Sergei Redkin

Sergei Redkin
Sergei Redkin (b. 1991), pianist – Third Prize (XV International Tchaikovsky Competition, 2015)

Wednesday, November 19, 2014

Franz Schubert: Winterreise – Thomas Oliemans, Malcolm Martineau

Franz Schubert
(31 Ιανουαρίου 1797 – 19 Νοεμβρίου 1828 • January 31, 1797 – November 19, 1828)

186η επέτειος από το θάνατό του – 186th anniversary of his death


Το «Χειμωνιάτικο ταξίδι» ("Winterreise") υπήρξε ο δεύτερος και τελευταίος κύκλος τραγουδιών του Φραντς Σούμπερτ σε ποίηση Βίλχελμ Μίλερ (Wilhelm Müller, 1794-1827). Η σύνθεση των είκοσι τεσσάρων τραγουδιών του κύκλου έλαβε χώρα σε δύο φάσεις, κατά τον Φεβρουάριο και τον Οκτώβριο του 1827, όπως εξάλλου και η δημοσίευσή τους, σε δύο δωδεκάδες, τον Ιανουάριο και τον Δεκέμβριο του 1828 (έναν περίπου μήνα μετά τον πρόωρο θάνατο του δημιουργού). Το «Χειμωνιάτικο ταξίδι» περιλαμβάνει ορισμένα από τα δημοφιλέστερα και περισσότερο αριστουργηματικά τραγούδια του Σούμπερτ, ενώ ως σύνολο αποτελεί ανυπέρβλητο έργο αναφοράς στο είδος του έντεχνου τραγουδιού. Στο τρίτο τραγούδι του κύκλου, "Gefrorne Tränen" («Παγωμένα δάκρυα»), ο πιανιστικός πρόλογος και επίλογος σκιαγραφεί τις σταγόνες των δακρύων στο παγωμένο σκηνικό και παράλληλα χρησιμεύει ως εύπλαστο υπόβαθρο για την ήπια μελοποίηση της πρώτης ποιητικής στροφής αλλά και την πολύ πιο φλογερή μελωδική μετουσίωση της τρίτης· αντιθέτως, στη μουσική αντιμετώπιση της δεύτερης στροφής του ποιήματος, το «πάγωμα των καυτών δακρύων» αντανακλάται τόσο στο σκοτείνιασμα της φωνητικής γραμμής, όσο και στη ρυθμική επιβράδυνση της εξίσου μουντής πιανιστικής της συνοδείας. — Ιωάννης Φούλιας

Τα τραγούδια (lieder) ήταν ένα είδος που ο Φραντς Σούμπερτ αγάπησε ιδιαίτερα, συνέθεσε περισσότερα από εξακόσια, και αποτελούν ένα μεγάλο μέρος της μουσικής του δημιουργίας και προσφοράς. Το 1823, σε μία περίοδο μεγάλης κατάπτωσης από τη σύφιλη που τον ταλαιπωρούσε, ανακάλυψε μία σειρά ποιημάτων του όχι πολύ γνωστού ποιητή Βίλχελμ Μίλερ. Η αμεσότητα αυτών των ποιημάτων, του προκάλεσε τόσο μεγάλη εντύπωση, ώστε διάλεξε είκοσι για να γράψει τον κύκλο «Η ωραία Μυλωνού». Τέσσερα χρόνια αργότερα ξαναγύρισε στα ποιήματα αυτά και συνέθεσε έναν άλλο κύκλο τραγουδιών, το «Χειμωνιάτικο Ταξίδι». Στον κύκλο αυτό η απελπισία που συναντάται στην «Ωραία Μυλωνού» φτάνει στα άκρα. Ο Σούμπερτ άλλαξε τη σειρά των ποιημάτων του Μίλερ, έτσι ώστε να εξαφανίσει και τις λιγοστές λάμψεις φωτός και ελπίδας που έδινε ο ποιητής. Δεν υπάρχει αληθινή αφήγηση. Ο ακροατής ακολουθεί τον πρωταγωνιστή, απογοητευμένο από τον έρωτα και βαριεστημένο από τα εγκόσμια, στις περιπλανήσεις του στο μοναχικό και αφιλόξενο χειμωνιάτικο τοπίο. Ο ρόλος του πιάνου δεν είναι πλέον συνοδευτικός, χρησιμοποιείται για να ερμηνεύσει τους στίχους, να αποδώσει συναισθήματα και καταστάσεις. Ο Σούμπερτ είπε κάποτε ότι σύμφωνα με αυτόν δεν υπάρχει αληθινά χαρούμενη μουσική. Ποτέ όμως πριν δεν είχε επιχειρήσει να γράψει μία τέτοιας έκτασης σύνθεση, πάνω σε ένα θέμα οδύνης, όπως το "Winterreise". —  Κώστας Τηλιακός

Ο Φραντς Σούμπερτ συνέθεσε τα είκοσι τέσσερα τραγούδια του κορυφαίου φωνητικού έργου του την προτελευταία χρονιά της ζωής του, αξιοποιώντας τον ρομαντικό ποιητικό λόγο του Γερμανού ποιητή και ενθουσιώδη φιλέλληνα Βίλχελμ Μίλερ, ο οποίος, όπως ο Σούμπερτ, πέθανε κι αυτός τόσο νέος! Το αέναο ταξίδι – ο αιώνιος οδοιπόρος – και ο ανεκπλήρωτος έρωτας, δύο βάσανα γύρω από τα οποία χτίστηκε ο ποιητικός λόγος του Μίλερ, βρήκαν στη μουσική του Σούμπερτ τον ιδανικό σύντροφο και μαζί πήραν το δρόμο προς την αθανασία. Τέτοιο συνταίριασμα λόγου και μουσικής πολύ σπάνια συναντιέται. — Γιώργος Β. Μονεμβασίτης

Στο «Χειμωνιάτικο ταξίδι», πάλι ένας πληγωμένος από έρωτα νέος, τριγυρνά σε ένα κατάλευκο τοπίο, όπου παγώνουν ακόμα και τα δάκρυά του, κοιμάται σε κοιμητήρια (να που ο ευφημισμός ταιριάζει γάντι), και συνομιλεί με κοράκια. Η μουσική του Σούμπερτ δένει απόλυτα με τους αρκετά συμβατικούς στίχους του Γερμανού ποιητή και γνωστού φιλέλληνα Βίλχελμ Μίλερ. Οι σπαρακτικές αυτές συνθέσεις του Σούμπερτ πετυχαίνουν την τέλεια επιτομή ανάμεσα στο συναισθηματικό και περιγραφικό στοιχείο της σχέσης της μουσικής με τη φύση. — Τάκης Ατσιδάκος



Το σπαρακτικό αριστούργημα του γερμανικού Ρομαντισμού "Winterreise" του Φραντς Σούμπερτ, ερμηνεύουν ο ταλαντούχος Ολλανδός βαρύτονος Thomas Oliemans, συνοδευόμενος στο πιάνο από τον βραβευμένο Σκοτσέζο ακομπανιατέρ Malcolm Martineau.



Franz Schubert (1797-1828)

♪ Winterreise, D.911 (1827)


Thomas Oliemans, baritone

Malcolm Martineau, piano

Concertgebouw, Amsterdam, 
July 15, 2013 (15 Ιουλίου 2013)

(HD 1080p)



Malcolm Martineau, Thomas Oliemans


Franz Schubert,
portrait by Anton Depauly, 1828
Ο Φραντς Σούμπερτ, μικρότερος γιος ενός ενοριακού καθηγητή και μάγειρα, γεννήθηκε στην περιοχή του Lichtenthal στη Βιένη, την 31η Ιανουαρίου 1797. Η οικογένειά του είχε μεγάλη σχέση με τη μουσική. Ο Φραντς πήρε τα πρώτα μαθήματα μουσικής από τον πατέρα του, τον αδερφό του, Ignaz, και τον Michael Holzer, που ήταν καθηγητής χορωδίας της ενορίας. Ο τελευταίος είχε μείνει έκπληκτος από τις μουσικές του ικανότητες και είχε πει ότι ο Φραντς ήξερε τα μαθήματα τέλεια πριν ακόμη τα διδαχθεί.

Το 1808, ο Σούμπερτ πέρασε τις εισαγωγικές εξετάσεις για την Stadtkonvict, που προετοίμαζε χορωδούς για την αυτοκρατορική αυλή του Chapel. Η ζωή εκεί ήταν δύσκολη για τον Φραντς, συχνά μέσα σε συνθήκες κρύου, πείνας και αυστηρής πειθαρχίας. Όταν όμως ο Σούμπερτ προσαρμόστηκε, ασχολήθηκε σκληρά με τη μουσική μελέτη και δημιούργησε στενούς φιλικούς δεσμούς εκεί, ιδιαίτερα με τον Josef Spaun, που έμεινε φίλος του για όλη τη ζωή του.

Στην Stadtkonvict, o Σούμπερτ πραγματοποίησε τις πρώτες του συνθέσεις. Με χαρτί που του προμήθευσε ο Spaun, έγραψε το πρώτο του τραγούδι, "Hagars Klage", το οποίο και υπέπεσε στην αντίληψη του Salieri, διευθυντή της Convict. Ο Salieri εντυπωσιάστηκε τόσο πολύ από το κατόρθωμα του νεαρού Φραντς, που τον έθεσε υπό την προσωπική επίβλεψη του Ruczizka, καθηγητή αρμονίας, ο οποίος αργότερα είπε στον Salieri: «Ο Σούμπερτ φαίνεται να έχει διδαχθεί από τον ίδιο το Θεό, αυτό το παιδί ξέρει τα πάντα!». Ο Salieri πίστεψε τόσο στην ιδιοφυΐα του Σούμπερτ, που του ανέθεσε να γράψει μία όπερα, ως μια από τις πρώτες του ασκήσεις.

Τον Μάιο του 1812 η μητέρα του Σούμπερτ πεθαίνει, και στις 26 Ιουλίου η φωνή του σπάει, τερματίζοντας την καριέρα του ως χορωδού. Χωρίς τις χορωδιακές του υποχρεώσεις, ο Σούμπερτ αφιερώνεται στη σύνθεση μουσικής και μέχρι το 1813 έχει χάσει κάθε ενδιαφέρον για τις σπουδές του. Τελικά γράφει την Πρώτη του Συμφωνία, ένα κατόρθωμα για τον νεαρό Φραντς, και αποχωρεί ηθελημένα από τη Stadtkonvict, αφού δεν προσπάθησε καν να βελτιώσει τους ήδη χαμηλούς του βαθμούς, οι οποίοι θα του επέτρεπαν τη συνέχιση των σπουδών του.

Ως συνέπεια, ο πατέρας του βρίσκει την ευκαιρία να του επιβάλει να σπουδάσει στην Imperial Normalhauptschule για να γίνει δάσκαλος, ένα επάγγελμα που ο Σούμπερτ αντιπαθούσε, και το οποίο θα του εξασφάλιζε οικονομική άνεση και προστασία από τη στρατολογία, σε αντίθεση με την αβέβαιη μουσική καριέρα. Ο Σούμπερτ όμως, τελειώνοντας τις σπουδές του και αρχίζοντας να διδάσκει, το φθινόπωρο του 1814, αποδεικνύεται μέτριος δάσκαλος. Τελικά εγκαταλείπει αυτή την προσπάθεια με την υλική και ψυχική υποστήριξη του φίλου του Franz von Schober. Τα γεγονότα αυτά σηματοδότησαν μια σταδιακή χειροτέρευση των σχέσεων μεταξύ του Σούμπερτ και του πατέρα του. Την ίδια εποχή παρουσιάζεται για πρώτη φορά σε ευρύ κοινό η Πρώτη του Λειτουργία, που ήταν μια μεγάλη επιτυχία, με τον δάσκαλό του Salieri να τον διακρίνει ως μελλοντικό ένδοξο συνθέτη. Η σοπράνο Therese Grob, που συμμετείχε στη συναυλία, έγινε ο έρωτας της ζωής του Σούμπερτ, αλλά είτε λόγω της ανησυχίας της οικογένειάς της για την άσχημη οικονομική προοπτική του, είτε λόγω των περιοριστικών νόμων περί γάμου εκείνης της εποχής, η σχέση τους δεν έφτασε μέχρι το γάμο, και η Therese παντρεύτηκε άλλον στα 1820.

Προς το τέλος του 1814, ο Σούμπερτ συνθέτει το πρώτο του μνημειώδες τραγούδι, "Gretchen am Spinnrade", μελοποιώντας Goethe. Παράλληλα εισχωρεί στον κύκλο φίλων του Bildung, που είχε ιδρυθεί στο Linz το 1811, και στον οποίο ήταν ήδη μέλη οι φίλοι του Spaun και ο ποιητής Mayrhofer. Εκεί διατηρούσαν τη φιλία τους και το ζήλο τους για αυτοβελτίωση και παιδεία, που ήταν και η κεντρική αρχή του Bildung. Ένας στόχος του Bildung ήταν και η μελέτη της λογοτεχνίας, στόχος στον οποίο ο Σούμπερτ δεν πρόσφερε ιδιαίτερα, αλλά βρήκε την ευκαιρία να αποκτήσει πρόσβαση σε ένα τεράστιο υλικό για έμπνευση και σύνθεση.

Ο κύκλος όμως, όπως και άλλοι, θεωρήθηκε και δέχτηκε παρενοχλήσεις από την αστυνομία ως ύποπτη κρυφή οργάνωση που διακινούσε δημοκρατικές και φιλελεύθερες ιδέες, επικίνδυνες για το καθεστώς. Ο Σούμπερτ, μόλις που ξέφυγε τη σύλληψη και την καταδίκη του σε εποχές δύσκολες για την ελεύθερη έκφραση. Εκεί όμως ανέπτυξε σημαντικά τις φιλίες και τις γνωριμίες του, οι οποίες του φάνηκαν χρήσιμες και σωτήριες για την υπόλοιπη ζωή του, αφού βρήκε σημαντική βοήθεια για την ψυχολογική και οικονομική ενίσχυσή του, για να εκδοθούν και να παρουσιαστούν αρκετά από τα έργα του και να φιλοξενηθεί σε σπίτια σε διάφορες πόλεις, κάτι που του ήταν αναγκαίο.

Τα έτη 1815 και 1816 αποδείχτηκαν ιδιαίτερα δημιουργικά, χωρίς όμως καμιά διάκριση. Αυτό, ωστόσο, συνέβαλε στην ωρίμαση του Σούμπερτ που, με τον Beethoven ως πρότυπο, άρχισε να οραματίζεται τον εαυτό του ως ανεξάρτητο και αυτοδημιούργητο καλλιτέχνη. Ακολούθησε μια πορεία υφέσεων και ανόδων κατά την περίοδο 1817-1822, που λόγω της αστάθειάς της, ο Σούμπερτ έγινε πιο δύσκολος με τους φίλους του, κυκλοθυμικός και καταθλιπτικός. Ευχάριστα διαλείμματα ήταν οι λιγοστές παρουσιάσεις των έργων του και οι Schubertiad βραδιές («Σουμπερτιάδες») που ξεκίνησε με τον φίλο του και τραγουδιστή Vogl, με τον οποίο παρουσίαζε τραγούδια του σε διάφορες φιλικές και κοσμικές συγκεντρώσεις, όπου παιζόταν μόνο η μουσική του.

Το 1822 γίνεται μέλος της Styrian Musical Society, παίρνοντας μια μικρή γεύση της πολυπόθητης αναγνώρισής του. Προσβάλλεται όμως από την ασθένεια της σύφιλης, που έμελλε να του προκαλέσει πολυάριθμα προβλήματα υγείας και εργασίας. Από τις προσωπικές του σημειώσεις φαίνεται η ανάγκη του να διαμορφώσει μια προσωπική φιλοσοφία γύρω από τον ψυχικό και σωματικό του πόνο, ώστε να τον δεχτεί ως αναγκαίο για το δημιουργικό του πνεύμα.

Ο Σούμπερτ γνώρισε τελικά καλύτερες συνθήκες στα τελευταία χρόνια της ζωής του, από το 1825 και μετά, παίρνοντας διάφορες διακρίσεις και βλέποντας περισσότερα έργα του να εκδίδονται και να εκτελούνται, κερδίζοντας ένα πιο σίγουρο και υψηλό ανάστημα στη μουσική ζωή της Βιένης. Το ηθικό του ανέβηκε σημαντικά με ένα κονσέρτο φιλανθρωπίας για απόρους, που δόθηκε προς τιμήν του τον Σεπτέμβριο του 1827, και με ένα άλλο κονσέρτο του για την πρώτη επέτειο μετά το θάνατο του Beethoven. Ο Σούμπερτ, ύστερα από μια μακροχρόνια ταλαιπωρία από σύφιλη, πέθανε το απόγευμα της 19ης Νοεμβρίου του 1828.

Σε αντίθεση με άλλους συνθέτες, όπως ο Mozart, o Beethoven ή ο Wagner, ο Σούμπερτ δεν είχε συνειδητοποιήσει τη μεγαλοφυΐα του. Επίσης, δεν αναγνωρίστηκε εύκολα, αφού το μεγαλύτερο μέρος των συνθέσεών του δεν εκδόθηκε ούτε καν παρουσιάστηκε μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα, κι έτσι η φήμη του είχε περιοριστεί σε αυτήν του τραγουδοποιού. Το πιο σημαντικό του κατόρθωμα είναι ότι εδραίωσε το γερμανικό lied ως νέα μουσική φόρμα στον 19ο αιώνα.

Ο Σούμπερτ πέθανε μόλις τριανταενός ετών, ωστόσο πρόλαβε να γράψει περίπου χίλια έργα! Εκτός από εξακόσια lieder (τραγούδια), με σημαντικότερους τους κύκλους «Η Ωραία Μυλωνού» και «Χειμωνιάτικο ταξίδι», συνέθεσε επίσης οκτώ συμφωνίες, δεκαεπτά όπερες και ζίγκσπιλ,  πολυάριθμα χορωδιακά έργα, μουσική δωματίου και εικοσιδύο Σονάτες για πιάνο.

Ο Φραντς Σούμπερτ είχε γράψει: «Κανένας δεν καταλαβαίνει τη θλίψη ενός άλλου, κανένας δεν καταλαβαίνει τη χαρά ενός άλλου· η μουσική μου είναι το προϊόν του ταλέντου μου και του μαρτυρίου μου. Και αυτά που έχω γράψει μέσα στον μεγαλύτερο πόνο μου είναι αυτά που φαίνεται ότι ο κόσμος προτιμάει».

Πηγές: biographies.nea-acropoli.gr, melodisia.mmb.org.gr



Δείτε επίσης – Watch also


Franz Schubert: Winterreise – Ian Bostridge, Julius Drake

Franz Schubert: Gretchen am Spinnrade – Marina Rebeka, Giulio Zappa

Franz Schubert: Symphony No.9 in C major – Gothenburg Symphony Orchestra, David Afkham

No comments:

Post a Comment