προσωπικές κρίσεις του και τις περιπέτειες της υγείας του, που οδήγησαν στον πρόωρο θάνατό του στις 29 Ιουλίου 1856. Μετά το θάνατο του συζύγου της συνδέθηκε με επαγγελματική σχέση, αλλά και στενή προσωπική φιλία (κάποιοι έκαναν λόγο για ερωτική σχέση), με τον σπουδαίο Γερμανό συνθέτη Γιοχάνες Μπραμς (1833-1897). Από το 1881 έως το 1893 επιμελήθηκε την ολοκληρωμένη έκδοση των έργων του Ρόμπερτ Σούμαν.

Στις 12 Μαρτίου 1891 έδωσε το τελευταίο της κοντσέρτο στη Φρανκφούρτη, ερμηνεύοντας το έργο του Μπραμς «Παραλλαγές σε ένα θέμα του Χάυντν». Στις 26 Μαρτίου 1896 υπέστη εγκεφαλικό επεισόδιο και δύο μήνες αργότερα (20 Μαΐου 1896) έφυγε από τη ζωή, σε ηλικία 76 ετών.



Young Clara Wieck's piano concerto, like that of her future husband Robert Schumann, is in A minor, but that's the only detail the two compositions share. Clara's concerto is the work of an independent-minded young piano virtuoso who, although she was only 13 when she began writing it, was fully aware of the most progressive tendencies of German music in the 1830s. It's true that Robert did have his fingers in this piece; the two were already showing their works in progress to each other and in fact, Robert orchestrated what would in two years become the finale of Clara's three-movement concerto. But it's more Chopin-esque than Schumann-esque. — James Reel (allmusic.com)

Το Κοντσέρτο για πιάνο σε Λα ελάσσονα, έργο 7 της Κλάρας Σούμαν ερμηνεύει μία εξαιρετική ομάδα μουσικών από το Χονγκ Κονγκ: σολίστ, η πιανίστρια Κάρεν Σουνγκ. Το μουσικό σύνολο Ponte Singers and Orchestra διευθύνει ο αρχιμουσικός Stephen Lam Lik Hin. Στο ανκόρ, η Κάρεν Σουνγκ ερμηνεύει το Widmung (Liebeslied) του Ρόμπερτ Σούμαν, σε μεταγραφή για πιάνο από τον Φραντς Λιστ.



Clara Schumann (1819-1896)

♪ Piano Concerto in A minor, Op.7 (1835-1836)

i. Allegro maestoso
ii. Romanze. Andante non troppo, con grazia
iii. Finale. Allegro non troppo

Karen Sung, piano

Ponte Singers and Orchestra
Μουσική διεύθυνση (Conductor): Stephen Lam Lik Hin

Hong Kong, Jehovahjireh Concert Hall, 2014

(HD 1080p)




(Encore)

Robert Schumann (1810-1856) / Franz Liszt (1811-1886)

♪ Widmung (Liebeslied), S. 566 (1848)

Karen Sung, piano

(HD 1080p)














Karen Sung














Stephen Lam Lik Hin














Δείτε επίσης – Watch also

Robert Schumann: Piano Concerto in A minor – Jan Lisiecki, Antonio Pappano

Robert Schumann: Piano Concerto in A minor – Nelson Freire, Claus Peter Flor

Robert Schumann: Symphony No.4 in D minor – Detroit Symphony Orchestra, Cristian Măcelaru

Friday, September 11, 2015

Ole Bull: Cantabile doloroso e Rondo giocoso, for violin and orchestra – Charlie Siem, London Symphony Orchestra, Andrew Gourlay

Ο Ole Bull υπήρξε σπουδαίος βιρτουόζος του βιολιού (πολλοί τον συνέκριναν με τον θρυλικό Παγκανίνι) και σημαντικός συνθέτης ο οποίος έχει επηρεάσει γενιές Νορβηγών μουσικών. Το έργο του "Cantabile doloroso e Rondo giocoso, for violin and orchestra", γραμμένο το 1837, ερμηνεύει ο διάσημος (και ως μοντέλο) και μακρινός συγγενής του συνθέτη, 29χρονος Άγγλος βιολονίστας Τσάρλι Σιέμ. Τη Συμφωνική Ορχήστρα του Λονδίνου διευθύνει ένα ανερχόμενο αστέρι της κλασικής μουσικής σκηνής, ο 33χρονος Βρετανός (ρωσικής καταγωγής, γεννημένος στην Τζαμάικα) Andrew Gourlay. Ο Τσάρλι Σιέμ παίζει ένα βιολί του 1737, κατασκευασμένο από τον Guarneri del Gesu. Το βιολί αυτό, γνωστό επίσης ως d’Egville, ανήκε προηγουμένως στον Γεχούντι Μενουχίν (1916-1999).
















Charlie Siem plays a violin made by Guarneri del Gesu from 1735, also known as the d’Egville. The violin was previously owned by Yehudi Menuhin (1916-1999).

"I've been inspired by Ole Bull for about 10 years… partly because of his character, the story of his life, the things that he did. He was a phenomenal violinist and he seems to almost inhabit the mythical folk culture in Norway but he's forgotten largely elsewhere, even amongst violinists. And so I think it's great to bring him to the surface, especially now I have this very personal connection to him…" — Charlie Siem

Ole Bull, in full Ole Bornemann Bull (born Feb. 5, 1810, Bergen, Nor.—died Aug. 17, 1880, Lysøen, near Bergen), Norwegian violinist, composer, and nationalist known for his unique performance method and for starting a short-lived utopian community called New Norway, or Oleana.

Bull began playing the violin at age five, influenced by French-trained violinists of the Bergen Harmonic Society as well as by Norwegian peasant fiddlers. His debut as a soloist came in 1819, and by 1828 he was made conductor of the Musical Lyceum. He traveled through Europe and the United States for the rest of his life, concertizing, composing, and establishing his virtuosic reputation among such notables as Franz Liszt, Robert Schumann, and Felix Mendelssohn. Using a violin modeled after Norwegian folk fiddles, but resembling standard European instruments of previous centuries, Bull amazed audiences with his ability to play several tones at once. Most of his compositions are tailored to reflect his unique manner of playing.

Bull used his influence to campaign for the encouragement and preservation of Norwegian culture and arts, both in Norway and abroad. In 1849 he was instrumental in the establishment of the Norwegian Theatre in Bergen. In 1852 he attempted to found an immigrant Norwegian colony, Oleana, in Pennsylvania, and in 1859 he helped create the Norwegian Society for the Advancement of the National Element in Art and Literature. He was a vital influence upon and patron of dramatists Henrik Ibsen and Bjørnstjerne Bjørnson and composer Edvard Grieg. In addition to accolades from musicians, Bull received tributes from writers such as George Sand, William Thackeray, and Mark Twain. — Encyclopædia Britannica



Ole Borneman Bull (1810-1880)

♪ Cantabile doloroso e Rondo giocoso, for violin and orchestra (1837)

Charlie Siem, violin

London Symphony Orchestra
Μουσική διεύθυνση (Conductor): Andrew Gourlay

London, Abbey Road Studios (Studio 1), 15-17 March 2011 (15-17 Μαρτίου 2011)

(HD 720p)

Charlie Siem (Photo by Gilles-Marie Zimmermann)
Charlie Siem was born on January 14, 1986 in London, to billionaire Kristian Siem, a Norwegian businessman, and his South-African wife Karen Ann, née Moross. His sister is Sasha Siem, a musician.

Siem began the study of violin at age three when his interest piqued upon hearing the cassettes his mother would play. He went on to study at Eton College and Girton College, Cambridge, and continued his violin studies with Itzhak Rashkovsky and Shlomo Mintz. He performed his first concerto with an orchestra at age 15, and played with the Royal Philharmonic Orchestra at age 18. He has gained recognition in the past few years by playing alongside artists such as The Who and Miley Cyrus. Among his fans include Lady Gaga and Katy Perry. Siem also professionally models having been the face of Dunhill London and Hugo Boss.

Siem is distantly related to Norwegian violin virtuoso and composer Ole Bull.

Recordings:
• Elgar, Grieg: Sonatas for violin & piano – Challenge Classics, 2008
• Charlie Siem Plays Virtuoso Violin Works – Warner Classics and Jazz, 2010
• Charlie Siem Plays Bruch, Wieniawski, Ole Bull – Warner Classics and Jazz, 2011
• Under The Stars – Sony Classical, 2014


Andrew Gourlay (Photo by Natalia Espina Lopez)
Born in Jamaica in 1982, with Russian ancestry, Andrew Gourlay grew up in the Bahamas, Philippines, Japan and England. A trombonist and pianist by training, he studied conducting at the Royal College of Music, where he prepared Bruckner symphonies for Bernard Haitink and Mozart symphonies for Sir Roger Norrington. He was selected by Gramophone magazine as their 'One to Watch', and by BBC Music Magazine as their "Rising Star: great artists of tomorrow".

Andrew Gourlay is Principal Guest Conductor of the Orquesta Sinfonica de Castilla y León, having succeeded Vasily Petrenko in 2014.  He has conducted the Philharmonia, London Symphony, London Sinfonietta at the BBC Proms, London Philharmonic, BBC Symphony, BBC Philharmonic, BBC Scottish Symphony, BBC National Orchestra of Wales, Royal Liverpool Philharmonic, Hallé, City of Birmingham Symphony, Royal Northern Sinfonia, Opera North, RTÉ Symphony, Ulster Orchestra, Melbourne Symphony, Auckland Philharmonia, Rotterdam Philharmonic, Royal Flemish Philharmonic, Stavanger Symphony, Orchestre National Bordeaux Aquitaine, Orquesta Sinfonica de Chile, Rostov Philharmonic, and numerous major orchestras throughout Spain.

Operatic engagements have included the UK premiere of Luca Francesoni's Quartett for the Royal Opera House.  He has conducted Rusalka and La Tragédie de Carmen for English Touring Opera, and The Marriage of Figaro at the Benjamin Britten International Opera School.  In 2015 he conducted Tippett's The Ice Break in a new production by Graham Vick for Birmingham Opera Company and the CBSO.

Gourlay won First Prize at the 2010 Cadaques International Conducting Competition, securing concerts with 29 orchestras around the world.  For the next two years he was Assistant Conductor to Sir Mark Elder and the Hallé Orchestra.  He twice replaced Sir Colin Davis at the Barbican, and worked as cover conductor for Kurt Masur and Valery Gergiev.  He  has conducted recordings with the London Symphony Orchestra and Irish Chamber Orchestra.  

A professional trombonist until his mid twenties, Andrew Gourlay played with the Philharmonia, Hallé, BBC Philharmonic, BBC National Orchestra of Wales, London Sinfonietta and Opera North, and toured South America and Europe as a member of the Gustav Mahler Jugendorchester under Claudio Abbado.














Δείτε επίσης – Watch also

Camille Saint-Saëns: Introduction and Rondo Capriccioso in A minor, arr. for violin & piano – Charlie Siem, Walter Delahunt (rehearsal)

Wolfgang Amadeus Mozart: Violin Concerto No.5 in A major – Charlie Siem, Gabriele Bonolis

César Franck: Sonata for Violin and Piano in A major – Charlie Siem, Walter Delahunt

Johannes Brahms: Violin Sonata No.3 in D minor – Charlie Siem, Walter Delahunt

Henryk Wieniawski: Polonaise de Concert No.1 in D major "Polonaise Brillante" – Charlie Siem, Walter Delahunt

Johannes Brahms: Violin Sonata No.1 in G major – Charlie Siem, Itamar Golan

Camille Saint-Saëns: Introduction and Rondo Capriccioso in A minor, arr. for violin & piano – Charlie Siem, Caroline Jaya-Ratnam


Wednesday, September 09, 2015

Franz Schubert: Winterreise – Ian Bostridge, Julius Drake

Τα τραγούδια (lieder) ήταν ένα είδος που ο Φραντς Σούμπερτ αγάπησε ιδιαίτερα, συνέθεσε περισσότερα από εξακόσια, και αποτελούν ένα μεγάλο μέρος της μουσικής του δημιουργίας και προσφοράς. Το 1823, σε μία περίοδο μεγάλης κατάπτωσης από τη σύφιλη που τον ταλαιπωρούσε, ανακάλυψε μία σειρά ποιημάτων του όχι πολύ γνωστού ποιητή Βίλχελμ Μίλερ. Η αμεσότητα αυτών των ποιημάτων, του προκάλεσε τόσο μεγάλη εντύπωση, ώστε διάλεξε είκοσι για να γράψει τον κύκλο «Η ωραία Μυλωνού». Τέσσερα χρόνια αργότερα ξαναγύρισε στα ποιήματα αυτά και συνέθεσε έναν άλλο κύκλο τραγουδιών, το «Χειμωνιάτικο Ταξίδι». Στον κύκλο αυτό η απελπισία που συναντάται στην «Ωραία Μυλωνού» φτάνει στα άκρα. Ο Σούμπερτ άλλαξε τη σειρά των ποιημάτων του Μίλερ, έτσι ώστε να εξαφανίσει και τις λιγοστές λάμψεις φωτός και ελπίδας που έδινε ο ποιητής. Δεν υπάρχει αληθινή αφήγηση. Ο ακροατής ακολουθεί τον πρωταγωνιστή, απογοητευμένο από τον έρωτα και βαριεστημένο από τα εγκόσμια, στις περιπλανήσεις του στο μοναχικό και αφιλόξενο χειμωνιάτικο τοπίο. Ο ρόλος του πιάνου δεν είναι πλέον συνοδευτικός, χρησιμοποιείται για να ερμηνεύσει τους στίχους, να αποδώσει συναισθήματα και καταστάσεις. Ο Σούμπερτ είπε κάποτε ότι σύμφωνα με αυτόν δεν υπάρχει αληθινά χαρούμενη μουσική. Ποτέ όμως πριν δεν είχε επιχειρήσει να γράψει μία τέτοιας έκτασης σύνθεση, πάνω σε ένα θέμα οδύνης, όπως το "Winterreise". —  Κώστας Τηλιακός

Τον σπαρακτικό κύκλο τραγουδιών "Winterreise" του Φραντς Σούμπερτ ερμηνεύει ο διεθνούς φήμης Άγγλος τενόρος Ian Bostridge, συνοδευόμενος στο πιάνο από τον επίσης Άγγλο, βραβευμένο ακομπανιατέρ και μόνιμο συνεργάτη του Bostridge, Julius Drake. Το ρεσιτάλ δόθηκε στη Βιβλιοθήκη του Κογκρέσου στην Ουάσινγκτον, στις 7 Φεβρουαρίου 2015.














Tenor Ian Bostridge and pianist Julius Drake bring a masterly command of vocal nuance and style to Schubert's late masterpiece, a bleak, powerfully cathartic song cycle written in the last months of the composer's life. A young man, rejected by his beloved, wanders into the darkness of a wintry countryside, wracked by searing emotions – grief, anger, loneliness and alienation, touched with brief moments of reconciliation.

Ian Bostridge is an artist of major prominence in the realms of opera, recitals and orchestra engagements. He has been acclaimed as one of the greatest Lieder interpreters onstage today.

British pianist Julius Drake is a leading collaborative pianist on the international concert scene. He is a longtime recital partner of Ian Bostridge.



Franz Schubert (1797-1828)

♪ Winterreise, D.911 (1827)


1. Fremd bin ich eingezogen
2. Der Wind spielt mit der Wetterfahne
3. Gefrorne Tropfen fallen von meinen Wangen ab
4. Ich such im Schnee vergebens nach ihrer Tritte Spur
5. Am Brunnen vor dem Tore da steht ein Lindenbaum
6. Manche Trän aus meinen Augen
7. Der du so lustig rauschtest, du heller wilder Fluß
8. Es brennt mir unter beiden Sohlen
9. In die tiefsten Felsengründe lockte mich ein Irrlicht hin
10. Nun merk ich erst, wie müd ich bin, da ich zur Ruh mich lege
11. Ich träumte von bunten Blumen
12. Wie eine trübe Wolke durch heitre Lüfte geht
13. Von der Straße her ein Posthorn klingt
14. Der Reif hat einen weißen Schein
15. Eine Krähe war mit mir aus der Stadt gezogen
16. Hie und da ist an den Bäumen
17. Es bellen die Hunde, es rasseln die Ketten
18. Wie hat der Sturm zerrissen des Himmels graues Kleid
19. Ein Licht tanzt freundlich vor mir her
20. Was vermeid ich denn die Wege
21. Auf einen Totenacker hat mich mein Weg gebracht
22. Fliegt der Schnee mir ins Gesicht
23. Drei Sonnen sah ich am Himmel stehn
24. Drüben hinterm Dorfe steht ein Leiermann

Ian Bostridge, tenor

Julius Drake, piano

The Library of Congress, Coolidge Auditorium (Thomas Jefferson Building, Washington), February 7, 2015

(HD 720p)

Ian Bostridge















Julius Drake

























Δείτε επίσης – Watch also

Franz Schubert: Winterreise – Thomas Oliemans, Malcolm Martineau

Franz Schubert: Gretchen am Spinnrade – Marina Rebeka, Giulio Zappa

Franz Schubert: Symphony No.9 in C major – Gothenburg Symphony Orchestra, David Afkham

Mahan Esfahani: Harpsichord Concert – Johann Kuhnau, JS Bach, WF Bach, CPE Bach, Bohuslav Martinů, Sergei Prokofiev (HD 1080p)


Monday, September 07, 2015

Johannes Brahms: Violin Sonata No.1 in G major – Charlie Siem, Itamar Golan

Δεν είναι λίγες οι φορές όπου ο Γιοχάνες Μπραμς δανείζεται θεματικό υλικό ή μελωδίες από τραγούδια του (lieder), για να δημιουργήσει νέες συνθέσεις μουσικής δωματίου. Στη Σονάτα για βιολί αρ. 1 σε Σολ μείζονα, έργο 78, το θέμα από το τελευταίο μέρος είναι αυτούσια η μελωδία από το «Τραγούδι της βροχής» ("Regenlied").

Η μουσική δωματίου ήταν ένα είδος πολύ αγαπητό στον Γιοχάνες Μπραμς και η συνεισφορά του μεγάλου συνθέτη στο ρεπερτόριο της μουσικής δωματίου είναι τεράστια. Ο Μπραμς συνέθεσε τις τρεις μοναδικές Σονάτες για βιολί και πιάνο σε λιγότερο από μια δεκαετία (μεταξύ 1878 και 1886). Χαρακτηρίζονται από σπάνιο λυρισμό, με εξαιρετικές μελωδικές γραμμές, όπου τα δύο όργανα επικοινωνούν με ισορροπημένο και διαλεκτικό τρόπο.

Τη Σονάτα για βιολί αρ. 1 σε Σολ μείζονα, έργο 78 του Γιοχάνες Μπραμς, ερμηνεύει ο διάσημος (και ως μοντέλο) 29χρονος Άγγλος βιολονίστας Τσάρλι Σιέμ, συνοδευόμενος στο πιάνο από τον φημισμένο Ισραηλινό πιανίστα Ίταμαρ Γκόλαν. Ο Τσάρλι Σιέμ παίζει ένα βιολί του 1737, κατασκευασμένο από τον Guarneri del Gesu. Το βιολί αυτό, γνωστό επίσης ως d’Egville, ανήκε προηγουμένως στον Γεχούντι Μενουχίν (1916-1999).














Charlie Siem plays a violin made by Guarneri del Gesu from 1735, also known as the d’Egville. The violin was previously owned by Yehudi Menuhin (1916-1999).

The Violin Sonata No. 1 in G major, Op.78, for violin and piano was composed by Johannes Brahms during the summers of 1878 and 1879 in Pörtschach am Wörthersee. It was first performed on 8 November 1879 in Bonn, by the husband and wife Robert Heckmann (violin) and Marie Heckmann-Hertig (piano). Each of three movements of this sonata shares common motivic ideas or thematic materials from the head-motif of Brahms's two songs "Regenlied" and "Nachklang", Op.59, and this is why this sonata is also called Rain Sonata (Regen-Sonate).

This sonata consists of three movements. The first movement, Vivace ma non troppo is written in sonata form in G major; the second movement, Adagio – Più andante – Adagio, is an expanded ternary form in E flat major, and the third movement, Allegro molto moderato is a rondo in G minor with coda in G major. The dotted rhythm motif from the two songs is not only directly quoted as a leading theme in the third movement of this sonata but also constantly appearing as fragmented rhythmic motif throughout the all three movements of the sonata so that the entire sonata has a certain coherency. The rhythm of the rain motif appearing in the middle section of the second movement is adapted to a funeral march. The two disruptive appearances of the main theme of the Adagio in the third movement also represent cyclic form used in this sonata.



Johannes Brahms (1833 - 1897)

♪ Violin Sonata No.1 in G major, Op.78 (1878-1879)


i. Vivace, ma non troppo
ii. Adagio
iii. Allegro molto moderato

Charlie Siem, violin

Itamar Golan, piano

Norway, Bærum Kulturhus, January 9, 2015 (9 Ιανουαρίου 2015)


(HD 1080p)






































Δείτε επίσης – Watch also

Camille Saint-Saëns: Introduction and Rondo Capriccioso in A minor, arr. for violin & piano – Charlie Siem, Walter Delahunt (rehearsal)

Wolfgang Amadeus Mozart: Violin Concerto No.5 in A major – Charlie Siem, Gabriele Bonolis

César Franck: Sonata for Violin and Piano in A major – Charlie Siem, Walter Delahunt

Johannes Brahms: Violin Sonata No.3 in D minor – Charlie Siem, Walter Delahunt

Henryk Wieniawski: Polonaise de Concert No.1 in D major "Polonaise Brillante" – Charlie Siem, Walter Delahunt

Ole Bull: Cantabile doloroso e Rondo giocoso, for violin and orchestra – Charlie Siem, London Symphony Orchestra, Andrew Gourlay

Camille Saint-Saëns: Introduction and Rondo Capriccioso in A minor, arr. for violin & piano – Charlie Siem, Caroline Jaya-Ratnam