Sergei Redkin

Sergei Redkin
Sergei Redkin (b. 1991), pianist – Third Prize (XV International Tchaikovsky Competition, 2015)

Friday, January 24, 2014

Death in Venice (1971) – A film by Luchino Visconti – Dirk Bogarde, Björn Andrésen, Silvana Mangano – Music by Gustav Mahler (Download the movie)

Dirk Bogarde, Björn Andrésen














Σύμβολο ενός «τεθνεώτος έρωτος και ενός απολεσθέντος παραδείσου» η ταινία του Λουκίνο Βισκόντι «Θάνατος στη Βενετία» είναι ένα λιτό αλλά αριστοτεχνικά δουλεμένο εγκώμιο για τον έρωτα, την οδύνη και τη βαναυσότητά του, ακόμη κι αν αυτός ο ίδιος ο έρωτας ξεφεύγει από τις κοινωνικές νόρμες και κατευθύνεται σε λάθος πρόσωπα – αν υπάρχουν λάθος πρόσωπα στον έρωτα.

Κουρασμένος από τη χιμαιρική αναζήτηση της ομορφιάς και από το μάταιο κυνήγι της τελειότητας, ο Άσενμπαχ, ένας Γερμανός συνθέτης, φτάνει για ανάπαυση στη Βενετία. Μια απροσδόκητη συνάντηση θα αλλάξει τη ζωή του δραματικά. Στο πρόσωπο του Τάτζιο, μίας ανδρόγυνης φιγούρας, όπου το παιδί, η γυναίκα και ο άνδρας συνυπάρχουν, ο Άσενμπαχ θα συναντήσει την απόλυτη ομορφιά και την τελειότητα, αλλά ταυτόχρονα θα νιώσει και την παγωμένη ανάσα του θανάτου.

Αριστουργηματική ταινία βασισμένη στην ομότιτλη νουβέλα του Τόμας Μαν, όπου ο κεντρικός χαρακτήρας βασίζεται στην προσωπικότητα του συνθέτη Γκούσταβ Μάλερ (ακούγονται αποσπάσματα από τις Συμφωνίες του Νο.3 και Νο.5). Μεγάλο Eιδικό Βραβείο Εικοσιπενταετίας του Φεστιβάλ Καννών 1971.

Πηγή: Cine.gr

Dirk Bogarde, Björn Andrésen
















Death in Venice (original italian title: Morte a Venezia) is a 1971 Italian-French drama film directed by Luchino Visconti and starring Dirk Bogarde and Björn Andrésen. It is based on the novella Death in Venice, first published in 1912 as Der Tod in Venedig by the German author Thomas Mann.

The protagonist, Gustav von Aschenbach, travels to Venice for health reasons. There, he becomes obsessed with the stunning beauty of an adolescent Polish boy named Tadzio who is staying with his family at the same Grand Hôtel des Bains on the Lido as Aschenbach. While the character Aschenbach in the novella is an author, Visconti changed his profession to that of a composer. "Playing the role" of Aschenbach's music in the film is the music of Gustav Mahler, in particular the moving Adagietto from his Fifth Symphony, which opens and closes the film, and sections from his Third Symphony. Apart from this change, the film is relatively faithful to the book, but with added scenes where Aschenbach and a musician friend debate the degraded aesthetics of his music; again, this has direct parallels in the life and works of Mahler, especially when Aschenbach is played an extract of his own work which, in reality, is Adagietto from the fourth movement from Mahler's Fifth Symphony.

While Aschenbach attempts to find peace and quiet, the rest of the city is being gripped by a cholera epidemic, and the city authorities do not inform the holiday-makers of the problem for fear that they will all leave. As Aschenbach and the other guests make day-trips out into the city centre it eventually dawns on them that something is seriously wrong. Aschenbach decides to leave, but in a moment of impulse decides to stay. However, he himself is dying. Rejuvenated by the presence of Tadzio – though they never actually converse – he visits the barbers who, in his words, "returns to you merely what has been lost", dyeing his grey hair black and hitening his face and reddening his lips to try to make him look younger. As he leaves the barber's shop the barber exclaims: "And now Sir is ready to fall in love as soon as he pleases".

Aschenbach still continues to gaze at Tadzio from afar, the latter more aware that he is being gazed at. In the climactic scene, Aschenbach sees Tadzio being beaten up on the beach by an older boy. When released, Tadzio walks away from him alone towards the horizon. He suddenly turns back to look at Aschenbach, then turning away to face the sun, and stretches his arm out towards it. Aschenbach too, stretches his hand as if to reach Tadzio, and at that very moment – heightened by the crescendo in Mahler's Adagietto – he dies from the cholera infection. A few people notice him collapsed on his chair and alert the hotel staff . They then carry Aschenbach's body away.

Source: en.wikipedia.org


Björn Andrésen

















Θάνατος στη Βενετία | Death in Venice

Μια ταινία του Λουκίνο Βισκόντι | A film by Luchino Visconti




Πρωταγωνιστούν | Starring
Dirk Bogarde..........Gustav von Aschenbach
Björn Andrésen..........Tadzio
Silvana Mangano..........Tadzio's mother
Romolo Valli..........Hotel manager
Sergio Garfagnoli..........Jaschu, Polish youth

Σκηνοθεσία / Director: Luchino Visconti
Φωτογραφία / Cinematographer: Pasqualino De Santis
Σενάριο / Screenplay: Luchino Visconti, Nicola Badalucco
Μουσική / Music: Gustav Mahler (Symphonies No.3 and No.5)
Καλλιτεχνική διεύθυνση / Art Director: Ferdinando Scarfiotti
Κοστούμια / Costume Designer: Piero Tosi

Παραγωγή: Ιταλία, Γαλλία / Production: Italy, France

Πρώτη δημοσίευση: 21 Ιανουαρίου 2014 – First publication: January 21, 2014
Τελευταία ενημέρωση: 22 Μαΐου 2016 – Last update: May 22, 2016


Δείτε το trailer – Watch the trailer



Κατεβάστε την ταινία χρησιμοποιώντας torrent | Download the movie using torrent

Η Ταινία / The Movie
(Μέγεθος / Size: 3.85 GB   Διαστάσεις βίντεο / Video dimensions: 1280x532 – Ήχος / Audio: Stereo, AAC 48000Hz – Διάρκεια / Length: 02:10:31)

Ελληνικοί υπότιτλοι / Greek subtitles
















Ο Βισκόντι πήρε το μυθιστόρημα του Τόμας Μαν, το τροποποίησε και συνέθεσε αυτό το κινηματογραφικό αριστούργημα, που μας μιλά για την πορεία προς την τρέλα και το θάνατο ενός ανθρώπου που αντίκρισε την απόλυτη ομορφιά, και το θάνατο μιας ολόκληρης κοινωνικής τάξης (της αριστοκρατικής στην οποία ανήκε και ο ίδιος ο σκηνοθέτης). Η ομορφιά είναι ο Τάτζιο, έφηβος «εκφραστικής και σχεδόν θεϊκής σοβαρότητας» που εξασκεί θανάσιμη γοητεία στο πρόσωπο του πρωταγωνιστή μουσικοσυνθέτη.

Υπό τον ήχο των μελωδιών του Μάλερ και με σκηνικό διάκοσμο μια Βενετία γεμάτη από σκουπίδια, κατεξοχήν πόλη του θανάτου, αφού καθημερινά, αργά και σταθερά βυθίζεται στο νερό και στην καταστροφή της και με πλήθος άλλων συμβόλων παρακμής και θανάτου (η χολέρα που χτυπά την πόλη, οι νεκροί από τη χολέρα, ο παράξενος γονδολιέρης που μυστηριωδώς εξαφανίζεται και παραπέμπει στον Χάροντα, κ.α), ο Βισκόντι ενορχηστρώνει ένα ανεπανάληπτο οπτικό ρέκβιεμ, που από κάποιους θεωρήθηκε καλύτερο και από το βιβλίο στο οποίο βασίστηκε.

Εντυπωσιακή η σκηνοθετική δεξιοτεχνία του (για παράδειγμα το ατέλειωτο ανιχνευτικό τράβελινγκ μέσα στην τραπεζαρία όπου ο Τάτζιο αποκαλύπτεται στα μάτια του Άσενμπαχ και το ζουμ επιτρέπει στους δύο ήρωες να ενωθούν χωρίς να αγγιχτούν). Η ταινία είναι η ελεύθερη παράφραση των περίφημων στίχων του Πλάτωνα: «Αυτός που με τα μάτια του ένιωσε την ομορφιά, είναι έκτοτε προορισμένος να πεθάνει».

Πηγή: cine-art.blogspot.gr

Björn Andrésen, Dirk Bogarde

















Το 1971 ο Λουκίνο Βισκόντι θα μεταφέρει στη μεγάλη οθόνη το έργο του 1912 του Τόμας Μαν, «Θάνατος στη Βενετία». Βασισμένο στην Ιδέα του έρωτα όπως αναπτύσσεται στο «Συμπόσιο» του Πλάτωνα, τόσο ο συγγραφέας όσο και ο σκηνοθέτης θα δώσουν ένα έργο εξαιρετικής αισθητικής και ιδεολογίας.

Το Συμπόσιο εστιάζει στο θέμα του έρωτα και στη θέση του φιλοσόφου απέναντί του. Ο Σωκράτης δεν γνωρίζει τίποτα περισσότερο πάνω στο θέμα αυτό παρά ό,τι του είχε διδάξει η Διοτίμα. Έρωτας για τους δύο αυτούς φιλοσόφους είναι ένας δαίμονας που μεταμορφώνεται σε πόθο και κίνητρο για το Ωραίο και το Αληθινό. Ο Αλκιβιάδης είναι ο Ωραίος νέος και σίγουρα Αληθινός, στον οποίο θα αρνηθεί να υποκύψει ο Σωκράτης μένοντας πιστός σε αυτό που σήμερα ονομάζεται «πλατωνικός έρωτας».

Ένας συγγραφέας για τον Mαν ή ένας συνθέτης κατά τον Βισκόντι, θα παθιαστεί με την εκπληκτική ομορφιά ενός νεαρού αγοριού. Και οι δύο παραθερίζουν σε ένα γνωστό θέρετρο της Βενετίας, όπου και θα ξεδιπλωθεί ο έρωτας ή ο άκρατος θαυμασμός ενός άνδρα που έχει αρχίσει να τον εγκαταλείπει η νιότη του για ένα αγόρι στην ακμή της εφηβικής ηλικίας του, της καλύτερης στιγμής της γοητευτικής του ύπαρξης. Νωχελικοί περίπατοι και σπουδή πάνω στο θέμα του έρωτα που εμπνέει το αντικείμενο του πόθου αποδίδονται με μεγάλη συγκίνηση και ευαισθησία.

Μια ταινία που γλιστράει πάνω στην άμμο και το κύμα μεταδίδοντας τον προβληματισμό του ήρωα και ανάγοντας έναν έρωτα ομοφυλοφιλικό σε έρωτα καθολικό δίχως φύλο. Συνάμα δίπλα στον πρωταγωνιστή που παλεύει με τον έρωτα και το θάνατο, άλλοι άνθρωποι θα έρθουν αντιμέτωποι με την επιδημία της εποχής, την πανούκλα. Ο θάνατος, όπως έχει ήδη προαναγγελθεί από τον τίτλο του έργου, θα φτάσει. Θα αγγίξει βίαια τον άνδρα, μα θα προσπεράσει το τρυφερό αγόρι που καταφέρνει να επιζεί αιώνες τώρα. Και όλα τα παραπάνω ενδεδυμένα με την εξαιρετική μουσική του Γκούσταβ Μάλερ.

Πηγή: Στέλλα Χαιρέτη (SevenArt)

Sergio Garfagnoli, Björn Andrésen










1911. Μετά από μια κρίση δημιουργικότητας, ο μουσικός Γκούσταβ φον Άσενμπαχ φτάνει στο Λίντο της Βενετίας για να περάσει μόνος του μια περίοδο διακοπών όχι μόνο για να στοχαστεί, αλλά κι επειδή είναι κουρασμένος και άρρωστος. Στο ξενοδοχείο στο οποίο καταλύει, την προσοχή του προσελκύει μια οικογένεια Πολωνών τουριστών και ιδιαίτερα ένας πανέμορφος έφηβος, ο Τάτζιο, για τον οποίο νιώθει αμέσως μεγάλη έλξη. Έχοντας σε αντάλλαγμα μιαν αμφίσημη ανταπόκριση, ο Γκούσταβ ακολουθεί με το βλέμμα τον νεαρό στο ξενοδοχείο και στην παραλία, και αναστατωμένος απ' το πάθος, αποφασίζει να φύγει, όταν ένα μπέρδεμα με τις αποσκευές τον αναγκάζει να επιστρέψει στο ξενοδοχείο.

Ακολουθώντας τον νεαρό στα στενοσόκακα της Βενετίας, ο Άσενμπαχ ανακαλύπτει ότι στην πόλη έχει ξεσπάσει επιδημία πανούκλας. Οι αρχές αποκρύπτουν την κατάσταση, επειδή φοβούνται μη πληγεί ο τουρισμός. Ο Άσενμπαχ σκέφτεται να ειδοποιήσει την πολωνική οικογένεια, αλλά σωπαίνει, γιατί θέλει να συνεχίσει να βλέπει τον αγαπημένο του.

Έχοντας μακιγιαριστεί για να κρύψει τα σημάδια των γηρατειών και της αρρώστιας, ο Γκούσταβ παρακολουθεί τον Τάτζιο στην παραλία για τελευταία φορά. Ενώ ο νεαρός μοιάζει να του δείχνει ένα σημείο στον ορίζοντα, ο Άσενμπαχ πεθαίνει.

Ο Γκούσταβ  Άσενμπαχ είναι ένας συνθέτης (ο Τόμας Μαν στη νουβέλα του αναφέρεται σε συγγραφέα) στο λυκόφως της ζωής του. Ο Ντερκ Μπόγκαρντ παίζει εξαιρετικά τον ντροπαλό αστό, την επιτηδευμένη, κατηφή, κάποτε περιφρονητική, οξύθυμη πλευρά του, αυτό που ο Lukacs ονόμασε «συμπεριφορά» αλλά και την αδεξιότητα του, ακόμα και την αφέλεια του, όταν στη Βενετία τον κυριεύει ξαφνικά ο δαίμονας του πάθους. Είναι ένας μυστικιστής και ιδεαλιστής δημιουργός, όπως πολλοί άλλοι στα τέλη του 19ου αιώνα. Παθιασμένος με το απόλυτο, με τις αγνές ιδέες, τις υπέρτατες αξίες, θεωρεί πως η τέχνη δεν έχει καμία σχέση με τις αισθήσεις, τη χυδαιότητα του σώματος, την καθημερινότητα της ύπαρξης, αλλά με το μεγαλείο, το εξαίσιο της ψυχής. Αυτή η ηθική της αισθητικής αποτελεί το θέμα έντονων συζητήσεων μ' ένα φίλο του που είναι κι αυτός μουσικός. Ο αντίπαλός του αντιτείνει ως μοναδικές αυθεντικές και γόνιμες πηγές της δημιουργίας το σαρκικό πάθος, το συγκεκριμένο συναίσθημα, έστω και το χυδαίο, το βίωμα, όπως θα λέγαμε σήμερα.

Silvana Mangano
Ήδη, πριν την άφιξή του στη Βενετία, η αρρώστια και η εξάντληση επιβάλλουν στον Άσενμπαχ την πρώτη παρέκκλιση, την πρώτη «υποταγή» του πνεύματος στο σώμα. Βιολογικές ανάγκες ευνοούν την ανάδυση του απωθημένου: τη λανθάνουσα ομοφυλοφιλία του συνθέτη. Μετά τη συνάντηση με τον Τάτζιο (που πασχίζει να τον προκαλέσει «αθώα») κυριαρχεί μέσα του το σεξ με όλη του τη σκληρότητα και ανατρέπει όλη την ισορροπία της προσωπικότητάς του. Στην αρχή, ο Άσενμπαχ προσπαθεί να αντιμετωπίσει αυτή την κατάρρευση σαν μια καλλιτεχνική κρίση, ένα καλλιτεχνικό γεγονός. Αν και δεν συνθέτει καθόλου ή σχεδόν καθόλου, βυθίζεται ξανά στο «θεωρητικό» πρόβλημα της ζωής του ως δημιουργού: ο Άλφρεντ ο φίλος του είχε δίκιο, είχε προβλέψει σωστά;

Η εικόνα της Βενετίας έτσι όπως την παρουσιάζει η ταινία, είναι τουλάχιστον παράξενη. Η πόλη είναι καταθλιπτική και βρόμικη: σκουπίδια στοιβαγμένα σε κάθε γωνιά. Ωστόσο, στο ξενοδοχείο δεν παίρνουν καμία ιδιαίτερη προφύλαξη και πέρα από έναν-δυο περαστικούς, κανείς δε νιώθει το κακό που πρέπει να έχει γεμίσει, όπως λένε, νεκροτομεία και νοσοκομεία. Αυτή η θλιβερή Βενετία καθρεφτίζει την εικόνα του Άσενμπαχ, καταβεβλημένη, γερασμένη, βασανισμένη (ο καθρέφτης του περουκέρη το επιβεβαιώνει). Ένας κινηματογραφιστής λιγότερο ρεαλιστής από τον Βισκόντι θα την είχε ζωγραφίσει με τον τρόπο του Ιερώνυμου Μπος. Στα σοκάκια, στους  δαιδάλους, στις στοές της Βενετίας,  ο Άσενμπαχ  προβάλλει το δικό του χάος. Ο «Θάνατος στη Βενετία» είναι το πραγματικό «προυστικό» έργο του Βισκόντι, σίγουρα περισσότερο αυθεντικό από όσο θα ήταν η μεταφορά του «Αναζητώντας το χαμένο χρόνο».

Sergio Garfagnoli, Björn Andrésen
Τι σκέφτεται, τι νιώθει ο Άσενμπαχ όταν στο τέλος λίγο πριν φύγει από τη ζωή, βλέπει τον Τάτζιο ν' αγκαλιάζεται, να χαϊδεύεται και να νικιέται από ένα μεγαλύτερο αγόρι; Υποφέρει από ζήλια βλέποντας έναν νεαρό αγροίκο να κατακυριεύει και να αλλοιώνει τη λεπτότητα και την τελειότητα, έναν νεαρό που αγνοεί την ομορφιά, που την μεταχειρίζεται τόσο άσχημα; Ή καταλαβαίνει πικραμένος πως αυτή η ομορφιά τού είναι απαγορευμένη από μιαν άλλη ηλικία, πως οι επιθυμίες του θα διαλυθούν μπροστά στην ίδια του την αδυναμία, την – κυρίως φυσική – ανικανότητα, πως το καλύτερο που μπορεί να αποκτήσει είναι η ενατένιση; Έτσι, στο τέρμα του ταξιδιού, θα επιστρέψει παραδόξως στις παλιές, τις πρώτες του ιδέες: η μουσική του, η αισθητική του, που βασίζονταν στην εξιδανίκευση, στο πλατωνικό ιδεώδες, σε μια μεταφυσική αντίληψη για την τέχνη, δεν ήταν τόσο μάταιες! Η επιθυμία δεν φτάνει ποτέ το στόχο της: η ομορφιά, οι ηδονές, η μέθη που αναμένει κανείς, θα παραμείνουν Γη της Επαγγελίας, θα βρουν τη δύναμη και τη δικαίωσή τους σ' αυτή τη γοητευτική, τη «θεϊκή» απομάκρυνση.

Στις τελευταίες εικόνες της ταινίας, η φωτογραφική μηχανή πάνω στο τρίποδο (υπάρχει στο βιβλίο του Τόμας Μαν) είναι προφανώς η υπογραφή του Βισκόντι. Ο κινηματογραφιστής βλέπει, είδε, όπως ο συνθέτης, και δικαιώθηκε. Ο Τάτζιο, με το χέρι τεντωμένο, δείχνει προς τα ανοιχτά. Γίνεται παγανιστική φιγούρα, «πολιτιστική» μυθολογία, περαματάρης, μεσολαβητής, τοποθετεί την ομορφιά του (άδικη, μοιραία, δεδομένη) στα σύνορα του πραγματικού, ανάμεσα σ' αυτό που είναι ορατό και σ' αυτό που διακρίνει κανείς πέρα από το ορατό. Προς τι λοιπόν ο ρεαλισμός που βλέπει, αγγίζει και μιμείται τον πραγματικό κόσμο; Γι' αυτό ακριβώς που προσεγγίζει και γι' αυτό που είναι ανέγγιχτο μέσα στην πραγματικότητα.

Πηγή: Berthelemy Amengual: «Σπαρακτική ομορφιά», Augusto Sainati: «Το ζουμ και η ομορφιά». Έκδοση του φεστιβάλ κινηματογράφου Θεσσαλονίκης για τον Λουκίνο Βισκόντι.

Björn Andrésen, Dirk Bogarde











Ο Θάνατος στη Βενετία είναι, χωρίς αμφιβολία, μια αντι-κινηματογραφική νουβέλα, υπό την έννοια ότι εστιάζει – διαθέτοντας πενιχρή εξωτερική δράση και ελάχιστους διαλόγους – στον εσωτερικό κόσμο του ήρωα, για να πραγματευθεί τη διαμάχη ανάμεσα στην «τέχνη και τη ζωή» ή αλλιώς τη διαμάχη ανάμεσα στο «διονυσιακό και το απολλώνιο».

Αν αντιπαραβάλει κανείς το φιλμ προς τη νουβέλα, παρατηρεί αρχικά ότι σε επίπεδο απόδοσης του περιεχομένου ο Βισκόντι λειτουργεί σε κάποια σημεία με συμπληρώσεις, ενώ σε άλλα με αφαιρέσεις ή συμπυκνώσεις. Η πιο χτυπητή διαφορά είναι ότι η ταινία παραλείπει τα δύο πρώτα κεφάλαια της νουβέλας, τα οποία πραγματεύονται κατά κύριο λόγο την προϊστορία του ήρωα, συγγραφέα Γκούσταφ φον Άσενμπαχ. Το πρώτο κεφάλαιο, στο οποίο η δράση εκτυλίσσεται στο Μόναχο και δείχνει την απόφαση του Άσενμπαχ να ταξιδέψει για λίγο μακριά από την Γερμανία, είχε στην πραγματικότητα γυριστεί, αλλά ο σκηνοθέτης δεν το ενέταξε τελικά στην ταινία. Το δε περιεχόμενο του δεύτερου κεφαλαίου, που περιγράφει τις αισθητικές και ιδεολογικές όψεις του έργου του Άσενμπαχ, ο Βισκόντι το ενσωμάτωσε τμηματικά σε φλας μπακ. Ο σκηνοθέτης δικαιολογεί τις επιλογές του με καθαρά κινηματογραφικούς όρους, ως εξής:

Η αρχή της νουβέλας με κινηματογραφικούς όρους δεν ήταν αποτελεσματική. Φανταστείτε πως ένα απόγευμα ο Άσενμπαχ κάνει ένα μεγάλο περίπατο στο Μόναχο, βρίσκεται στο κοιμητήριο, εκεί συναντά έναν περίεργο ταξιδιώτη, αυτό είναι και το εξωτερικό ερέθισμα για να κάνει ένα ταξίδι, φαντάζεται ζούγκλες και εξωτικές χώρες, τελικά αποφασίζει να παραμείνει στην Ευρώπη. Φθάνει στην Τεργέστη, από κει στο Μπριόνι, διαπιστώνει ότι είναι θορυβώδες και ο προορισμός του γίνεται τελικά η Βενετία. Όχι, όχι δεν μπορείς να βάλεις όλα αυτά σε ένα φιλμ και να πεις μετά ότι ήταν μόνο ο πρόλογος. Έτσι δοκίμασα να ξεκινήσω με τον Άσενμπαχ στο πλοίο να φθάνει στη Βενετία και χρησιμοποίησα την τεχνική του φλας μπακ για να παρουσιάσω τα στοιχεία του παρελθόντος.

Silvana Mangano, Björn Andrésen, Dirk Bogarde
Η ταινία ξεκινά πράγματι με την άφιξη του ήρωα στη Βενετία και τελειώνει με το θάνατό του στην ίδια πόλη. Ο Βισκόντι αποφάσισε ένα μοίρασμα ανάμεσα στον αργό ρυθμό του παρόντος και σε μια σειρά από επτά ισότιμα μοιρασμένα φλας μπακ τα οποία αναφέρονται όλα στο γερμανικό παρελθόν του ήρωα. Χωρίς αυτά η ενεστωτική δράση στη Βενετία, η βαρύτητα της συνάντησης με τον Τάτζιο και οι μοιραίες συνέπειές της θα φαίνονταν στον θεατή ακατανόητα. Έτσι μπορεί να χάνεται η χρονική γραμμικότητα της νουβέλας και κάποιες λεπτομέρειες της εισαγωγικής δράσης, ωστόσο το φιλμ κερδίζει ενιαίο ατμοσφαιρικό ύφος, συνοχή και πυκνότητα. Εξάλλου, μέσω των φλας μπακ μεταφέρονται στο φιλμ όχι μόνο οι απαραίτητες πληροφορίες των πρώτων κεφαλαίων, αλλά και σε μεγάλο βαθμό το πνεύμα και το νόημά τους. Περιεχόμενό τους —εκτός από την παρουσίαση του οικογενειακού παρελθόντος του Aschenbach— αποτελούν οι συζητήσεις με τον φίλο και μαθητή του Άλφριντ, μια φιγούρα επινοημένη από τον Βισκόντι, που εμφανίζεται ως το alter ego του καλλιτέχνη. Ο Άσενμπαχ περιγράφεται στη νουβέλα ως «απολλώνιος καλλιτέχνης». Έχοντας ως αρχή την τιθάσευση των παρορμητικών δυνάμεων, ζει μια ζωή πειθαρχημένη στην υπηρεσία της τέχνης. Η νουβέλα είναι σχεδιασμένη για να δείξει ότι η θέση του Άσενμπαχ δεν ήταν ορθή, παρουσιάζοντας τη σταδιακή απώλεια της αξιοπρέπειάς του, όταν έρχεται αντιμέτωπος με τις πιο ισχυρές αλήθειες της ζωής τις οποίες είχε απωθήσει. Ο Άλφριντ ενσαρκώνει μαχητικά έναν τύπο καλλιτέχνη, θα λέγαμε, διονυσιακό. Αμφισβητεί, λ.χ., με πάθος τη θέση του Άσενμπαχ ότι η ομορφιά είναι αποτέλεσμα πνευματικής προσπάθειας· για αυτόν ανήκει ξεκάθαρα στο βασίλειο των αισθήσεων. Με αυτόν τον αντιθετικό προς τον Άσενμπαχ τύπο εξωτερικεύεται και εκφράζεται οπτικά η αντινομική ψυχική ζωή του ήρωα. Ο στοχασμός για την τέχνη, την ομορφιά και την τελειότητα, που εξελίσσεται στο κείμενο στη σκέψη ενός προσώπου, του Άσενμπαχ, με παρεμβολές όμως και κριτικά σχόλια του αφηγητή, διασπάται εδώ στα δύο πρόσωπα των ανταγωνιστικών συζητήσεων.

O θεωρητικός του κινηματογράφου Siegfried Kracauer εντόπιζε τη διαφορά ανάμεσα στη λογοτεχνία και τον κινηματογράφο στο γεγονός ότι στη λογοτεχνία έχουμε ένα καθαρό «νοητικό continuum», το οποίο όμως στον κινηματογράφο πρέπει να μετατραπεί σε υλικό continuum. Αυτό κάνει και ο Βισκόντι προσωποποιώντας τις θεωρητικές ενστάσεις της νουβέλας στη φιγούρα του Άλφριντ. Με την κινηματογραφική τεχνική του φλας μπακ η ταινία επιτυγχάνει τρεις στόχους: αναπαράγει το επίπεδο του διανοητικού στοχασμού που υπάρχει διάχυτο στη νουβέλα, παρέχει στον θεατή κλειδιά για να ερμηνεύσει το παρόν της Βενετίας και, τέλος, οπτικοποιεί σε ένα πρώτο επίπεδο τη δομική για τη νουβέλα διαφορά «διονυσιακό – απολλώνιο», διαφορά που προσεγγίζει ο σκηνοθέτης και με άλλα κινηματογραφικά μέσα, κυρίως μέσω της μουσικής.

Δεν υπάρχει, πράγματι, κριτικός, δεν υπάρχει θεατής της ταινίας που να μην έχει επισημάνει την έντονη παρουσία της μουσικής στο φιλμ του Βισκόντι. Θα ήταν άστοχο να χαρακτήριζε κανείς τη μουσική αυτής της ταινίας απλώς συνοδευτική. Η μουσική εδώ δημιουργεί, όπως θα δούμε, αναφορές, ιδρύει αναλογίες, τονίζει αντιθέσεις, σχολιάζει τη φιλμική δράση, αναλαμβάνει με λίγα λόγια λειτουργίες οι οποίες στη νουβέλα αντιστοιχούν στον αφηγητή.

Μια από τις πολυσυζητημένες αλλαγές του Βισκόντι σε σχέση με τη νουβέλα είναι η μετατροπή της κεντρικής φιγούρας, του Άσενμπαχ, από συγγραφέα σε συνθέτη.

Πηγή: Αναστασία Αντωνοπούλου, «Θάνατος στη Βενετία: Από τον Τόμας Μαν στον Λουκίνο Βισκόντι, ή από την τέχνη του λόγου στην τέχνη της εικόνας». Εκδόσεις Καλλιγράφος, Αθήνα 2013.

Dirk Bogarde, Luchino Visconti
















Luchino Visconti, Björn Andrésen















Björn Andrésen, Luchino Visconti


















More photos



See also

Im Keller / In the Basement (2014) – A film by Ulrich Seidl (HD 1080p)

Maurice (1987) – A film by James Ivory – James Wilby, Hugh Grant, Rupert Graves (HD 1080p)

Shostakovich Against Stalin: The War Symphonies – A Documentary by Larry Weinstein – Netherland Radio Philharmonic, Kirov Orchestra, Valery Gergiev (HD 1080p)


Florence Foster Jenkins (2016) – A film by Stephen Frears – Meryl Streep, Hugh Grant, Simon Helberg (Download the movie)


Son of Saul (2015) – A film by László Nemes – Géza Röhrig, Levente Molnár, Urs Rechn (Download the movie)


Amour (2012) – A film by Michael Haneke – Emmanuelle Riva, Jean-Louis Trintignant, Isabelle Huppert, Alexandre Tharaud (Download the movie)


Dmitri Shostakovich: Katerina Izmailova (Lady Macbeth of Mtsensk), 1966 – A film by Mikhail Shapiro – Galina Vishnevskaya, Konstantin Simeonov


The New Babylon (Novyy Vavilon), 1929 – A film by Grigori Kozintsev & Leonid Trauberg – Music by Dmitri Shostakovich (HD 1080p)


Farinelli (1994) – A film by Gérard Corbiau – Stefano Dionisi, Enrico Lo Verso, Elsa Zylberstein (Download the movie)


Copying Beethoven (2006) – A film by Agnieszka Holland – Ed Harris, Diane Kruger (HD 1080p)


Eroica (The Movie, BBC 2003) by Simon Cellan Jones – Ian Hart, Leo Bill, Claire Skinner, Frank Finlay – John Eliot Gardiner (HD 1080p)


Tous les Matins du Monde / All the Mornings of the World / Όλα τα Πρωινά του Κόσμου (1991) – A film by Alain Corneau (Download the movie)














No comments:

Post a Comment