Sergei Redkin

Sergei Redkin
Sergei Redkin (b. 1991), pianist – Third Prize (XV International Tchaikovsky Competition, 2015)

Wednesday, March 19, 2014

Sviatoslav Richter: L' Insoumis, Part 1 – A film by Bruno Monsaingeon (HD 1080p)

Σβιατοσλάβ Ρίχτερ (20 Μαρτίου 1915 – 1 Αυγούστου 1997)

99η επέτειος από τη γέννησή του



Sviatoslav Richter (March 20, 1915 – August 1, 1997)

99th anniversary of his birth


ΜΟΥΣΙΚΕΣ ΟΨΕΙΣ ► ΝΤΟΚΙΜΑΝΤΕΡ

Μέσα από τις αφηγήσεις του ίδιου του Ρίχτερ, η ταινία αποκαλύπτει σημαντικά γεγονότα της ζωής του μεγάλου πιανίστα, τα οποία διαμόρφωσαν την τέχνη και την καριέρα του. Αδημοσίευτο μέχρι σήμερα αρχειακό υλικό, σπάνια βίντεο με τον Ρίχτερ να ερμηνεύει σπουδαία έργα στο πιάνο και μια συνέντευξη με τη «σύντροφό» του, τραγουδίστρια Νίνα Ντόρλιακ, κάνουν αυτή την ταινία ένα μοναδικό ντοκουμέντο για έναν από τους σημαντικότερους πιανίστες του εικοστού αιώνα, την τέχνη του και την εποχή του.

Ο Bruno Monsaingeon έγραψε και σκηνοθέτησε αυτό το γαλλικής παραγωγής ντοκιμαντέρ, διάρκειας 144 λεπτών, για τον Σβιατοσλάβ Ρίχτερ ο οποίος πέθανε την 1η Αυγούστου του 1997. Η ταινία – σε δύο μέρη – αποτελείται από ασπρόμαυρα κινηματογραφικά στιγμιότυπα από τη δεκαετία του 1930, σε συνδυασμό με μεταγενέστερα έγχρωμα βίντεο παραγωγής της Mosfilm. Οι προσωπικές αφηγήσεις από τον Ρίχτερ αποδίδονται σε ψηφιακό βίντεο το οποίο γυρίστηκε δύο χρόνια πριν από το θάνατό του.


Εκτός από τη συμμετοχή της στο Φεστιβάλ κινηματογράφου του Βανκούβερ το 1998, η ταινία έχει αποσπάει πολλά τηλεοπτικά βραβεία.


Οι γλώσσες που ακούγονται στην ταινία είναι ρωσικά, γερμανικά, αγγλικά και γαλλικά. Οι υπότιτλοι στα αγγλικά είναι εξαιρετικά εύληπτοι και δεν απαιτούν ιδιαίτερη γνώση της γλώσσας.


[Το βίντεο αφαιρέθηκε για λόγους «πνευματικών δικαιωμάτων» – The video was removed for "copyright reasons"]

Sviatoslav Richter: L' Insoumis, Part 1

English title: The Enigma, Russian title: Richter niepokorionnyi, German title: Richter der Unbeugsame

A film by Bruno Monsaingeon


Γαλλική παραγωγή, 1998 • French production, 1998
(Νέα έκδοση: 2011 • New edition: 2011)

English subtitles

(HD 1080p)

Δημοσιεύτηκε στο Youtube για λογαριασμό του Blog: Πρόσωπα της Κλασικής Μουσικής (Faces of Classical Music)


Σβιατοσλάβ Ρίχτερ (Πρώτο Μέρος)

Ο Ρίχτερ γεννήθηκε στο Ζίτομιρ της Ρωσικής Αυτοκρατορίας (σήμερα στην Ουκρανία) από Γερμανό πατέρα και Ρωσίδα μητέρα. Μεγάλωσε στην Οδησσό, και παρόλο που ο πατέρας του, που ήταν πιανίστας και οργανίστας, και ένας Τσέχος αρπίστας μαθητής του, του παρείχαν τη βασική του εκπαίδευση, ήταν εν γένει αυτοδίδακτος. Ακόμα και σε πρόωρη ηλικία ήταν εξαιρετικός στο παίξιμο πρίμα βίστα και συχνά εξασκούνταν με τοπικούς θιάσους όπερας και μπαλέτου. Σε ηλικία 15 ετών ξεκίνησε να δουλεύει στο Θέατρο Όπερας και Μπαλέτου της Οδησσού συνοδεύοντας στο πιάνο τις πρόβες.

Στις 19 Μαρτίου 1934 ο Ρίχτερ έδωσε το πρώτο του ρεσιτάλ στη Λέσχη Μηχανικών της Οδησσού. Τρία χρόνια αργότερα αποφάσισε να ξεκινήσει κανονικές σπουδές στο πιάνο στον διάσημο πιανίστα και δάσκαλο πιάνου, Χάινριχ Νόιχαους, στο Ωδείο της Μόσχας. Κατά τη διάρκεια της ακρόασης του Ρίχτερ από τον Νόιχαους, ο τελευταίος φέρεται να ψιθύρισε σε έναν μαθητή του: «ο άνθρωπος είναι ιδιοφυΐα». Παρόλο που ο Νόιχαους δίδαξε πολλούς μεγάλους πιανίστες, όπως ο Εμίλ Γκίλελς και ο Ράντου Λούπου, λέγεται ότι θεωρούσε τον Ρίχτερ ως «τον ιδιοφυή μαθητή, τον οποίο περίμενε όλη του την ζωή», ενώ παράλληλα παραδεχόταν ότι δεν του δίδαξε «σχεδόν τίποτα».

Νωρίς στην καριέρα του, ο Ρίχτερ, προσπάθησε να επιδοθεί στη σύνθεση, και φαίνεται ότι έπαιξε και μερικές συνθέσεις του στην ακρόαση για τον Νόιχαους. Τα παράτησε όμως λίγο μετά την άφιξή του στη Μόσχα. Αρκετά χρόνια αργότερα, εξήγησε αυτή του την απόφαση λέγοντας ότι «ίσως ο καλύτερος τρόπος που μπορώ να το εξηγήσω είναι ότι δεν έβλεπα κάποιο σκοπό στο να προσθέσω όλη αυτή την κακή μουσική στον κόσμο».

Ο Ρίχτερ ήταν ομοφυλόφιλος και, ενώ ο σεξουαλικός του προσανατολισμός ήταν κοινό μυστικό στον σοβιετικό μουσικό κόσμο, αυτή του η συμπεριφορά ήταν παράνομη και ποινικά κολάσιμη βάσει του σοβιετικού νόμου. Αυτό συνετέλεσε στην τάση του Ρίχτερ για απομόνωση. Δεν έδινε ποτέ συνεντεύξεις και ποτέ δεν συζητούσε δημοσίως την προσωπική του ζωή. Το 1945, ο Ρίχτερ γνώρισε και συνόδευσε σε ένα ρεσιτάλ τη σοπράνο Νίνα Ντόρλιακ, η οποία ήταν δέκα χρόνια μεγαλύτερή του. Από τότε παρέμειναν ζευγάρι μέχρι το θάνατο, παρόλο που δεν παντρεύτηκαν ποτέ.

Το 1949 έλαβε το Βραβείο Στάλιν, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα εκτεταμένες περιοδείες στη Ρωσία, την Ανατολική Ευρώπη και την Κίνα. Οι πρώτες συναυλίες του Ρίχτερ εκτός Σοβιετικής Ένωσης έγιναν στην Τσεχοσλοβακία το 1950. Το 1952 προσκλήθηκε να υποδυθεί τον Φραντς Λιστ στο ριμέικ της ταινίας για τη ζωή του Μιχαήλ Γκλίνκα, «Ο συνθέτης Γκλίνκα». Τον ομώνυμο ρόλο έπαιξε ο Μπορίς Σμιρνόφ. Το 1960, παρόλο που είχε την φήμη ότι ήταν αδιάφορος για τα πολιτικά, αψήφισε τις αρχές και έπαιξε στην κηδεία του Μπορίς Παστερνάκ. (Είχε παίξει την πρώτη σονάτα για βιολί του Σεργκέι Προκόφιεφ, μαζί με τον Νταβίντ Όιστραχ, στην κηδεία του Στάλιν το 1953).

Ο Ρίχτερ έκανε την πρώτη του περιοδεία στις ΗΠΑ το 1960 και στην Αγγλία και τη Γαλλία το 1961. Έγινε αρχικά γνωστός στη Δύση από ηχογραφήσεις της δεκαετίας του 1950. Ένας από τους πρώτους υποστηρικτές του Ρίχτερ στη Δύση ήταν ο Εμίλ Γκίλελς, ο οποίος κατά την πρώτη του περιοδεία στις ΗΠΑ, όπου έλαβε πολύ εγκωμιαστικές κριτικές, δήλωσε: «Περιμένετε μέχρι να ακούσετε και τον Ρίχτερ». Οι πρώτες συναυλίες του Ρίχτερ στη Δύση έγιναν το Μάιο του 1960, που του επετράπη να παίξει στη Φινλανδία, και στις 15 Οκτωβρίου του 1960, που έπαιξε το Δεύτερο κοντσέρτο για πιάνο του Γιοχάνες Μπραμς συνοδευόμενος από τη Συμφωνική Ορχήστρα του Σικάγου υπό την διεύθυνση του Έριχ Λάινσντορφ με μεγάλη επιτυχία. Στην κριτική της, η διάσημη μουσικοκριτικός της Chicago Tribune, Κλώντια Κάσιντι, η οποία ήταν γνωστή για τις σκληρές κριτικές σε καθιερωμένους καλλιτέχνες, θυμόταν ότι ο Ρίχτερ ανέβηκε στη σκηνή δείχνοντας διστακτικός και ευάλωτος (σαν να επρόκειτο να τον καταβροχθίσουν), αλλά μετά κάθισε στο πιάνο εκτελώντας την «παράσταση της ζωής του». Η περιοδεία του στις Ηνωμένες Πολιτείες τέλειωσε με μία σειρά συναυλιών στο Κάρνεγκι Χολ. Εντούτοις ο Ρίχτερ ισχυρίστηκε ότι δεν του άρεσε να παίζει στις Ηνωμένες Πολιτείες. Μετά από ένα περιστατικό το 1970 στο Alice Tully Hall της Νέας Υόρκης, όπου η συναυλία του με τον Νταβίντ Όιστραχ διακόπηκε από αντισοβιετικές διαμαρτυρίες, ορκίστηκε να μην επιστρέψει στις ΗΠΑ ξανά. Εμφανίστηκαν φήμες για σχεδιαζόμενη εμφάνισή του στο Κάρνεγκι Χολ προς το τέλος της ζωής του, αλλά δεν είναι σίγουρο αν είχαν κάποια βάση. Το 1961 ο Ρίχτερ έπαιξε για πρώτη φορά στο Λονδίνο. Το πρώτο του ρεσιτάλ με έργα του Χάυντν και του Προκόφιεφ δέχτηκε εχθρικές κριτικές από τους Βρετανούς κριτικούς. Αξιοσημείωτη είναι η κριτική του Νέβιλ Κάρντους, ο οποίος έκρινε ότι το παίξιμο του Ρίχτερ ήταν επαρχιακό, και απόρησε για ποιο λόγο τον είχαν καλέσει στο Λονδίνο, καθώς το Λονδίνο διέθετε αρκετούς πιανίστες δεύτερης κλάσης. Μετά τη συναυλία του στις 18 Ιουλίου 1961, όπου έπαιξε και τα δύο Κοντσέρτα για πιάνο του Φραντς Λιστ, οι κριτικές αντιστράφηκαν.

Παρόλο που στον Ρίχτερ άρεσε να παίζει για το κοινό, απεχθανόταν να προγραμματίζει τις συναυλίες της χρονιάς εξαρχής, και έτσι τα τελευταία χρόνια του έπαιζε σε μικρές, συχνά σκοτεινές αίθουσες, με μόνο μία μικρή λάμπα για να φωτίζεται η παρτιτούρα, ενώ η εμφάνιση ανακοινωνόταν λίγο διάστημα πριν. Ισχυριζόταν ότι αυτός ο τρόπος βοηθούσε το κοινό να επικεντρωθεί στη μουσική και όχι σε άσχετα θέματα όπως οι γκριμάτσες και οι χειρονομίες του πιανίστα.

Το 1986 ξεκίνησε μια εξάμηνη περιοδεία στη Σιβηρία, δίνοντας πιθανώς πάνω από 150 συναυλίες, ακόμα και σε μικρές πόλεις που δεν είχαν αίθουσα συναυλιών. Λέγεται ότι μετά από μια τέτοια συναυλία, μέρος του κοινού που δεν είχε ξανακούσει ποτέ κλασική μουσική μαζεύτηκαν στο κέντρο της αίθουσας και άρχισαν να λικνίζονται για να τον τιμήσουν. Ένα ανέκδοτο δείχνει τον τρόπο με τον οποίο προσέγγιζε ο Ρίχτερ τις εμφανίσεις του την τελευταία δεκαετία της ζωής του. Αφού διάβασε μια βιογραφία του Καρλομάγνου (ο Ρίχτερ ήταν μανιώδης αναγνώστης), έβαλε τη γραμματέα του να στείλει τηλεγράφημα στον διευθυντή του θεάτρου του Άαχεν που θεωρείται η γενέτειρα του Καρλομάγνου, δηλώνοντας «ο Μαέστρος διάβασε μια βιογραφία του Καρλομάγνου και θα επιθυμούσε να παίξει στο Ακυίσγρανο». Λίγο μετά, έπαιξε στην πόλη. Ακόμα και το 1995, ο Ρίχτερ εξακολουθούσε να παίζει κάποια από τα πιο απαιτητικά κομμάτια του πιανιστικού ρεπερτορίου, όπως τον κύκλο "Miroirs" του Μωρίς Ραβέλ, τη δεύτερη σονάτα για πιάνο του Σεργκέι Προκόφιεφ, καθώς και τις σπουδές και την τέταρτη μπαλάντα του Σοπέν. Το τελευταίο ρεσιτάλ του Ρίχτερ έγινε σε μία ιδιωτική συγκέντρωση στο Λίμπεκ της Γερμανίας στις 30 Μαρτίου 1995. Το πρόγραμμα αποτελούνταν από δύο σονάτες του Γιόζεφ Χάυντν και τις «Παραλλαγές και φούγκα σε ένα θέμα του Μπετόβεν» του Μαξ Ρέγκερ, κομμάτι για δύο πιάνα, που το έπαιξε μαζί με τον Αντρέας Λούτσεβιτς (Andreas Lucewicz).

Ο Ρίχτερ πέθανε στο Κεντρικό Νοσοκομείο της Μόσχας από ανακοπή καρδιάς, μετά από κατάθλιψη λόγω του ότι δεν μπορούσε να παίξει πλέον δημοσίως. Τον καιρό που πέθανε μελετούσε τη Σονάτα για πιάνο σε Μι μείζονα, D.459, του Φραντς Σούμπερτ.

Από τα γυρίσματα της ταινίας, Αντίμπ 1997














Από τα γυρίσματα της ταινίας, Αντίμπ 1997













Sviatoslav Richter
Portrait by Gabor Winkler Nemes




















Sviatoslav Richter: L' Insoumis, Part 2

No comments:

Post a Comment