Sergei Redkin

Sergei Redkin
Sergei Redkin (b. 1991), pianist – Third Prize (XV International Tchaikovsky Competition, 2015)

Sunday, February 28, 2016

Sergei Prokofiev: Violin Concerto No.2 in G minor – Leonidas Kavakos, Mariinsky Theatre Orchestra, Valery Gergiev (HD 1080p)

Πριν επιστρέψει στη Σοβιετική Ένωση το 1936, ο Προκόφιεφ αποδέχτηκε την παραγγελία του Γάλλου βιολονίστα Robert Soetens να συνθέσει ένα κοντσέρτο για βιολί. Το αποτέλεσμα ήταν το έργο 63, που, όπως ισχυριζόταν ο συνθέτης, αντικατοπτρίζει τον νομαδικό τρόπο με τον οποίο ζούσε εκείνη την εποχή. Το βασικό θέμα του πρώτου μέρους γράφτηκε στο Παρίσι, του δεύτερου μέρους στο Βορόνεζ της Ρωσίας, ενώ η ενορχήστρωση ολοκληρώθηκε στο Μπακού του Αζερμπαϊτζάν. Η πρώτη παρουσίαση του έργου έγινε την 1η Δεκεμβρίου 1935 στο Teatro Monumental στη Μαδρίτη, από τη Συμφωνική Ορχήστρα της πόλης, υπό τη διεύθυνση του Enrique Fernández Arbós, με σολίστ τον Robert Soetens.

Το Κοντσέρτο για βιολί και ορχήστρα αρ. 2 σε Σολ ελάσσονα, έργο 63 του Σεργκέι Προκόφιεφ, ερμηνεύει ο διεθνούς φήμης Έλληνας βιολονίστας Λεωνίδας Καβάκος. Την Ορχήστρα του Θεάτρου Μαρίινσκι διευθύνει ο σπουδαίος Ρώσος αρχιμουσικός Βαλέρι Γκεργκίεφ.














Composed in 1935, when Sergei Prokofiev was touring all over the world, the Violin Concerto No.2 in G minor, Op.63, is assuredly one of the most popular concertos among violinists. The first movement, Allegro moderato, starts with a simple melody which reminds us of the Russian folk music. The melodic lines are fluid, the violin and the orchestra evolve together rather than against one another. The second movement, Andante assai, is graceful and lighthearted with the pizzicati accompaniment of the soloist by the orchestra. The third movement, in which castanets are added to the orchestra, draws freely its inspiration from Spanish music.

It premiered on 1 December 1935 at the Teatro Monumental in Madrid, with the French violinist Robert Soetens and the Madrid Symphony Orchestra conducted by Enrique Fernández Arbós. Prokofiev wrote it after the first performance of his Sonata for Two Violins, by Soetens and Samuel Dushkin, which pleased him greatly. Dushkin had just recently had a concerto written for him, by Igor Stravinsky, so Prokofiev did the same for Soetens. Prokofiev was on a concert tour with Robert Soetens while he was working on the concerto, and later wrote, "The number of places in which I wrote the Concerto shows the kind of nomadic concert-tour life I led then. The main theme of the 1st movement was written in Paris, the first theme of the 2nd movement at Voronezh, the orchestration was finished in Baku and the premiere was given in Madrid".

Leonidas Kavakos, one of the most sought-after violinists on the international scene, is the soloist invited here to perform Prokofiev's Violin Concerto No.2 in G minor, Op. 63. He is accompanied by the Mariinsky Theatre Orchestra under Valery Gergiev's baton.



Sergei Prokofiev (1891-1953)

♪ Violin Concerto No.2 in G minor, Op.63 (1935)

i. Allegro moderato
ii. Andante assai
iii. Allegro, ben marcato

Leonidas Kavakos, violin

Mariinsky Theatre Orchestra
Conductor: Valery Gergiev

Easter Festival, Great Hall of the Moscow Conservatory, April 22, 2012 (22 Απριλίου 2012)

Σκηνοθεσία (Director): Pierre-Martin Juban

(HD 1080p)



































































































Δείτε επίσης – Watch also

Sergei Prokofiev: Violin Concerto No.1 in D major – Leonidas Kavakos, Mariinsky Theatre Orchestra, Valery Gergiev (HD 1080p)

Sergei Prokofiev: Piano Concerto No.3 in C major – Denis Matsuev, Mariinsky Theatre Orchestra, Valery Gergiev (HD 1080p)

Ottorino Respighi: Violin Sonata in B minor – Leonidas Kavakos, Yuja Wang

Gustav Mahler: Symphony No.2 in C minor, "Resurrection" – Münchner Philharmoniker, Valery Gergiev

Friday, February 26, 2016

Sergei Prokofiev: Violin Concerto No.1 in D major – Leonidas Kavakos, Mariinsky Theatre Orchestra, Valery Gergiev (HD 1080p)

Το 1917 ο Σεργκέι Προκόφιεφ ήταν 26 ετών και είχε ήδη αποκτήσει τη φήμη του τρομερού παιδιού της ρωσικής μουσικής. Συγχρόνως, αρχίζοντας μία νέα δημιουργική φάση, όπου «κατευνάζοντας την ένταση» (σύμφωνα με δικά του λόγια), και επιστρατεύοντας πλέον όχι τόσο μία «σκληρή» φουτουριστική γραφή αλλά πρωτίστως το ανεξάντλητο μελωδικό του ταλέντο και μία κάπως νεοκλασική οικονομία στα εκφραστικά του μέσα, ο Προκόφιεφ συνέθεσε μία σειρά από σημαντικά έργα, όπως είναι η «Κλασική» Συμφωνία, η Τέταρτη Σονάτα για πιάνο και ασφαλώς το Πρώτο Κοντσέρτο για βιολί, για τη σύνθεση του οποίου εφάρμοσε τις πολύτιμες συμβουλές του Πολωνού βιολονίστα Πάβελ Κοτσάνσκι που επρόκειτο να είναι σολίστ στην πρεμιέρα του έργου, η οποία, όμως, ακυρώθηκε εξαιτίας της Οκτωβριανής Επανάστασης. Τελικά, το Κοντσέρτο παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στις 18 Οκτωβρίου 1923 στο Παρίσι, από την Ορχήστρα της Όπερας της πόλης, με σολίστ τον Μαρσέλ Νταριέ, εκπλήσσοντας κριτικούς και κοινό. Στην ίδια συναυλία έκανε το ντεμπούτο του ως μαέστρος ο Ιγκόρ Στραβίνσκι, διευθύνοντας το δικό του Οκτέτο για πνευστά.

Το Κοντσέρτο για βιολί και ορχήστρα αρ. 1 σε Ρε μείζονα, έργο 19 του Σεργκέι Προκόφιεφ, ερμηνεύει ο διεθνούς φήμης Έλληνας βιολονίστας Λεωνίδας Καβάκος. Την Ορχήστρα του Θεάτρου Μαρίινσκι διευθύνει ο σπουδαίος Ρώσος αρχιμουσικός Βαλέρι Γκεργκίεφ.















Prokofiev began composing his First Violin Concerto in 1915. He was very fond of the opening theme, but was busy working on his opera "The Gambler". He regretted not having more time to work on the Concerto's "pensive opening". When he got back to it, he intended to compose a "concertino" for violin and orchestra, but the piece grew into a three-movement concerto. As musicologist and Prokofiev scholar Israel Nestyev has noted, Prokofiev consulted Polish violinist Paul Kochanski while writing the violin part. Kochanski advised him on bow markings and other technical details, and was supposed to have been the soloist at the premiere, planned for November of 1917. The piano score of the work was completed in the summer of 1917, but because of the revolution in Russia, the Concerto did not receive its first performance until 1923, in Paris.

Instead of the usual fast-slow-fast concerto structure, Prokofiev's outer movements are slow, while the middle movement is a fast scherzo. The order of the Concerto's movements is not the only unusual aspect of this violin concerto: the role of the solo violin is also atypical. While the violin dominates the piece, it is not set dramatically against the orchestra; instead, as Russian music critic I. Yampolsky wrote, the violin is "the first among equals", dominant but integrated into the orchestral texture.

Source: Alexander Carpenter (allmusic.com)



Sergei Prokofiev (1891-1953)

♪ Violin Concerto No.1 in D major, Op.19 (1916-1917)

i. Andantino
ii. Scherzo. Vivacissimo
iii. Moderato. Allegro moderato

Leonidas Kavakos, violin

Mariinsky Theatre Orchestra
Conductor: Valery Gergiev

Easter Festival, Great Hall of the Moscow Conservatory, April 22, 2012

Director: Pierre-Martin Juban

(HD 1080p)










































































Δείτε επίσης – Watch also

Sergei Prokofiev: Violin Concerto No.2 in G minor – Leonidas Kavakos, Mariinsky Theatre Orchestra, Valery Gergiev (HD 1080p)

Sergei Prokofiev: Piano Concerto No.3 in C major – Denis Matsuev, Mariinsky Theatre Orchestra, Valery Gergiev (HD 1080p)

Ottorino Respighi: Violin Sonata in B minor – Leonidas Kavakos, Yuja Wang

Gustav Mahler: Symphony No.2 in C minor, "Resurrection" – Münchner Philharmoniker, Valery Gergiev

Wednesday, February 24, 2016

Alexandre Tharaud plays Wolfgang Amadeus Mozart and Joseph Haydn – Joyce DiDonato, Les Violons du Roy, Bernard Labadie (Audio video)

Ο γνωστός για τη δεξιοτεχνία του και πάντα απρόβλεπτος στις μουσικές επιλογές του, Γάλλος πιανίστας Αλεξάντρ Ταρό ερμηνεύει τρία έργα του Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ (το Κοντσέρτο για πιάνο αρ. 9 σε Μι ύφεση μείζονα, K.271, το επιλεγόμενο "Jeunehomme", το Ροντό για πιάνο και ορχήστρα σε Λα μείζονα, K.386, και την άρια συναυλίας "Ch'io mi scordi di te?", K.505), και το Κοντσέρτο για πιάνο σε Ρε μείζονα, Hob.XVIII:11, του Γιόζεφ Χάυντν. Την καναδική ορχήστρα δωματίου Les Violons du Roy διευθύνει ο ιδρυτής της Ορχήστρας και ειδικός στις ερμηνείες έργων του 17ου και 18ου αιώνα, αναγνωρισμένος Καναδός μαέστρος Bernard Labadie. Για την απόδοση της άριας "Ch'io mi scordi di te?" συμπράττει η διάσημη Αμερικανίδα μεσόφωνος Joyce DiDonato. Η ηχογράφηση έγινε στη διάρκεια του διεθνούς φεστιβάλ Domaine Forget, στην επαρχία Κεμπέκ του Καναδά, τον Αύγουστο του 2013.

Το Κοντσέρτο για πιάνο αρ. 9 σε Μι ύφεση μείζονα, K.271, γράφτηκε στο Σάλτσμπουργκ το 1777, όταν ο Μότσαρτ ήταν 21 ετών. Το Ροντό για πιάνο και ορχήστρα σε Λα μείζονα, K.386, γράφτηκε στα τέλη του 1782, την ίδια περίοδο που ο Μότσαρτ έγραψε τα τρία πρώτα Κοντσέρτα για πιάνο, από τα επιλεγόμενα «Κοντσέρτα της Βιένης», αρ. 11, 12 και 13. Η άρια συναυλίας "Ch'io mi scordi di te?", K.505, για σοπράνο, πιάνο και ορχήστρα, γράφτηκε από τον Μότσαρτ τον Δεκέμβριο του 1786 στη Βιένη και θεωρείται ως μία από τις σημαντικότερες συνθέσεις του είδους. Ο Γιόζεφ Χάυντν έγραψε το Κοντσέρτο για πιάνο αρ. 11 σε Ρε μείζονα, το διάστημα μεταξύ 1779 και 1783 και δημοσιεύτηκε το 1784. Πρόκειται για το έργο του Χάυντν το οποίο παρουσιάζει τις περισσότερες ομοιότητες με τα κοντσέρτα για πιάνο του Μότσαρτ.




Alexandre Tharaud returns with an album of music by Haydn and Mozart composed between 1777 and 1786, including the latter's masterpiece the Piano Concerto No.9 "Jeunehomme" widely regarded as one of his greatest contributions to the genre. The piano works are elegantly woven together: while Tharaud performs Mozart’s cadenzas in the Piano Concerto No.9, the pianist has written his own for the Rondo in A – employing themes from "Jeunehomme" – as well as for the Haydn concerto in which he uses motifs from Mozart's famous Rondo "Alla Turca" to give a truly Eastern European flavour to the work that seizes on the spirit of its final-movement Rondo all'Ungherese. The album sees Tharaud reunite with old friends: the award-winning French-Canadian chamber orchestra Les Violons du Roy under the baton of their music director Bernard Labadie, and the outstanding mezzo-soprano Joyce DiDonato in Mozart's concert aria "Ch'io mi scordi di te?".

Source: warnerclassics.com



French pianist Alexandre Tharaud is known for programs that hold together only marginally, and so it is here: Mozart's French piano student who went by the name of Mademoiselle Jeunehomme (or Jenamy or Jénomé) is associated with only one of these works, and possibly not even with that one: she is said to have given the premiere of the sprawling Piano Concerto No.9 in E flat major, K.271, but the work has all the hallmarks of music Mozart wrote for himself. What you have here is a rather random collection of classical piano-and-orchestra music, with a neglected aria thrown in for good measure. This said, Tharaud stands out from the crowd of other pianists who have played this concerto. It's not so much the rest of the program: the rather plain Piano Concerto in D major, Hob.XVIII:11, of Haydn, or the two smaller obscure Mozart works. It's that the E flat concerto is really different. He performs with a well-established historical-instruments group, Les Violons du Roy under Bernard Labadie, but his approach on the piano is reminiscent of the old days with the major symphony orchestras: his sound is big, his phrasing expansive, his use of the pedal liberal. What makes this news is that he manages both to hold the music together and to make it fresh; Mozart recordings of this kind have a strong family resemblance, but Tharaud, as so often, is both spontaneous and logical. A novel and successful Mozart release, with strong sound from Quebec's Domaine Forget concert hall.

Source: James Manheim (allmusic.com)



Alexandre Tharaud plays Wolfgang Amadeus Mozart and Joseph Haydn

Wolfgang Amadeus Mozart (1756-1791)

♪ Piano Concerto No.9 in E flat major "Jeunehomme", K.271 (1777)

i. Allegro
ii. Andantino
iii. Rondo. Presto

♪ Rondo for Piano and Orchestra in A major, K.386 (1782)

♪ Concert aria "Ch'io mi scordi di te?", K.505 (1786) *

Joseph Haydn (1732-1809)

♪ Piano Concerto in D major, Hob.XVIII:11 (1779-1783)

i. Vivace
ii. Un poco Adagio
iii. Rondo all'Ungarese. Allegro assai

Joyce DiDonato, mezzo-soprano *

Alexandre Tharaud, piano

Les Violons du Roy
Μουσική διεύθυνση (Conductor): Bernard Labadie

Domaine Forget, Quebec, 11-15/08/2013

Erato / Warner Classics 2014

(HD 1080p – Audio video)


Though he is well known for his interpretations of French keyboard music, Alexandre Tharaud has also achieved critical acclaim for his J.S. Bach and Chopin. Moreover, he has championed much contemporary music, particularly works by Mauricio Kagel and Thierry Pécou. Tharaud has even managed to mix both Baroque with modern fare in his concerts, fashioning programs built around Rameau (billed as Hommage à Rameau) and Couperin (Hommage à Couperin), wherein the pianist interleaves works by the respective Baroque master with those of modern composers like Renaud Gagneux, Gerard Pesson, Francois-Bernard Mâche, and others. Tharaud is involved in other imaginative programming activity, like an all-Satie concert he has regularly given that employs a singer and narrator for certain numbers. Tharaud has often appeared with many of the leading orchestras in Europe and collaborated in chamber works with flutist Philippe Bernold, violinist Pierre Amoyal, cellist Jean-Guihen Queyras, and others. For a pianist who began recording only from about 1995, Tharaud has amassed quite a sizable discography, with 30 or more titles available from various labels, including Harmonia Mundi, Naxos, Virgin Classics, and Naïve.

Alexandre Tharaud was born in Paris on December 9, 1968. His father was a singer and director of operas. At five Alexandre began piano lessons and at 14 enrolled at the Paris Conservatory. Among his teachers there were Germaine Mounier and Théodor Paraskivesco. Tharaud had later studies with Leon Fleisher, Nikita Magaloff, and Claude Helffer. In 1987 Tharaud won the Barcelona-based Maria Callas Competition and two years later finished second at the prestigious ARD Competition in Munich. He quickly drew notice on his concert tours throughout France and Europe. Naxos issued his first recording in 1995, a disc of piano works by Milhaud.

Journal Intime In 2000-2001 Tharaud recorded five volumes of the complete chamber works of Poulenc for the Naxos label. Tharaud received the Grand Prix de l'Académie Charles-Cros in 2003 for his two-disc set on Harmonia Mundi of the complete solo piano works of Ravel. In October 2006, Tharaud received lavish praise when he gave the world-premiere performance of Thierry Pécou's Piano Concerto (l'Oiseau Innumérable) at the Theatre des Champs-Elysees. Tharaud's versatility in chamber music was underscored in 2008-2009 by his acclaimed performances on tour throughout the U.S., South Korea, and Japan with Queyras. Tharaud's later recordings include the 2010 Virgin Classics recording of Chopin works entitled Mon Journal Intime.

Source: Robert Cummings (allmusic.com)
















Δείτε επίσης – See also

Alexandre Tharaud plays Erik Satie – Part II: Duos (Audio video)

Alexandre Tharaud plays Erik Satie – Part I: Solo (Audio video)

Alexandre Tharaud – Part I | All the posts

Monday, February 22, 2016

Sergei Prokofiev: Piano Concerto No.3 in C major – Denis Matsuev, Mariinsky Theatre Orchestra, Valery Gergiev (HD 1080p)

Το Τρίτο Κοντσέρτο για πιάνο και ορχήστρα, του Σεργκέι Προκόφιεφ, γράφτηκε το καλοκαίρι του 1921, στη Βρετάνη. Οι απόκρημνες, παραθαλάσσιες περιοχές της βορειοδυτικής Γαλλίας, αποτελούσαν πόλο έλξης για πολλούς σημαντικούς καλλιτέχνες της εποχής, οι οποίοι εμπνέονταν από την άγρια ομορφιά του τοπίου. Το ίδιο συνέβη και με τον Προκόφιεφ που πέρασε το μεγαλύτερο μέρος εκείνου του καλοκαιριού συνθέτοντας και, στον ελεύθερο χρόνο του, κάνοντας παρέα με όσους Ρώσους καλλιτέχνες είχαν μεταναστεύσει εκεί. Ανάμεσά τους ήταν και ο μεγάλος συμβολιστής ποιητής Κονσταντίν Μπαλμόντ, στον οποίο αφιέρωσε ο Προκόφιεφ το Κοντσέρτο του. Η θριαμβευτική πρεμιέρα του έργου δόθηκε στις 16 Δεκεμβρίου 1921, στο Σικάγο, από τη Συμφωνική της πόλης, υπό τη διεύθυνση του Φρέντερικ Στοκ, με σολίστ τον ίδιο τον συνθέτη.

Το Κοντσέρτο για πιάνο αρ. 3 σε Ντο μείζονα, έργο 26 του Σεργκέι Προκόφιεφ, ερμηνεύει ο Ρώσος πιανίστας Ντένις Ματσούεφ. Την Ορχήστρα του Θεάτρου Μαρίινσκι διευθύνει ο διεθνούς φήμης Ρώσος αρχιμουσικός Βαλέρι Γκεργκίεφ.



Sergei Prokofiev began work on the Piano Concerto No. 3 in C major, Op. 26, as early as 1913 when he wrote a theme with variations which he then set aside. Although he revisited the sketches in 1916-1917, he did not fully devote himself to the project until 1921 when he was spending the summer in Brittany.

Prokofiev himself played the solo part at the premiere on 16 December 1921 in Chicago with the Chicago Symphony Orchestra conducted by Frederick Stock. The work did not gain immediate popularity and had to wait until 1922 to be confirmed in the 20th century canon, after Serge Koussevitzky conducted a lavishly praised performance in Paris. The first Soviet performance was on 22 March 1925, by Samuil Feinberg, with the Orchestra of the Theatre of the Revolution under Konstantin Saradzhev.















Ο Ντένις Ματσούεφ (γεννημένος στις 11 Ιουνίου 1975, στη ρωσική πόλη Ιρκούτσκ) συγκαταλέγεται ανάμεσα στους πιο περιζήτητους πιανίστες της γενιάς του. Βρέθηκε γρήγορα ανάμεσα στα αστέρια του διεθνούς στερεώματος μετά τη σπουδαία νίκη του στον 11o Διεθνή Διαγωνισμό Τσαϊκόφσκι στη Μόσχα το 1998. Βραβευμένος με το σημαντικό Βραβείο Σοστακόβιτς και με το Κρατικό Βραβείο της Ρωσικής Ομοσπονδίας στον τομέα Λογοτεχνία και Τέχνες, έχει συμπράξει με τις διασημότερες ορχήστρες και έχει δώσει εκατοντάδες ρεσιτάλ στους πιο σημαντικούς συναυλιακούς χώρους σε όλο τον κόσμο.



Denis Matsuev was born in Irkutsk, Russia, on June 11, 1975. He is one of those electrifying pianists often associated with finger-busting repertory. But his keyboard persona is rather perfectly balanced: its thunder and hair-raising brilliance coexist nicely with delicacy and nuance to yield an interpretive depth of a rare kind. In short, he is an artist who can bowl his audiences over with pyrotechnics one moment, then mesmerize them with poetic rapture the next. His repertory as a soloist is rich in the concertos of Tchaikovsky, Rachmaninov, and Prokofiev, and his recitals feature works by that trio as well, but also Schumann, Chopin, Scriabin, and a spate of other notables. Matsuev has appeared with the major orchestras of New York, Chicago, Pittsburgh, London, Paris, Berlin, Moscow, and St. Petersburg, and with such conductors as Gergiev, Maazel, Mehta, Masur, Temirkanov, Slatkin, and Jansons.



Sergei Prokofiev (1891-1953)

♪ Piano Concerto No.3 in C major, Op.26 (1921)

i. Andante – Allegro
ii. Tema con variazioni
iii. Allegro, ma non troppo

Denis Matsuev, piano

Mariinsky Theatre Orchestra
Μουσική διεύθυνση (Conductor): Valery Gergiev

Easter Festival, Great Hall of the Moscow Conservatory, April 22, 2012 (22 Απριλίου 2012)

Σκηνοθεσία (Director): Pierre-Martin Juban

(HD 1080p)










































































Δείτε επίσης – Watch also

Sergei Prokofiev: Violin Concerto No.2 in G minor – Leonidas Kavakos, Mariinsky Theatre Orchestra, Valery Gergiev (HD 1080p)

Sergei Prokofiev: Violin Concerto No.1 in D major – Leonidas Kavakos, Mariinsky Theatre Orchestra, Valery Gergiev (HD 1080p)

Sergei Prokofiev: Piano Concerto No.3 in C major – Yuja Wang, Claudio Abbado

Sergei Rachmaninov: Piano Concertos No.2 & No.3, Vocalise – Denis Matsuev, Leonard Slatkin

Sergei Rachmaninov: Rhapsody on a Theme of Paganini, Symphony No.2 in E minor – Denis Matsuev, Leonard Slatkin (Full HD 1080p)

Gustav Mahler: Symphony No.2 in C minor, "Resurrection" – Münchner Philharmoniker, Valery Gergiev

Sunday, February 21, 2016

Francis Poulenc: Pièces pour piano – Alexandre Tharaud (Audio video)

Ο σπουδαίος και πάντα απρόβλεπτος στις μουσικές επιλογές του, Γάλλος πιανίστας Αλεξάντρ Ταρό ερμηνεύει κομμάτια για πιάνο ενός από τους δημοφιλέστερους συνθέτες του 20ού αιώνα, του Φρανσίς Πουλένκ.



The great and always unpredictable in his musical selections, French pianist Alexandre Tharaud plays pieces for piano one of the most popular composers of the 20th century, Francis Poulenc.



Alexandre Tharaud plays Francis Poulenc

Francis Poulenc (1899-1963)

1. Presto en Si bémol majeur / in B flat major (1934), FP 70

2. Mélancolie (1940), FP 105

3. Suite française, d'apres Claude Gervaise (1935), FP 80
i.Bransle de Bourgogne
ii. Pavane
iii. Petite marche militaire
iv. Complainte
v. Bransle de Champagne
vi. Sicilienne
vii. Carillon

4. Nocturnes (1929-1938), FP 56
No.1 en Ut majeur / in C major
No.2 en La majeur / in A major ("Bal de jeunes filles")
No.3 en Fa majeur / in F major ("Les Cloches de Malines")
No.4 en Ut mineur / in C minor
No.5 en Ré mineur / in D minor ("Phalenes")
No.6 en Sol majeur / in G major
No.7 en Mi bémol / in E flat major
No.8 en Sol majeur / in G major

5. Mouvements perpétuels (1919), FP 14
No.1 Assez modéré
No.2 Très modéré
No.3 Alerte

6. Villageoises (1933), FP 65
No.1 Valse tyrolienne
No.2 Staccato
No.3 Rustique
No.4 Polka
No.5 Petite ronde
No.6 Coda

7. Intermezzo No.2 en Ré bémol majeur / in D flat major (1934), FP 71/2

8. Trois pièces (1918, 1928), FP 48
i. Pastorale
ii. Hymne
iii. Toccata

Alexandre Tharaud, piano

Arion 1996

(HD 1080p – Audio video)

Alexandre Tharaud














Από τις πιο προσωπικές συνθετικές φωνές της εποχής του, ο Φρανσίς Πουλένκ έμεινε ουσιαστικά ανεπηρέαστος από τις ποικίλες εκφάνσεις του μουσικού μοντερνισμού στο πρώτο μισό του 20ού αιώνα, κρατώντας συγχρόνως αποστάσεις από τη ρομαντική γλώσσα του 19ου αιώνα.

Ο Φρανσίς Πουλένκ γεννήθηκε στις 7 Ιανουαρίου του 1899 στο Παρίσι, όπου ο πατέρας του Emil ήταν διευθυντής της γνωστής φαρμακευτικής εταιρείας Rhône-Poulenc. Η μητέρα του Jenny Royer, ερασιτέχνις πιανίστα, του έδωσε τα πρώτα μαθήματα μουσικής και το ταλέντο του για τη σύνθεση δεν άργησε να φανεί. Κατ' απαίτηση του πατέρα του δεν σπούδασε μουσική, αλλά έλαβε μια γενική εκπαίδευση. Ωστόσο, το 1914 γνωρίζει τον Ricardo Viñes, Καταλανό καθηγητή, ο οποίος τον μυεί στη μουσική της εποχής του. Με την καθοδήγησή του εκτίθεται στη μουσική του Ντεμπυσσύ, του Στραβίνσκι και του Ερίκ Σατί· παράλληλα του γνωρίζει τον Ζαν Κοκτώ, την Μαρσέλ Μεγιέ, τον Ερίκ Σατί, αλλά και τον Νταριούς Μιγιώ.

Το 1915 πεθαίνει η μητέρα του και δύο χρόνια αργότερα ο πατέρας του. Αναγκάζεται να μετακομίσει στο σπίτι της αδερφής του, ενώ χάρη στον παιδικό του φίλο Raymonde Linossier ανακαλύπτει τους λογοτεχνικούς και καλλιτεχνικούς κύκλους του Παρισιού. Γνωρίζεται με τον Λουί Αραγκόν, τον Αντρέ Μπρετόν, τον Πωλ Ελυάρ και τον Γκιγιώμ Απολλιναίρ, από τους οποίους επηρεάζεται βαθιά και το 1917 γράφει το πρώτο του έργο, τη «Μαύρη Ραψωδία», για βαρύτονο και οργανικό σύνολο.

Francis Poulenc, New York 1960
Με τη λήξη του πολέμου γνωρίζεται με τον Μανουέλ ντε Φάλια και με τη βοήθεια του Στραβίνσκι εκδίδει τα πρώτα του έργα. Γράφει κύκλους τραγουδιών σε ποίηση του Απολλιναίρ και του Κοκτώ, οι οποίοι παρουσιάζονται με επιτυχία σε αίθουσες του Παρισιού. Το 1920 σχηματίζεται η Ομάδα των Έξι, στην οποία γίνεται μέλος· την ομάδα απαρτίζουν και οι Λουί Ντυρέ, Ζωρζ Ωρίκ, Αρτούρ Χόνεγκερ, Νταριούς Μιγιώ, και η Ζερμέν Ταϊγεφέρ, που θεωρούνται ότι πρεσβεύουν ένα είδος αντίδρασης απέναντι στη μουσική του Ρίχαρντ Βάγκνερ και τον Ιμπρεσιονισμό. Τον επόμενο χρόνο γνωρίζεται με τον Σερζ Ντιαγκίλεβ, διευθυντή των περίφημων Ρωσικών Μπαλέτων. Το πιο σημαντικό γεγονός ωστόσο είναι η έναρξη σπουδών πιάνου με τον Σαρλ Κέχλιν· τα μαθήματα θα κρατήσουν τέσσερα χρόνια και ο Πουλένκ θα μάθει αντίστιξη και αρμονία, κάτι που θα του χρησιμεύσει αργότερα, όταν ασχοληθεί με τη σύνθεση χορωδιακών έργων. Από την ίδια περίοδο προέρχονται το μπαλέτο "Les Biches", η Σονάτα για κλαρινέτο και φαγκότο και η Σονάτα για κόρνο, τρομπέτα και τρομπόνι. Συναντά επίσης τους δωδεκαφθογγιστές Άλμπαν Μπεργκ, Άντον Βέμπερν και Άρνολντ Σένμπεργκ, ενώ η διάσημη τσεμπαλίστα Βάντα Λάντοβσκα του παραγγέλνει ένα κοντσέρτο για τσέμπαλο.

Ήδη μέχρι το 1927 έχει χάσει αρκετούς ανθρώπους από το κοντινό του περιβάλλον· ο χαμός τους αποδεικνύεται μεγάλο πλήγμα για τον ίδιο και συχνά πέφτει σε κατάθλιψη. Αποφασίζει να μετακομίσει σ' ένα εξοχικό σπίτι, κοντά στο Νουαζαί, όπου μπορεί να συνθέτει ανενόχλητος. Λίγα χρόνια αργότερα χάνει την επιστήθια φίλη του Raymonde Linossier, άλλο ένα πλήγμα που τον βυθίζει στο ψυχικό σκοτάδι. Η σχέση του μαζί της είναι ακαθόριστη, καθώς ο Πουλένκ διατηρεί σχέσεις και με τα δύο φύλα· ο μεγάλος του έρωτας είναι ο ζωγράφος Richard Chanlaire, στον οποίο και αφιερώνει το «Αγροτικό Κοντσέρτο» (Concert champêtre). Ο Πουλένκ σε όλη τη διάρκεια της ζωής του βιώνει μια εσωτερική πάλη, προσπαθώντας να συμβιβάσει την έλξη του για το ίδιο φύλο και τις επιταγές της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, της οποίας είναι πιστός από μικρή ηλικία.

Η αντιδιαστολή ανάμεσα στα δύο είναι κάτι που διαφαίνεται στην εξέλιξη του έργου του, καθώς σταδιακά η μουσική του προσλαμβάνει ένα πιο αυστηρό και θλιμμένο ύφος. Το 1936 σκοτώνεται σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα ο φίλος και συνάδελφος Pierre-Octave Ferroud, γεγονός που τον συντρίβει· το σοκ είναι τόσο μεγάλο που αλλάζει όλο του το είναι και λειτουργεί ως ένα είδος θρησκευτικής αποκάλυψης. Επισκέπτεται το μνήμα της Μαύρης Παρθένου στη Ροκαμαδούρ και έκτοτε αφιερώνεται αποκλειστικά σχεδόν στη σύνθεση θρησκευτικής μουσικής. Μέχρι το 1947, οπότε και επιστρέφει στο Παρίσι, γράφει συστηματικά χορωδιακά κομμάτια, αλλά και άλλα έργα που παρουσιάζονται στο Παρίσι και το Λονδίνο. Ορισμένα μάλιστα διευθύνονται από τη μουσικοπαιδαγωγό Νάντια Μπουλανζέ, ενώ το Κοντσέρτο για δύο πιάνα εκτελείται από τον ίδιο και τον πιανίστα Pierre Bernac. Αρχίζει επίσης περιοδείες στην Αμερική, όπου παίζει και διευθύνει έργα του. Η περιοδεία συνεχίζεται το 1954 στην Αίγυπτο και την υπόλοιπη Ευρώπη, ενώ τον επόμενο χρόνο δέχεται άλλο ένα πλήγμα. Πεθαίνουν οι Αντριέν Μονιέ, Λυσιέν Ρουμπέρ και ο συνθέτης Αρτούρ Χόνεγκερ και μέσα σ' ένα κλίμα βαθιάς θλίψης ολοκληρώνει την όπερα «Διάλογοι των Καρμελιτών».

Στις 30 Ιανουαρίου του 1963 πεθαίνει από καρδιακή ανακοπή στο σπίτι του στο Παρίσι. Σύμφωνα με τη θέλησή του, η κηδεία είναι απλή, με μουσική υπόκρουση Μπαχ και ενταφιάζεται στο κοιμητήριο Περ Λασαίζ, στον οικογενειακό του τάφο.

Πηγή: Benjamin Ivry, Francis Poulenc, London, Phaidon Press Limited, 1996


Francis Poulenc
Francis Poulenc (07/01/1899 - 30/01/1963). One of France's leading modern composers, Poulenc was noted for the generous lyricism of his music and his gifts for expressing both profundity and lighthearted wit.

Francis Poulenc was the leading composer of Les Six, the French group devoted to turning music away from Impressionism, formality, and intellectualism. He wrote in a direct and tuneful manner, often juxtaposing the witty and ironic with the sentimental or melancholy. He heavily favored diatonic and modal textures over chromatic writing. His music also shows many elements of pandiatonicism, introduced around 1920 by Stravinsky, whose influence can be heard in some of Poulenc's compositions, such as the religious choral work, "Gloria". Poulenc is regarded as one of the most important twentieth century composers of religious music, and in the realm of the French art song he is also a major voice of his time. Poulenc was also a pianist of considerable ability.

Poulenc was born into a wealthy family of pharmaceutical magnates. The agrochemical giant Rhône-Poulenc is the present-day corporation started by his forebears. His mother was a talented amateur pianist who began giving him piano lessons at age five. Later Poulenc studied with a niece of César Franck, and then with the eminent Spanish virtuoso Ricardo Viñes, for whom he would later write music.

At age eighteen, Poulenc wrote "Rapsodie Nègre" for baritone and chamber ensemble, which made him an overnight sensation in France. The young composer served in the military during the years 1918-1921, during which time he composed the popular "Trois Mouvements Perpétuels" (1918).

By 1920, Les Six – Georges Auric, Arthur Honegger, Darius Milhaud, Germaine Tailleferre (the sextet's lone female representative), Louis Durey, and Francis Poulenc – had begun making its impression on the music world. In 1923, Poulenc wrote the ballet "Les Biches", which Diaghilev staged the following year with great success, the public finding its mixture of lightness, gaiety, and occasional moments of sentimentality irresistible. Poulenc continued writing at a fairly prolific pace in the late 1920s and early 1930s, producing many piano compositions, songs and other works. In 1935, he rekindled his friendship with baritone Pierre Bernac, thus launching a productive and enduring professional relationship. He also returned to the Roman Catholic Church that year when close friend Pierre-Octave Ferroud was killed in an automobile accident. Thereafter he wrote many important works of a religious nature, the first of which were "Litanies à la Vierge Noire", for soloists, chorus and organ, and "Mass in G" for mixed a cappella chorus, both from 1936.

During the war, Poulenc remained in German-occupied France, writing music of an antiwar or defiantly anti-Nazi bent, sometimes writing songs on texts by banned authors, such as Lorca. He also wrote a ballet "Les Animaux Modèles" (1940-1941), Sonata for violin and piano (1942-1943; rev. 1949) dedicated to Lorca, and the masterful "Figure Humaine" (1943), a choral cantata which is a hymn to freedom.

In the postwar years, Poulenc turned out his "Sinfonietta" (1947) and "Piano Concerto" (1949), both not entirely successful. In the period 1953-1956, Poulenc produced his most ambitious work, the opera "Dialogue of The Carmelites", considered by many the greatest French opera of the twentieth century.

Poulenc finished his last opera in 1958, "La Voix Humaine", a work whose lone character talks (sings) on the phone to her deserting lover for the work's 45-minute length. Notable also in this period is his "Gloria" (1959), a work shorn of sanctimony and rich in communicative simplicity and fervent religiosity. Poulenc's last major work was his "Sonata for Oboe and Piano" in 1962, dedicated to the memory of Prokofiev, whom he had befriended in the 1920s. Poulenc died suddenly of a heart attack.

Source: Robert Cummings (allmusic.com)




















Δείτε επίσης – See also

Alexandre Tharaud plays Erik Satie – Part II: Duos (Audio video)

Alexandre Tharaud plays Erik Satie – Part I: Solo (Audio video)

Alexandre Tharaud – Part I | All the posts

Friday, February 19, 2016

Alexandre Tharaud plays Domenico Scarlatti (Audio video)

Ο δεξιοτέχνης Γάλλος πιανίστας Αλεξάντρ Ταρό ερμηνεύει δεκαοκτώ από τις πιο απαιτητικές σονάτες που έγραψε για πληκτροφόρα όργανα ο σπουδαίος Ιταλός συνθέτης της εποχής μπαρόκ, Ντομένικο Σκαρλάτι. Το CD, το οποίο έχει αποσπάσει εξαιρετικές κριτικές από τον διεθνή μουσικό Τύπο, ηχογραφήθηκε μεταξύ 30 Αυγούστου και 3 Οκτωβρίου 2010, στο Θέατρο L'Heure Bleure της ελβετικής πόλης La Chaux-de-Fonds στην οποία έχει απονεμηθεί ο τίτλος του Μνημείου Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO.

Ο Αλεξάντρ Ταρό έχει αφιερώσει την εγγραφή αυτή στη μνήμη της κορυφαίας Ρουμάνας πιανίστριας Κλάρας Χάσκιλ (1895-1960).



Οι 555 σονάτες για πληκτροφόρα όργανα του Ντομένικο Σκαρλάτι δεν είναι απλώς ασκήσεις ερμηνείας (essercizi), όπως ο ίδιος τις είχε κατονομάσει και όπως άλλωστε ήταν παλιότερα πιστευτό. Αποτελούν μιαν ευφάνταστη σειρά σύντομων συνθέσεων, οι οποίες εισάγουν νέες τεχνικές ερμηνείας και προαναγγέλλουν τη μεγαλειώδη φόρμα της τριμερούς σονάτας.

Ένα σπάνιο οπλοστάσιο αρμονικού και ρυθμικού πλούτου αποκαλύπτεται από το άκουσμα των συνθεμάτων αυτών του Ντομένικο Σκαρλάτι. Δεν ήταν μόνο δεξιοτέχνης των χεριών, ήταν και δεξιοτέχνης της φαντασίας. Αναμειγνύει με εξαιρετική λεπτότητα και ισορροπία την πολυφωνία με τη μονωδία. Η γραφή του συναντιέται συνεχώς με τη χάρη, το πνεύμα και την κομψότητα της εποχής του Μπαρόκ. Δεν μιμείται κανέναν. Τουναντίον, όντας καινοτόμος, δημιουργεί τις προϋποθέσεις για να τον μιμηθούν.

Οι Σονάτες, αιχμή του πολυσήμαντου έργου του Ντομένικο Σκαρλάτι, αποτέλεσαν αντικείμενο επισταμένης έρευνας και καταλογογράφησης. Πρώτος ο Ιταλός πιανίστας και συνθέτης Αλεσάντρο Λόνγκο καταπιάστηκε με την αρχειοθέτηση και την οργάνωση των έργων αυτών. Η κατ' αυτόν αρίθμησή τους ορίζεται με το πρόθεμα L. Νεότερη είναι η αντίστοιχη εργασία του Αμερικανού τσεμπαλίστα Ραλφ Κέρκπατρικ. Ο κατάλογος που αυτός συνέταξε – όπου οι σονάτες ορίζονται με το Κ – θεωρείται οριστικός.

Πηγή: Γιώργος Β. Μονεμβασίτης



"I love the extravagance, the sunny glow, the light touch of Scarlatti", says French pianist Alexandre Tharaud, whose second Virgin Classics release is a collection of the composer's captivating and adventurous keyboard sonatas. His first release, the Chopin recital Journal intime was described by The Guardian as "altogether breathtakingly beautiful".

"Listening to Mr. Tharaud's crisply articulated and vividly etched playing, a listener might guess that he is a Baroque specialist who, for some reason, prefers the modern piano to the harpsichord. But... Baroque music is only one of his interests", wrote the New York Times in 2005.

In typically imaginative fashion, Tharaud combined early Romanticism with the Baroque over the 2009-2010 season when he toured a recital programme of works by Chopin – the subject of Virgin Classics release, Journal intime – and selections from Domenico Scarlatti's canon of 555 keyboard sonatas.

"I love the extravagance, the sunny glow, the light touch of Scarlatti, who shares with Chopin a precise sense for ornamentation, a culture of beauty in sound and an intimate rapport with the audience", he says.

Tharaud's previous exploration of the Baroque repertoire has focused on composers such as Couperin and Rameau, whose music is rarely heard on the modern piano. The tradition of Scarlatti on the piano is much more firmly established – Vladimir Horowitz, for instance, would often include his music in recitals – but Tharaud draws inspiration from developments in historically informed performance over the past 30 years. As he told the French magazine Télérama: "I am not sure that authenticity is conferred by a specific instrument, but rather in the way new life is imbued into this music... Baroque musicians have taught us to approach tempi and ornamentation with a sense of freedom, even audacity".

Scarlatti, born in Naples, spent more than 30 years of his life serving the royal families of Portugal and Spain and died in Madrid. His sonatas are concise, captivating one-movement works in binary form, often adventurous in their use of harmony and modulation, and frequently inhabited by the exotic spirit of Iberian folk music.

"Whether on a broad canvas or on a miniature one, Tharaud's feel for tonal colouring and his eloquence of expression are a perfect match for this inspiring, kaleidoscopic music." That praise from the Daily Telegraph could almost apply to works by Scarlatti, but in fact came from a review of Tharaud's Chopin album, Journal intime. More specific in its frame of reference was The Guardian's comment on the Chopin disc: "Alexandre Tharaud explores a huge emotional range in his Journal intime, including the most thrilling and propulsive first ballade since Michelangeli's version, with a deeply intense C sharp minor nocturne at the heart. Tharaud lifts the music across the bar-lines with deft rubato, his sound clear, shining and sensuous; altogether breathtakingly beautiful".

Source: prestoclassical.co.uk



Alexandre Tharaud plays Domenico Scarlatti

Domenico Scarlatti (1685-1757)

1. Sonata K 239 in F minor, Allegro
2. Sonata K 208 in A major, Adagio è cantabile
3. Sonata K 72 in C major, Allegro
4. Sonata K 8 in G minor, Allegro
5. Sonata K 29 in D major, Presto
6. Sonata K 132 in C major, Cantabile
7. Sonata K 430 in D major, Non presto mà a tempo di ballo
8. Sonata K 420 in C major, Allegro
9. Sonata K 481 in F minor, Andante è cantabile
10. Sonata K 514 in C major, Allegro
11. Sonata K 64 in D minor, Gavota: Allegro
12. Sonata K 32 in D minor, Aria
13. Sonata K 141 in D minor, Allegro
14. Sonata K 472 in B flat major, Andante
15. Sonata K 3 in A minor, Presto
16. Sonata K 380 in E major, Andante commodo
17. Sonata K 431 in G major, Allegro
18. Sonata K 9 in D minor, Allegro

Alexandre Tharaud, piano

In memory of Clara Haskil (1895-1960)

L'Heure Bleure, La Chaux-de-Fonds, Switzerland, 30/08-03/10/2010

Virgin Classics 2011

(HD 1080p – Audio video)
















The biggest surprise on this wonderfully exuberant and exhilarating disc comes with the very first notes: the piano tone is rich and full, worlds away from the slightly distant, musical-box tone that is often thought appropriate for recordings of Domenico Scarlatti's sonatas on a modern concert grand. But as the soundworld suggests, Tharaud is totally unapologetic about playing these pieces – all originally composed for harpsichord even though the earliest fortepianos were in circulation in Scarlatti's time – on a piano. In the sleevenotes, Tharaud says that of the four baroque keyboard composers that he has recorded so far – Bach, Couperin, Rameau and now Scarlatti – it's the last whose music is most suited to this treatment. His selection of sonatas is chosen for maximum variety, with a group in which the Spanish inflections of flamenco and folk music can be heard, others in which he gets a chance to show some dazzling technique, alongside those in which the playfulness is replaced by profound introspection. There's never a dull moment, and Tharaud's range of touch and colour, and his sheer enthusiasm, shine through every jewel-like piece.

Source: Andrew Clements (theguardian.com)



Alexandre Tharaud's 2011 album of Domenico Scarlatti's keyboard sonatas may serve as a reasonable introduction for newcomers to this music, but listeners who have more experience with these distinctive pieces will look elsewhere for a satisfying version. Tharaud follows a long line of pianists who have interpreted the sonatas by way of the modern piano, and like many of his predecessors, he plays them with a fully modern technique, including the use of the pedals and a nearly full range of dynamics and sonorities. His style of playing has supporters, and those who like their Scarlatti to sound up-to-date – perhaps more like Tharaud's Chopin or Debussy, or even like Poulenc in a Baroque vein – can be sure they'll enjoy this disc. However, the need to be au courant puts Tharaud at odds with more historically aware pianists who strive for appropriate interpretations yet emulate the sound of the harpsichord by playing without pedals and employing more restricted attacks and colors. Listeners who seek out Scarlatti recordings on harpsichord will find the textures to be more transparent and the harmonies more piquant and novel, and the quirkiness of Scarlatti's phrasing and abrupt rhythmic changes will be readily apparent. Tharaud's audience will like his highly personal interpretations, which can be best described as expressive and richly hued, but others will have reason to find more idiomatic period alternatives.

Source: Blair Sanderson (allmusic.com)
















Δείτε επίσης – See also

Alexandre Tharaud plays Erik Satie – Part II: Duos (Audio video)

Alexandre Tharaud plays Erik Satie – Part I: Solo (Audio video)

Alexandre Tharaud – Part I | All the posts

&

Aldo Ciccolini plays Domenico Scarlatti (Audio video)

Domenico Scarlatti: Salve Regina in A major – Carlos Mena, Chiara Banchini

Wednesday, February 17, 2016

Gustav Mahler: Symphony No.6 in A minor "Tragic" – Orquesta Sinfónica de Galicia, Dima Slobodeniouk (HD 1080p)

Μεγαλειώδες μουσικό έργο, ίσως το πιο αποκαλυπτικό για την προσωπικότητα του Γκούσταβ Μάλερ, η Έκτη Συμφωνία σε Λα ελάσσονα, η επιλεγόμενη και «τραγική», διαπνέεται από το πνεύμα της φθοράς και του τέλους. Το περίεργο είναι πως η Συμφωνία αυτή (η μοναδική από τις Συμφωνίες του συνθέτη, που καταλήγει εμφατικά σε ελάσσονα τρόπο) γράφτηκε σε μια από τις πιο ευτυχισμένες περιόδους της ζωής του Μάλερ: 1902 είχε παντρευτεί την Άλμα Σίντλερ και κατά τη διάρκεια της σύνθεσης της Συμφωνίας γεννήθηκε η δεύτερη κόρη του. Δεν άργησε, όμως, να αποκαλυφθεί η τραγικά προφητική διάσταση του έργου, αφού, μετά την ολοκλήρωσή του, τρεις προσωπικές κακοτυχίες ήρθαν να σημαδέψουν τη ζωή του δημιουργού του: ο χαμός της μεγάλης κόρης του, η διάγνωση μιας σοβαρής καρδιακής νόσου, και η απομάκρυνσή του από τη θέση του αρχιμουσικού της Όπερας της Βιένης.

Το φινάλε της Έκτης Συμφωνίας αποτελεί ανατριχιαστική περίπτωση μουσικής προφητείας. Ο υποτιθέμενος ήρωας του έργου δέχεται τρία χτυπήματα από τη μοίρα, τα οποία συμβολίζονται μουσικά με ισάριθμες «σφυριές» από τα κρουστά της ορχήστρας. Το τρίτο, μοιραίο χτύπημα τον αποτελειώνει…

Τη Συμφωνία αρ. 6 σε Λα ελάσσονα, του Γκούσταβ Μάλερ, ερμηνεύει η Συμφωνική Ορχήστρα της Γαλικίας υπό τη διεύθυνση του διακεκριμένου Ρώσου μαέστρου Dima Slobodeniouk. Η συναυλία δόθηκε στο Palacio de la Ópera, στην πόλη Α Κορούνια της Ισπανίας, στις 5 Ιανουαρίου 2016.














As with his Fifth Symphony, this work is exclusively instrumental. It is also Mahler's most "Classical" symphony in its form and layout. Although the Sixth Symphony has no specific program, much has been written about the "tragic" aspects of the work that gave rise to its subtitle, which, by the way, was withdrawn by Mahler before publication. The prevailingly dark mood is not unusual for Mahler, but there is no transformation into a glorious ending or peaceful resignation. It is his only symphony to end unremittingly in the minor. As for the autobiographical elements, it is known from Alma Mahler's memoirs that it may have been Mahler himself upon whom three hammer strokes of fate fall in the Finale, which seems strangely prophetic of the following year when Mahler lost his Vienna Opera position, lost his daughter, and was diagnosed with heart disease. The song quotes, Ländlers, country tunes, bird calls, and military marches are all gone. In their place is a powerful and stark contrapuntal texture, certainly not devoid of soaring melodies and lush harmonies, but lacking in the referential styles of the early symphonies. The entire symphony is unified by a motto theme that consists of a major moving to minor triad over a characteristic rhythm. It carries particular significance in the Finale, as it is linked with the aforementioned hammer strokes of fate. Many commentators believe this to be Mahler's most cohesive and tautly organized symphony.

Source: Steven Coburn (allmusic.com)



Gustav Mahler (1860-1911)

♪ Symphony No.6 in A minor "Tragic" (1903-1904)

i. Allegro energico, ma non troppo. Heftig, aber markig [00:00]*
ii. Andante moderato [24:47]
iii. Scherzo. Wuchtig [41:22]
iv. Finale. Allegro moderato [55:16]

Orquesta Sinfónica de Galicia
Μουσική διεύθυνση (Conductor): Dima Slobodeniouk

Palacio de la Ópera, A Coruña, January 5, 2016 (5 Ιανουαρίου 2016)

(HD 1080p)

* Χρόνος έναρξης του κάθε μέρους / Start time of each movement

































































































Δείτε επίσης – Watch also

Dmitri Shostakovich: Symphony No.13 in B flat minor "Babi Yar" – Sergei Aleksashkin, Groot Omroepmannenkoor, Radio Filharmonisch Orkest, Dima Slobodeniouk

Manuel de Falla: Noches en los jardines de España – Iván Martín, Orquesta Sinfónica de Galicia, Dima Slobodeniouk

Sunday, February 14, 2016

Antoine Busnoys: For the love of Jaqueline (Medieval love songs) – Sylvia Rhyne, Eric Redlinger (Audio video)

For Valentine's Day / Με αφορμή την Ημέρα του Αγίου Βαλεντίνου






















Haunting the vaults of the municipal library in Dijon, France, is a small volume, its modest grey cover causing it to almost disappear among its neighboring volumes: the "Dijon Chansonnier, Ms. 517". Despite its now humble exterior (the original binding has been lost) it contains a veritable treasure trove of some 160 courtly love songs, written in the third quarter of the 15th century, by some of the most famous composers of their day. Largely devoid of the usual ownership stamps that normally accompany such manuscripts, it has perhaps even remained in Burgundy since the time of Duke Charles the Bold, passing from household to household and shelf to shelf, waiting for its treasures to be explored.

For the love of Jaqueline tracks the highs and lows of a real medieval romance through the sumptuous music of Antoine Busnoys, newly transcribed and arranged by Asteria directly from the Dijon chansonnier and recorded at the 14th century Burgundian palace of Germolles. All songs attributed to Antoine Busnoys as found in the Dijon Chansonnier, Ms. 517, Municipal Library in Dijon, with the exception of lute solos 4 & 9.


The Dijon Chansonnier

















Έχοντας αλλάξει πολλούς κατόχους μετά τον Κάρολο, δούκα της Βουργουνδίας την περίοδο 1467-1477, η συλλογή τραγουδιών "Dijon chansonnier, Ms. 517" σήμερα βρίσκεται στη Δημοτική Βιβλιοθήκη της γαλλικής πόλης και ιστορικής πρωτεύουσας της Βουργουνδίας, Ντιζόν. Το βιβλίο, μικρό σε όγκο και με γκρίζο κάλυμμα (το αρχικό εξώφυλλο έχει χαθεί), επί χρόνια έμοιαζε να έχει σχεδόν εξαφανιστεί μεταξύ των άλλων τόμων που υπήρχαν δίπλα του. Παρά την ταπεινή του εμφάνιση, το βιβλιαράκι αυτό περιέχει έναν αληθινό θησαυρό από 160 ευγενή ερωτικά τραγούδια, γραμμένα στις αρχές του δεύτερου μισού του 15ου αιώνα, μερικά μάλιστα από τους πιο διάσημους συνθέτες της εποχής εκείνης.

Από τη συλλογή τραγουδιών "Dijon chansonnier, Ms. 517", το φωνητικό σύνολο μεσαιωνικής και αναγεννησιακής μουσικής Asteria (Sylvia Rhyne και Eric Redlinger) έχει επιλέξει και ερμηνεύει δώδεκα τραγούδια – και ένα κομμάτι για σόλο λαούτο – του Αντουάν Μπουνουά, καθώς και δύο κομμάτια, επίσης για σόλο λαούτο, ανώνυμων συνθετών.

Το άλμπουμ "For the love of Jaqueline – Medieval love songs by Antoine Busnoys" είναι το τέταρτο και το πιο πρόσφατο του φωνητικού συνόλου Asteria. Ηχογραφήθηκε στους χώρους του διάσημου κάστρου του 14ου αιώνα, Château de Germolle, στη Βουργουνδία, το 2012.



Antoine Busnoys (1430-1492)

♪ For the love of Jaqueline (Medieval love songs)

1. Lute intro
2. C'est vous en qui jay esperance
3. Estil mercy
4. Sur mon ame (lute), Anon.
5. Je mesbais de vous mon cueur
6. Vostre gracieuse actoinctance
7. Ma damoiselle ma maistresse
8. En voyant sa dame
9. Il sera pour vous (lute), Anon.
10. Ja que lui ne si actende
11. A que ville
12. Quant ce vendra
13. Joie me fuit
14. Au gre de mes ieulx (lute)
15. Au gre de mes ieulx
16. Le corps sen va

Asteria:
Sylvia Rhyne, soprano
Eric Redlinger, tenor, lute

Château de Germolle, Burgundy, France, 2012

(HD 1080p – Audio video)

First publication: February 14, 2016 / Πρώτη δημοσίευση: 14 Φεβρουαρίου 2016
Last update: February 8, 2017 / Τελευταία ενημέρωση: 8 Φεβρουαρίου 2017


Sylvia Rhyne & Eric Redlinger














French composer Antoine Busnoys (or Antoine Busnois· also called Antoine De Busne) was born c. 1430, probably at or near Béthune, France. and died on November 6, 1492, in Bruges (now in Belgium). He is best-known for his chansons, which typify the Burgundian style of the second half of the 15th century.

Busnois entered the service of Charles the Bold (later duke of Burgundy) as a singer sometime before 1467. He traveled with Charles on his various campaigns, and after Charles's death in 1477, he remained a member of the ducal chapel in service to Charles's heir, Mary of Burgundy, until her death in 1482. His activities after this period are not known for certain, but at the time of his death, Busnois held the post of rector cantoriae at the church of Saint-Sauveur, in Bruges.

In his later years, his reputation as a composer was second only to that of Johannes Ockeghem among his contemporaries. His chansons (about 60 have survived) were admired particularly for their melodic beauty, rhythmic complexity, harmonic colour, and clarity of structure. In addition to the chansons for three or four voices, Busnois wrote two masses, eight motets, two hymns, a Magnificat, and a Credo.

Source: britannica.com



Ο Γάλλος συνθέτης Αντουάν Μπουνουά γεννήθηκε γύρω στα 1430, πιθανότατα ή κοντά στη γαλλική πόλη Μπετούν και πέθανε στις 6 Νοεμβρίου 1492 στην Μπρυζ (τώρα στο Βέλγιο). Είναι περισσότερο γνωστός για τα τραγούδια που έγραψε στο χαρακτηριστικό στυλ της Βουργουνδίας κατά το δεύτερο ήμισυ του 15ου αιώνα.

Ο Μπουνουά μπήκε στην υπηρεσία του Καρόλου της Βουργουνδίας, ως τραγουδιστής, πριν από το 1467. Ταξίδεψε με τον Κάρολο σε διάφορες εκστρατείες του, ενώ μετά το θάνατο του Καρόλου το 1477, παρέμεινε στην υπηρεσία της κόρης και διαδόχου του Καρόλου, Μαρίας, μέχρι το θάνατό της το 1482. Οι δραστηριότητές του μετά την περίοδο αυτή δεν είναι πολύ γνωστές, ωστόσο όταν πέθανε κατείχε τη θέση του rector cantoriae στην εκκλησία του Saint-Sauveur στην Μπρυζ.

Από τότε που ήταν νέος, η φήμη που ο Μπουνουά είχε ως συνθέτης ερχόταν μόνο μετά από εκείνη του Γιοχάνες Όκεγχεμ, ενός από τους σημαντικότερους Φλαμανδούς συνθέτες μεταξύ των συγχρόνων του. Από τα τραγούδια που έγραψε ο Μπουνουά έχουν διασωθεί εξήντα περίπου, τα οποία διακρίνονται για τη μελωδική ομορφιά τους, τη ρυθμική τους πολυπλοκότητα, την αρμονική πολυχρωμία τους και τη σαφήνεια της δομής τους. Εκτός από τα τραγούδια για τρεις ή τέσσερεις φωνές, ο Μουνουά συνέθεσε ακόμη δύο λειτουργίες, οκτώ μοτέτα, δύο ύμνους, ένα Magnificat και ένα Credo.

















Asteria is a vocal ensemble that specializes in historically informed performances of medieval and renaissance music, based on extensive research with original source material. Their repertoire is anchored in the 15th century chanson repertoire, including noted composers such as Du Fay and Antoine Busnoys.

Winners of the 2004 Unicorn Prize for best North American early music ensemble specializing in medieval and renaissance music, they have since toured extensively in Europe and the Americas. Founded in 2003, Asteria consists of Sylvia Rhyne, soprano, and Eric Redlinger, tenor and lute. They are based in Brooklyn, New York.

Discography: Le souvenir de vous me tue (2004), Soyes loyal (2006), Un tres doulx regard (2009), For the love of Jacqueline (2012)



Το φωνητικό σύνολο Asteria, το οποίο απαρτίζουν η υψίφωνος Sylvia Rhyne και ο τενόρος και λαουτίστας Eric Redlinger, ειδικεύεται στις ιστορικά τεκμηριωμένες ερμηνείες έργων της μεσαιωνικής και αναγεννησιακής μουσικής. Το ρεπερτόριο του συνόλου αποτελούν κυρίως τραγούδια του 15ου αιώνα, γραμμένα από συνθέτες όπως οι Antoine Busnoys και Guillaume DuFay.

Νικητές, το 2004, του βραβείου Unicorn που απονέμεται στο καλύτερο μουσικό σύνολο της Βόρειας Αμερικής, το οποίο ειδικεύεται στη μεσαιωνική και αναγεννησιακή μουσική, η Sylvia Rhyne και ο Eric Redlinger έχουν περιοδεύσει έκτοτε, πολλές φορές, στην Αμερική και στην Ευρώπη. Οι δύο μουσικοί έχουν ως έδρα τους το Μπρούκλιν στη Νέα Υόρκη.

Εκτός από το "For the love of Jaqueline – Medieval love songs by Antoine Busnoys", από το σύνολο Asteria έχουν κυκλοφορήσει ακόμη τρία άλμπουμ: Le souvenir de vous me tue (2004), Soyes loyal (2006) και Un tres doulx regard (2009).

www.ASTERIAMUSICA.com

















Eric Redlinger's skill on the lute and sweet tenor voice are complemented by his expertise in early music, earned through study at the Schola Cantorum Basiliensis and extensive archival research into original sources. Following graduation from Middlebury College, Eric spent several years immersing himself in the European musical archives of the Hague, Basel and Marburg. During this time he also did post-graduate studies in composition and musicology at the Frankfurt Conservatory of Music, worked in the studio of New York based avant-garde composer Philip Glass and studied medieval lute with Crawford Young and voice with Richard Levitt at the Schola. He now makes his home in New York, where he has studied with Drew Minter and Gary Ramsey.



Sylvia Rhyne brings to the partnership not only her quicksilver soprano but also a strong dramatic connection with the audience, gained from a professional career in musical theater. She has starred internationally as Christine in "The Phantom of the Opera", and on Broadway as Joanna in "Sweeney Todd" under the direction of Harold Prince, Susan Schulman and Stephen Sondheim.

Raised in London and the Pacific Northwest, Sylvia grew up surrounded by classical music, opera and dance. She pursued a passion for early music at Carleton College, guided by Stephen Kelly, taking leading roles in early operas and operettas on her way to a degree in music. She studied also with Wesley Balk at St. Olaf College and recorded with Dennis Russell Davies and the Saint Paul Chamber Orchestra. Arriving in New York, Sylvia was invited to sing with the New York City Opera and began ongoing coaching with Marcy Lindheimer.

Upon meeting, Eric and Sylvia immediately discovered their mutual interest in earlier repertoire and began to rendezvous regularly in New York's Central Park to work on late Medieval and Renaissance pieces, gradually developing their passionate approach to the music. Asteria's performances convey the anguish and ecstasy of the poetry and the rapturous beauty of the interweaving vocal and instrumental lines.


Château de Germolles, Burgundy, France, 14th c.
















More photos


See also

Mary Star of the Sea – Gothic Voices (Download 44.1kHz/16bit)

The Deer's Cry – William Byrd, Arvo Pärt, Thomas Tallis – The Sixteen, Harry Christophers (Audio video)

Psallat ecclesia – Ragnhild Hadland, Schola Solensis, Halvor J. Østtveit (Audio video)

Carlo Gesualdo: Sacrarum Cantionum Liber Primus a 5 voci – Oxford Camerata, Jeremy Summerly (Audio video)


Sacred Salterio: Lamentations of the Holy Week – Miriam Feuersinger, Il Dolce Conforto, Franziska Fleischanderl, Jonathan Pesek, Deniel Perer (Audio video)

Nicolas Gombert: Motets, Vol. II – Beauty Farm (Download 44.1kHz/16bit)

Nicolas Gombert: Motets, Vol. I – Beauty Farm (Download 44.1kHz/16bit)

Johannes Ockeghem: Missa L'homme armé, Missa quinti toni – Beauty Farm (Download 44.1kHz/16bit)

In the Midst of Life. Music from the Baldwin Partbooks I – Contrapunctus, Owen Rees (Audio video)

In Nativitate Domine: Festliche Weihnachtsmusik – Emma Kirkby, Susanne Rydén, Annegret Siedel (Audio video)

Heinrich Schütz: Christmas Vespers – Gabrieli Consort & Players, Paul McCreesh (Audio video)