Sergei Redkin

Sergei Redkin
Sergei Redkin (b. 1991), pianist – Third Prize (XV International Tchaikovsky Competition, 2015)

Wednesday, April 29, 2015

Georges Bizet: Symphony in C major – Sir Thomas Beecham (Audio video)

Sir Thomas Beecham
(29 Απριλίου 1879 - 8 Μαρτίου 1961 • April 29, 1879 - March 8, 1961)

136η επέτειος από τη γέννησή του – 136th anniversary of his birth


Ο σερ Τόμας Μπίτσαμ υπήρξε ο πρώτος Άγγλος μαέστρος διεθνούς φήμης και μία από τις πιο σημαντικές μουσικές προσωπικότητες της Μεγάλης Βρετανίας. Γεννήθηκε στην Αγία Ελένη του Λάνκαστερ στις 29 Απριλίου 1879, στους κόλπους μιας φιλόμουσης οικογένειας φαρμακοβιομηχάνων. Ο συνονόματος παππούς του είχε κάνει περιουσία από τα καθαρτικά χάπια, που παρασκεύαζε η εταιρεία του, Beecham's Pill (μετέπειτα SmithKline Beecham, σήμερα GlaxoSmithKline). Σπούδασε μουσική κατ' ιδίαν με τους Τσαρλς Γουντ στο Λονδίνο και Μόριτς Μοσκόφσκι στο Παρίσι. Ως διευθυντής ορχήστρας υπήρξε αυτοδίδακτος.

Το 1899, έκανε την πρώτη του εμφάνιση ως μαέστρος στη γενέτειρά του και τρία χρόνια αργότερα το επαγγελματικό του ντεμπούτο. Το 1906 ο Μπίτσαμ κλήθηκε στο Λονδίνο να διευθύνει τη νεοσυσταθείσα New Symphony Orchestra. Επέλεξε έργα που ταίριαζαν στο γούστο του, αδιαφορώντας για τις προτιμήσεις του κοινού. Πρότεινε έργα ελασσόνων συνθετών του 18ου και 19ου αιώνα, όπως των Γάλλων Ετιέν Μεχίλ και Νικολά Νταλεράκ και του Ιταλού Φερντινάντο Παέρ. Την εποχή εκείνη ανακάλυψε τη μουσική του Φρέντερικ Ντίλιους, με τον οποίο ανέπτυξε στενή φιλία και αφιέρωσε πολύ χρόνο στην προώθηση του έργου του.

Τη δεκαετία του 1910 ο νεαρός μαέστρος είχε αποξενωθεί από την οικογένειά του, επειδή ο πατέρας του, Τζόζεφ, είχε κλείσει τη μητέρα του σε ψυχιατρείο, καθώς έπασχε από διανοητικές διαταραχές. Οι δύο άνδρες τα ξαναβρήκαν το 1909, όταν ο πατέρας ανέλαβε την οικονομική υποστήριξη της Beecham Symphony Orchestra, που είχε ιδρύσει ο γιος του με νεαρούς ταλαντούχους μουσικούς, των οποίων η ηλικία δεν ξεπερνούσε τα 25 χρόνια. Η ορχήστρα δεν τράβηξε το ενδιαφέρον του κοινού και σύντομα διαλύθηκε. Τα επόμενα χρόνια ο Μπίτσαμ ασχολήθηκε με την όπερα, είτε ως μαέστρος είτε ως ιμπρεσάριος, με βάση το Κόβεντ Γκάρντεν του Λονδίνου. Μετακάλεσε για πρώτη φορά τα Μπαλέτα Ντιαγκίλεφ κι έτσι το λονδρέζικο κοινό γνώρισε τη μουσική του Στραβίνσκι, αλλά και τις όπερες σπουδαίων Ρώσων συνθετών του 19ου αιώνα, όπως των Μοντέστ Μουσόργκσκι, Νικολάι Ρίμσκι-Κόρσακοφ και Αλεξάντρ Μποροντίν.

Η έκρηξη του Α' Παγκοσμίου Πολέμου δεν ανέκοψε τη μουσική δραστηριότητα του Μπίτσαμ. Συνέχισε να παρέχει την οικονομική του υποστήριξη στις ορχήστρες The Hallé του Μάντσεστερ και τη Συμφωνική Ορχήστρα του Λονδίνου. Το 1915, σχημάτισε θίασο όπερας (Beecham Opera Company) και περιόδευσε σε όλη τη Μεγάλη Βρετανία. Μετά τον πόλεμο συνέδεσε και πάλι την τύχη του με το Κόβεντ Γκάρντεν. Τη δεκαετία του 1920 εγκατέλειψε τις επιχειρηματικές του δραστηριότητες, λόγω οικονομικών προβλημάτων και αφοσιώθηκε στη διεύθυνση ορχήστρας. Γρήγορα απέκτησε διεθνή φήμη, διευθύνοντας σπουδαία ορχηστρικά σύνολα σε ΗΠΑ, Γαλλία και Γερμανία. Το 1932, ίδρυσε τη Φιλαρμονική Ορχήστρα του Λονδίνου (LPO), αναδεικνύοντάς την πολύ γρήγορα σε σπουδαίο συμφωνικό σύνολο με διεθνή καριέρα. Τον ίδιο χρόνο ο Μπίτσαμ επανήλθε στο Κόβεντ Γκάρντεν ως καλλιτεχνικός διευθυντής.

Με την έκρηξη του Β' Παγκοσμίου Πολέμου ο Μπίτσαμ μετακόμισε στις ΗΠΑ και στη συνέχεια στην Αυστραλία, όπου συνέχισε τη μουσική του δραστηριότητα. Τον Σεπτέμβριο του 1944 επανήλθε στη Μεγάλη Βρετανία και ανέλαβε εκ νέου τη Φιλαρμονική Ορχήστρα του Λονδίνου για μικρό χρονικό διάστημα. Το 1946 αποχώρησε για να ιδρύσει τη Βασιλική Φιλαρμονική Ορχήστρα του Λονδίνου (RPO), την οποία σύντομα ανέδειξε ως μία από τις κορυφαίες της Αγγλίας. Παρέμεινε μουσικά ενεργός καθ' όλη τη διάρκεια της δεκαετίας του '50, διευθύνοντας συμφωνικές ορχήστρες σε πολλά μέρη του κόσμου. Πέθανε στις 8 Μαρτίου 1961, από καρδιακό επεισόδιο, σε ηλικία 81 ετών. Ο Μπίτσαμ νυμφεύτηκε τρεις φορές και απέκτησε τρία παιδιά, τα δύο από τον πρώτο του γάμο και το ένα εκτός γάμου.

Δυναμικός, πολύπλευρος και ακούραστος ιδρυτής σπουδαίων ορχηστρών και δεινός καλλιτεχνικός μπίζνεσμαν, ο βαρονέτος σερ Τόμας Μπίτσαμ (απέκτησε τον τίτλο ευγενείας από τον πατέρα του) υπήρξε ο πιο προικισμένος μουσικός-μάνατζερ της Μεγάλης Βρετανίας. Το ρεπερτόριό του υπήρξε ευρύ και πολυποίκιλο. Ο Μπαχ δεν του έλεγε και πολλά πράγματα, σε αντίθεση με τον Χαίντελ, που φρόντισε να αναδείξει το έργο του. Εκτιμούσε ιδιαίτερα τη μουσική του Χάυντν, του Μπερλιόζ, του Σιμπέλιους, του Σούμπερτ και του Ρίχαρντ Στράους. Για τους συμπατριώτες του συνθέτες δεν έτρεφε ιδιαίτερη εκτίμηση, με εξαίρεση τον Ντίλιους. Σε κόντρα βρισκόταν και με πολλούς Βρετανούς συναδέλφους του, οι οποίοι του καταλόγιζαν αυταρχικότητα, σε αντίθεση με τους ξένους συναδέλφους του, με τους οποίους διατηρούσε εξαιρετικές σχέσεις και τους οποίους συχνά προσκαλούσε στην Αγγλία για συναυλίες.

Για τον Μπίτσαμ έχουν γραφεί και ειπωθεί πολλές ιστορίες, κάποιες από αυτές επινοημένες, δηλωτικό της έντονης και πνευματώδους προσωπικότητάς του. Το 1978, κυκλοφόρησε το βιβλίο "Beecham Stories", με ρήσεις και ανέκδοτα του Άγγλου μαέστρου. Μερικά από αυτά:
— «Μουσικολόγος είναι ο άνθρωπος που μπορεί να διαβάσει μουσική, αλλά δεν μπορεί να την ακούσει.»
— «Δύο είναι οι προϋποθέσεις για μια καλή συναυλία: η ορχήστρα πρέπει να αρχίζει και να τελειώνει μαζί. Ο κόσμος δεν δίνει δεκάρα για το τι γίνεται στο ενδιάμεσο.»
— Στην 70ή επέτειο των γενεθλίων του ο Μπίτσαμ έλαβε ευχετήρια τηλεγραφήματα από τους Ρίχαρντ Στράους, Στραβίνσκι και Σιμπέλιους. Και η παρατήρησή του: «Τίποτα από τον Μότσαρτ;»
— Ο μαέστρος απευθύνεται σε μιαν ανεπαρκή βιολοντσελίστρια: «Κυρία μου, έχετε στα σκέλια σας ένα όργανο, ικανό να δώσει ευχαρίστηση σε χιλιάδες ανθρώπους, και το μόνο που κάνετε είναι να το ξύνετε!» (Το ανέκδοτο αποδίδεται και στον Αρτούρο Τοσκανίνι).
— «Μεγάλη μουσική είναι αυτή που διαπερνά το αφτί με ευκολία και αφήνει τη μνήμη με δυσκολία».
— «Η κινηματογραφική μουσική είναι σκέτος θόρυβος, πιο επίπονος στο αφτί και από την ισχιαλγία μου».


Georges Bizet, 1875
Ο Ζωρζ Μπιζέ συνέθεσε τη Συμφωνία σε Nτο μείζονα το 1855, ακριβώς 20 χρόνια πριν  από τη δημοφιλέστατη όπερά του «Κάρμεν», όταν ήταν μόλις 17 ετών και σπούδαζε στο Ωδείο του Παρισιού. Η ύπαρξη της Συμφωνίας αγνοήθηκε για 80 χρόνια περίπου, αφού η παρτιτούρα ανακαλύφθηκε μόλις το 1933. Αναμφισβήτητα, πρότυπο για τη Συμφωνία του Μπιζέ στάθηκε η Πρώτη Συμφωνία του δασκάλου του, Σαρλ Γκουνώ· ίσως μάλιστα οι πολλές δομικές της ομοιότητες με αυτήν να ήταν και ο λόγος που ο Μπιζέ αποσιώπησε την ύπαρξή της. Πάντως, αυτό που καθιστά τη Συμφωνία του Μπιζέ άκρως ενδιαφέρουσα και διαχρονικά γοητευτική, δεν είναι τόσο η πρωτοτυπία όσο η εντυπωσιακή ακρίβεια της συνθετικής τεχνικής, η λεπταίσθητη ενορχήστρωση και η ευφάνταστη επεξεργασία των μελωδικών της ιδεών. Επίσης, η Συμφωνία οφείλει πολλά – ως προς την κλασική δομή των τεσσάρων μερών της και το γενικότερο ύφος της – στο πνεύμα των Χάυντν, Μότσαρτ και Σούμπερτ.




Georges Bizet (1838-1875)

♪ Symphony in C major (1855)

i. Allegro vivo
ii. Adagio
iii. Allegro vivace and Trio
iv. Allegro vivace

Orchestre National de la Radiodiffusion Française

Sir Thomas Beecham (1879-1961)

EMI Classics 1961

2000 Digital Remaster

(HD 1080p – Audio video)

Πηγή για την εισαγωγή (Σερ Τόμας Μπίτσαμ): sansimera.gr


Sir Thomas Beecham, by Peter Keen, 1958

















No comments:

Post a Comment