SATURDAY, OCTOBER 21: Los Angeles: 05:00 PM – Detroit, New York, Toronto: 08:00 PM | SUNDAY, OCTOBER 22: London: 01:00 AM – Paris, Brussels, Berlin, Madrid, Rome: 02:00 AM – Moscow, Kiev, Jerusalem, Athens: 03:00 AM – Beijing: 08:00 AM – Tokyo: 09:00 AM | Wei Yu, Eric Nowlin (photo), Detroit Symphony Orchestra, Leonard Slatkin | Live on Livestream

Tuesday, June 14, 2016

Arnold Schoenberg: Chamber Symphony No.2 in E flat minor – Vlad Stanculeasa, Gothenburg Symphony Orchestra, Christian Zacharias

Ο Άρνολντ Σένμπεργκ άρχισε να γράφει τη Συμφωνία Δωματίου αρ. 2 το 1906 και την ολοκλήρωσε το 1939. Η πρώτη παρουσίαση του έργου έγινε στη Νέα Υόρκη στις 14 Δεκεμβρίου 1940, υπό τη διεύθυνση του σπουδαίου Αυστριακού μαέστρου Fritz Stiedry (1883-1968).

Τη Συμφωνία Δωματίου αρ. 2 σε Μι ύφεση ελάσσονα, έργο 38 του  Άρνολντ Σένμπεργκ, ερμηνεύει η Συμφωνική Ορχήστρα του Γκέτεμποργκ υπό τη διεύθυνση του διακεκριμένου Γερμανού αρχιμουσικού και πιανίστα Christian Zacharias. Εξάρχων, ο Vlad Stanculeasa. Η συναυλία δόθηκε στο Μέγαρο Μουσικής του Γκέτεμποργκ στις 5 Μαρτίου 2015.

Christian Zacharias conducts Arnold Schoenberg's Chamber Symphony No.2 with Gothenburg Symphony Orchestra. Concert master is Vlad Stanculeasa. Recorded in Gothenburg Concert Hall on March 5, 2015.

After Schoenberg immigrated to the United States in 1933, his compositional output slowed. In part this was due to the stress of moving itself, first from Europe to Boston in 1933, then to Los Angeles in 1934, and in part to his teaching activities. Despite his reasonably rapid acclimation to his new environment (especially to Los Angeles) his productivity did not increase, due in part to the distressing news concerning the treatment of his relatives in Austria; but also because he could find no audience for the music he wished to write. Between 1936 and 1940 he completed only two original works, the Kol Nidre, Op.39, and the Chamber Symphony No.2, Op.38.

In the late 1930s Schoenberg reached yet another turning point. Since the experiments of the 1920s that led to his development of the 12-tone "system" of composition, Schoenberg had been applying his ideas to models drawn from earlier periods of Western music history. As his search progressed through the Baroque and Classical eras and into the Romantic, he found himself confronted with his own early style. This may be the reason he attempted to rework his Chamber Symphony No.2, begun immediately after he had finished the Chamber Symphony No.1, Op.9, in July 1906, and set down in 1916.

Described by Schoenberg himself as tonal in 1948, his Chamber Symphony No.2 elicited an artistic "soul search". When he picked up the sketches for the work in 1938, he found he was not the same composer he had been in 1906. Schoenberg changed little of the first movement, but nearly half of the second was newly composed, and he added what he called a "third movement" that functions more as a coda to the second.

After a hesitant introduction reminiscent of Verklärte Nacht, a rising string theme begins immediate development, the increased tension reaching a climax culminating in silence. Low strings enter under a flute playing an inversion of the string theme before cellos begin a new theme, which is taken up by trumpet and clarinet. The piece continues with extended development of this material, featuring a Mahlerian tendency for a melody or figure to begin in one instrument and move to another.

Harmonies tend to move by step, often with all parts moving in parallel. The close of the movement revisits the earlier themes, although re-orchestrated and at a slower tempo. The rambunctious second movement, marked con fuoco, shows the influence of Schoenberg's work since 1906. Seemingly unrelated elements occur simultaneously, and the total fabric of the composition is much thicker than that of the first movement. A more aggressive overall atmosphere includes pizzicato passages and sharp brass attacks, and the orchestration in general is more representative of later Schoenberg. The slow coda takes up some of the material from the opening, while chords built on fourths make up a large part of a tonal scheme that, again, features harmonies that move by step.

Fritz Stiedry conducted the premiere of the Chamber Symphony No.2 in New York on December 15, 1940. Stiedry had known Schoenberg since October 1924 when he conducted the premiere of Schoenberg's Die glückliche Hand in Vienna. It is possible that Stiedry urged Schoenberg to complete his Chamber Symphony No.2, for there exists correspondence from the composer to the conductor relating his progress on the work.

Source: John Palmer (

Arnold Schoenberg (1874-1951)

♪ Chamber Symphony No.2 in E flat minor, Op.38 (1906, 1939)

i. Adagio
ii. Con fuoco

Vlad Stanculeasa, violin

Gothenburg Symphony Orchestra
Μουσική διεύθυνση (Conductor): Christian Zacharias

Gothenburg Concert Hall, March 5, 2015 (5 Μαρτίου 2015)

(HD 720p)

«Είμαι ένας συντηρητικός που αναγκάστηκα να γίνω επαναστάτης», έλεγε ο συνθέτης Άρνολντ Σένμπεργκ. Ο Μάλερ παραδεχόταν πως δεν κατανοούσε τη μουσική του, όμως τον υποστήριξε με πάθος. Ο Πουτσίνι ήταν περήφανος που κάποτε του είχε σφίξει το χέρι. Ο ίδιος ο Σένμπεργκ θεωρούσε ότι κάποια ημέρα ο κόσμος θα σφυρίζει τη μουσική του στο δρόμο.

Το όνομα του Άρνολντ Σένμπεργκ συνδέεται άρρηκτα με τον δωδεκαφθογγισμό, το σύστημα που εμπνεύστηκε και διατύπωσε το 1921. Πίστευε ότι θα αποτελούσε διέξοδο από τις μορφοπλαστικές δυνατότητες της τονικής αρμονίας, δηλαδή του συστήματος που είχε υπηρετήσει τη Δύση για μισή περίπου χιλιετία. Σύμφωνα με την προτεινόμενη «νέα τάξη», οι δώδεκα μουσικοί φθόγγοι έχουν μεταξύ τους απόλυτα ίση αξία. Προκειμένου να συνθέσει, κάθε μουσικός οφείλει να τοποθετήσει τους φθόγγους σε μία σειρά δικής του έμπνευσης, την οποία όμως θα πρέπει να τηρήσει με αυστηρότητα σε όλη τη διάρκεια του έργου, υπακούοντας σε συγκεκριμένους κανόνες. Ο Σένμπεργκ θεωρούσε ότι η τεχνική αυτή θα βοηθούσε τους συνθέτες να απελευθερώσουν τη φαντασία τους. Βέβαιος για τις δυνατότητες του δωδεκαφθογγικού συστήματος, ισχυρίστηκε ότι χάρη σε αυτό, εξασφαλίζεται η κυριαρχία της γερμανικής μουσικής για τα επόμενα εκατό χρόνια.

Ο Άρνολντ Σένμπεργκ γεννήθηκε στη Βιένη το 1874. Από φτωχή εβραϊκή οικογένεια, μετά το θάνατο του πατέρα του αναγκάστηκε να αφήσει το σχολείο προκειμένου να εργαστεί. Ταυτόχρονα, μελετούσε μουσική, φιλοσοφία και λογοτεχνία. Στη μουσική υπήρξε αρχικά αυτοδίδακτος. Οι οικονομικές του δυνατότητες δεν του επέτρεπαν να παρακολουθεί συναυλίες. Έγινε μέλος μιας ορχήστρας ερασιτεχνών, που διηύθυνε ο Αλεξάντερ φον Τσεμλίνσκι, φοιτητής τότε στο Ωδείο της Βιένης. Η φιλία τους υπήρξε βαθιά και σφραγίστηκε με έναν γάμο, αφού ο Σένμπεργκ νυμφεύτηκε την αδελφή του Τσεμλίνσκι.

Ο Τσεμλίνσκι υπήρξε στην ουσία ο μόνος πραγματικός δάσκαλος του Σένμπεργκ, προσφέροντας το θεωρητικό υπόβαθρο που του έλειπε. Τον έφερε σε επαφή με το έργο των Μπραμς και Βάγκνερ. Η επίδραση των δύο αυτών συνθετών, εκφραστών διαφορετικών τάσεων, αποτυπώθηκε στο σεξτέτο «Εξαϋλωμένη Νύχτα», την πρώτη σημαντική παρτιτούρα του Σένμπεργκ. Το έργο παίχτηκε το 1902 και εντυπωσίασε τον Μάλερ, που μέχρι το θάνατό του παρέμεινε αρωγός του Σένμπεργκ. Πριν διαμορφώσει το μουσικό σύστημα που τον έκανε διάσημο, ο Σένμπεργκ συνέθεσε ακόμη ορισμένα έργα που εντάσσονται στο λυκόφως του ρομαντισμού: το συμφωνικό ποίημα «Πελλέας και Μελισσάνθη» (1903) καθώς και τα «Τραγούδια του Γκούρε» (1901-1912). Τα δύο αυτά έργα εντυπωσίασαν τον Ρίχαρντ Στράους, που άσκησε την επιρροή του ώστε να δοθεί στον Σένμπεργκ η υποτροφία «Λιστ» αλλά και θέση καθηγητού στο Ωδείο «Στερν». Το 1904 στον κύκλο μαθητών του Σένμπεργκ μπαίνουν οι Άλμπαν Μπεργκ και Άντον Βέμπερν, δύο συνθέτες που έμελλε να εξελιχθούν σε «αποστόλους» του. Η Δεύτερη Σχολή της Βιένης είχε γεννηθεί.

Το 1908, είχε έρθει η ώρα για το Δεύτερο Κουαρτέτο Εγχόρδων, ένα εξπρεσιονιστικό έργο που τρόμαξε το ακροατήριο με τον τρόπο που υπονόμευε τη διακοσμητικότητα και την ανάλαφρη διάθεση μιας μουσικής ακρόασης. Ο Σένμπεργκ άνοιξε το κεφάλαιο της ελεύθερης ατονικότητας, όπου δεν υπάρχουν πλέον δεδομένες σχέσεις ανάμεσα στις νότες. Το 1910, τα Τρία Κομμάτια για Πιάνο, έργο 11, δεν έγιναν κατανοητά από το κοινό.

Την ίδια εποχή, στρέφεται και προς τη ζωγραφική. Εκθέτει έργα του μαζί με τους ζωγράφους της κίνησης «Ο Γαλάζιος Καβαλάρης». Αργότερα, θα συνεργαστεί με τον Βασίλι Καντίνσκι για τις όπερές του «Προσμονή» και «Το Ευτυχισμένο Χέρι». Μετά το θάνατο του Μάλερ, φεύγει για το Βερολίνο. Στο πλευρό του στέκεται τώρα ο συνθέτης Φερούτσιο Μπουζόνι. Γράφει τον «Φεγγαρίσιο Πιερότο» (1912), ένα έργο-σταθμό για τους συμβολιστές του μοντερνισμού. Στη σύνθεση αυτή, η ανθρώπινη φωνή δεν τραγουδά ούτε απαγγέλλει, αλλά επιχειρεί κάτι ενδιάμεσο, που ο ίδιος ο Σένμπεργκ βαπτίζει Sprechgesang, δηλαδή «ομιλούν τραγούδι».

Με το ξέσπασμα του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου κατατάσσεται ως εθελοντής στη Βιένη. Επιστρέφοντας, οργανώνει συναυλίες με έργα νέας μουσικής, αποκλείοντας την είσοδο στους κριτικούς. Σταδιακά εγκαταλείπει την ελεύθερη ατονικότητα, αντικαθιστώντας την με τις αυστηρές αρχές του δωδεκαφθογγικού συστήματος. Σε έναν κόσμο που προσπαθούσε να κάνει μία νέα αρχή, δεν είναι περίεργο που ένας συνθέτης θέλησε να ξανασκεφτεί το μουσικό σύστημα από μηδενική βάση. Όταν δοκίμασε τη μέθοδό του στη «Σερενάτα», έργο 24 (1924), διαπίστωσε ότι συνέθετε και πάλι «με τη φαντασία και τη φρεσκάδα της νιότης και συνάμα με βάση μία σαφώς καθορισμένη αισθητική πειθαρχία».

Το 1924 πεθαίνει ο Μπουζόνι και την επόμενη χρονιά ο Σένμπεργκ καλείται να πάρει τη θέση του στην Πρωσική Ακαδημία Τεχνών του Βερολίνου. Είναι η εποχή που γίνεται μαθητής του ο Νίκος Σκαλκώτας. Η ερμηνεία των «Παραλλαγών για Ορχήστρα» από τη Φιλαρμονική Ορχήστρα του Βερολίνου υπό τον Βίλχελμ Φουρτβένγκλερ (1928), συμβάλλει περαιτέρω στην καταξίωσή του. Έχει πλέον λόγο στα πράγματα.

Το 1933 ο αντισημιτισμός στο Βερολίνο παίρνει σαφή μορφή: την 1η Μαρτίου η κυβέρνηση απομακρύνει από την Ακαδημία κάθε «εβραϊκό στοιχείο». Τον Μάιο ο Σένμπεργκ φεύγει για τη Γαλλία. Ταυτόχρονα, επιστρέφει στη θρησκεία των προγόνων του, που το 1898 είχε εγκαταλείψει για τον λουθηρανισμό. Η αμφίθυμη σχέση του με τη θρησκεία ήταν εύλογη: από τη μία υπήρχε η ανάγκη της πίστης και από την άλλη η εξίσου έντονη ανάγκη για εκλογίκευση και αιτιολόγηση. Το δίλημμα αυτό βρίσκεται στον πυρήνα του δωδεκαφθογγικού συστήματος, όπου κάθε νότα παρατάσσεται βάσει αυστηρών κανόνων αλλά με τέτοιον τρόπο ώστε η διαίσθηση να διατηρεί την ελευθερία της. «Ως συνθέτης οφείλω να πιστεύω στην έμπνευση και όχι στη μηχανιστική τεχνική», έλεγε ο Σένμπεργκ.

Το 1933, φτάνει στη Βοστόνη, αλλά για λόγους υγείας εγκαθίσταται στο καλύτερο κλίμα της δυτικής ακτής των ΗΠΑ. Δίνει σεμινάρια σε φοιτητές του πανεπιστημίου της Ν. Καλιφόρνιας και αντιστέκεται σε προτάσεις του Χόλιγουντ. Οι συνθήκες ήταν καλές, αλλά το περιβάλλον και η μουσική ζωή είχαν ελάχιστα στοιχεία με τα οποία θα μπορούσε να ταυτιστεί. Το επίπεδο των μουσικών σπουδών ήταν χαμηλό και η πόλη δεν διέθετε ακροατήριο για τη δική του μουσική. Κυρίως, όμως, τα νέα από την Ευρώπη ήταν τραγικά και ο φόβος για τη ζωή αγαπημένων προσώπων μεγάλος. Με το χορωδιακό έργο «Ο Επιζήσας της Βαρσοβίας» (1947) εξέφρασε την οδύνη του για το ολοκαύτωμα.

Το 1944, σκεφτόταν να φύγει, όταν η υγεία του χειροτέρεψε ραγδαία. Στα εβδομηκοστά γενέθλιά του υποχρεώθηκε να αφήσει την έδρα του στο πανεπιστήμιο. Το 1946, έπαθε έμφραγμα από το οποίο συνήλθε με ένεση κατευθείαν στην καρδιά. Την εμπειρία του περιγράφει στο Τρίο Εγχόρδων του 1948. Είδε την ίδρυση του ισραηλινού κράτους, που το 1951 τον εξέλεξε επίτιμο πρόεδρο της Ισραηλινής Ακαδημίας Μουσικής.

Ο Σένμπεργκ πίστεψε ότι διέγνωσε το τέλος του τονικού μουσικού συστήματος. Όπως άλλοτε ο Βάγκνερ, θεωρούσε πως έγραφε «τον πρόλογο σ' ένα ένδοξο μέλλον που εκτεινόταν ώς πέρα από τον ορίζοντα» (Μίλαν Κούντερα). Βέβαιο είναι ότι δεν αναζητούσε εύκολες λύσεις, αλλά ότι διάβηκε ένα μονοπάτι άγνωστο.

Το έργο του υπέφερε κυρίως από τις μηχανιστικές ερμηνείες και τους μιμητές που εφάρμοσαν τις θεωρίες του μηχανιστικά. Δεν είναι άσχετο, ότι το σύστημά του εξακολούθησε να γίνεται αντιληπτό ως «πρωτοπορία» μέχρι τα τέλη σχεδόν του 20ού αιώνα. Ειλικρινής, τίμιος, μετριόφρων, ευθύς και γενναιόδωρος, προσωπικότητα μοναδικής ακεραιότητας, απόλυτα αφοσιωμένος στην τέχνη του, ο Άρνολντ Σένμπεργκ κατέκτησε μια σπάνια αλλά όχι κατ' ανάγκην αξιοζήλευτη θέση στην ιστορία της μουσικής: αυτή της μοναχικής μεγαλοφυΐας.

Πηγή: Νίκος Α. Δοντάς, 2001 (

Arnold Schoenberg remains one of the most controversial figures in the history of music. From the final years of the nineteenth century to the period following the World War II, Schoenberg produced music of great stylistic diversity, inspiring fanatical devotion from students, admiration from peers like Mahler, Strauss, and Busoni, riotous anger from conservative Viennese audiences, and unmitigated hatred from his many detractors.

Born in Vienna on 13 September 1874, into a family that was not particularly musical, Schoenberg was largely self-taught as a musician. An amateur cellist, he demonstrated from early age a particular aptitude for composition. He received rudimentary instruction in harmony and counterpoint from Oskar Adler and studied composition briefly with Alexander Zemlinsky, his eventual brother-in-law. Early in his career, Schoenberg took jobs orchestrating operettas, but most of his life was spent teaching, both privately and at various institutions, and composing. His moves between teaching jobs were as much a result of seeking respite from the bouts of ill health which hampered him as they were due to his being offered a position.

The composer's early works bear the unmistakable stamp of high German Romanticism, perhaps nowhere more evident than in his first important composition, Verklärte Nacht, Op.4 (1899). With works like the Five Orchestral Pieces (1909) and the epochal Pierrot lunaire (1912), Schoenberg embarked upon one of the most influential phases of his career. Critics reviled this "atonal" (Schoenberg preferred "pantonal") music, whose structure does not include traditional tonality. Still, the high drama and novel expressive means of Schoenberg's music also inspired a faithful and active following. Most notable among Schoenberg's disciples were Alban Berg and Anton Webern, both of whom eventually attained stature equal to that of their famous mentor. These three composers – the principal figures of the so-called Second Viennese School – were the central force in the development of atonal and 12-tone music in the first half of the twentieth century and beyond.

Schoenberg's Suite for Piano (1921-1923) occupies a place of central importance in the composer's catalogue as his first completely 12-tone composition. Though the 12-tone technique represents only a single, and by no means predominant, aspect of the composer's style, it remains the single characteristic mostly closely associated with his music. Schoenberg made repeated, though varied, use of the technique across the spectrum of genres, from chamber works like the String Quartet No.4 (1936) and the Fantasy for Violin and Piano (1949) to orchestral works like the Violin Concerto (1935-1936) and the Piano Concerto (1942), to choral works like A Survivor from Warsaw (1947).

Schoenberg fled the poisonous political atmosphere of Europe in 1933 and spent the remainder of his life primarily in the United States, becoming a naturalized citizen in 1941. During this phase of his career, he at times returned to frank tonality, as in the Theme and Variations for band (1943), reaffirming his connection to the great German musical heritage that extended back to Bach. For Schoenberg, the dissolution of tonality was a logical and inevitable step in the evolution of Western music. Despite a steady stream of critical brickbats throughout his entire career, the composer, whose life inspired one of twentieth century's great novels, Thomas Mann's Doctor Faustus, persisted in his aims, insisting that his music was the result of an overwhelming creative impulse. Though debate over the man and his music rages on, Schoenberg is today acknowledged as one of the most significant figures in music history. The composer, a well-known triskaidekaphobe, died in Los Angeles, CA, on July 13, 1951.

Source: Rovi Staff (

Ο Vlad Stanculeasa γεννήθηκε στην Κραϊόβα στις 4 Σεπτεμβρίου 1984. Αφού παρακολούθησε τα μαθήματα του Εθνικού Πανεπιστημίου Μουσικής στο Βουκουρέστι, συνέχισε τις σπουδές του στο βιολί στη Διεθνή Ακαδημία «Γεχούντι Μενουχίν» στην Ελβετία (με τους Alberto Lysy και Liviu Prunaru) και τις ολοκλήρωσε στο περίφημο Ωδείο της Λωζάνης (με καθηγητή τον Pierre Amoyal).

Το 2007 ο Vlad Stanculeasa κέρδισε το τρίτο βραβείο και το βραβείο για την καλύτερη απόδοση του "Amintiri din copilărie" στον Διεθνή Διαγωνισμό «Γκεόργκε Ενέσκου».

Ως σολίστ της Camerata Lysy, έχει εμφανιστεί σε διάσημες αίθουσες συναυλιών, όπως στη Victoria Hall στη Γενεύη και στο Kultur Casino στη Βέρνη, και έχει προσκληθεί σε πολλά διεθνή φεστιβάλ: Menuhin Festival (Γκστάαντ, Ελβετία), Festival de Música do Estoril (Πορτογαλία), Carl Orff Music Festival (Αλμπερομπέλο, Ιταλία), Speyer Muzikfestival (Γερμανία).

Από το 2009 είναι επισκέπτης εξάρχων (πρώτο βιολί) στην Ορχήστρα Δωματίου της Βασιλείας και, πρόσφατα, έγινε εξάρχων της Συμφωνικής Ορχήστρας του Γκέτεμποργκ.

Ο Vlad Stanculeasa παίζει σε ένα βιολί Sanctus Serafin του 1793, το οποίο ανήκε στον Ρουμάνο συνθέτη Γκεόργκε Ενέσκου (1881-1955). Ο Ενέσκου το δώρισε στον διάσημο Αμερικανό βιολονίστα Γεχούντι Μενουχίν που το κράτησε μέχρι το θάνατό του το 1999.

Born in Craiova, violinist Vlad Stanculeasa attended the classes of the National University of Music in Bucharest, after which he perfected his skills at the Yehudi Menuhin International Academy in Switzerland (with Alberto Lysy and Liviu Prunaru) and at the Lausanne Conservatoire, where he studied with professor Pierre Amoyal.

He received the third prize and the prize for best performance of "Amintiri din copilărie" at the George Enescu International Competition in 2007.

Vlad Stanculeasa is a soloist of Camerata Lysy, gave concerts on renowned places, like Victoria Hall (Geneve) and Casino (Bern), and was invited to perform in numerous international festivals: Menuhin Festival (Gstaad), Festival de Música do Estoril (Portugal), Carl Orff Music Festival (Alberobello, Italy), Speyer Muzikfestival (Germany).

From 2009 he became guest concertmaster of the Chamber Orchestra in Basel and, recently, he became concertmaster of the Symphonic Orchestra from Gothenburg.

Vlad Stanculeasa plays on a Sanctus Serafin violin from 1793 that belonged to George Enescu. Enescu gifted Yehudi Menuhin with the instrument, and he kept it until his death in 1999.


More photos / Περισσότερες φωτογραφίες

See also / Δείτε επίσης

Gothenburg Symphony Orchestra – All the posts

No comments:

Post a Comment