Coming Soon

Friday, December 25, 2015

Heinrich Schütz: Christmas Vespers – Gabrieli Consort & Players, Paul McCreesh (Audio video)

"As it might have been celebrated at the Court of Dresden c. 1664". The subtitle of this recording is the key: there's no Schütz work called "Christmas Vespers", but by combining research in church archives with what is known of service music in Schütz' time, a Vespers service for Christmas can be reconstructed. Paul McCreesh is becoming somewhat of a specialist in such projects. Christmas Vespers in 17th-century Dresden, where Schütz was the senior Kapellmeister, would have been a musically elaborate culmination to a day already full of celebration and church-going. The eighty minutes of music here, while a substantial portion of the service, aren't actually the complete Vespers service (the sermon is omitted). What is here, however, is a disc chock-full of Christmas Schütz sung in a cathedral. The church acoustic gives the disc a sense of occasion; there are even two congregational hymns included, recorded from a different perspective than the choral portions of the service, giving an even greater sense of this being a recording of a church service rather than a studio recording. The effect of the whole is marvelous – Schütz' music is unparalleled and McCreesh and company give it an immensely successful presentation.


Το φημισμένο μπαρόκ σύνολο Gabrieli Consort & Players, υπό τη διεύθυνση του ιδρυτή και καλλιτεχνικού διευθυντή του συνόλου, του διάσημου Άγγλου αρχιμουσικού και μελετητή της αναγεννησιακής και μπαρόκ μουσικής Paul McCreesh, ερμηνεύει ύμνους και τραγούδια που γράφτηκαν γύρω στο 1664 από τον Χάινριχ Συτς, τον σπουδαιότερο Γερμανό συνθέτη πριν τον Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ, για τον εσπερινό της ημέρας των Χριστουγέννων στην Αυλή της Δρέσδης. Συμπράττουν ο Άγγλος τενόρος Charles Daniels,  η Χορωδία Αγοριών και η Εκκλησιαστική Χορωδία του καθεδρικού ναού του Ροσκίλντε. Η εξαιρετική ηχογράφηση πραγματοποιήθηκε στον καθεδρικό ναό της πόλης Ροσκίλντε στη Δανία τον Δεκέμβριο του 1998 και τον Μάιο του 1999.

Heinrich Schütz (1585-1672)

♪ Christmas Day Vespers at the Dresden Court Chapel, c. 1664

1. Prelude: La piva [00:00]*
2. Chant: Deus in adjutorium [01:51]
3. Warum toben die Heiden, SWV 23 [02:52]
4. Hymn: Christum wir sollen toben schon [06:46]
5. Historia der Geburt Jesu Christi, SWV 435 [13:37]
6. Magnificat, SWV 468 [48:50]
7. O bone Jesu, fili Mariae, SWV 471 [1:04:42]
8. Hymn: Gelobet seist du, Jesu Christ [1:11:29]
9. Collect and Blessing [1:16:04]
10. Postlude: Benedicamus Domino à 6 [1:17:39]

Charles Daniels, tenor (Evangelist, SWV 435)

Boys' Choir and Congregational Choir of Roskilde Cathedral
Gabrieli Consort & Players

Conductor: Paul McCreesh

Recording: Roskilde Cathedral, Denmark, 12/1998 & 5/1999

Recording Producer: Arend Prohmann

Archiv Production 1999

(HD 1080p – Audio video)

Start time of each track / Χρόνος έναρξης του κάθε κομματιού

Heinrich Schütz (c. 1650–60, by Christoph Spetner)
Heinrich Schütz born on October 8, 1585, in Köstritz, Saxony (now in Germany) and died on November 6, 1672, in Dresden. Widely regarded as the greatest German composer before Johann Sebastian Bach.

In 1599 he became a chorister at Kassel, where the landgrave of Hesse-Kassel provided him with a wide general education. In 1608 Schütz entered the University of Marburg to study law, but in 1609 he went to Venice, where for three years he studied music at the landgrave's expense; his chief teacher there was Giovanni Gabrieli. In Venice Schütz wrote his first known works, a set of Italian madrigals for five voices (published 1611). In 1613 he returned to Germany and went to Leipzig to resume his legal studies. Shortly afterward the landgrave offered him the post of second organist at the court in Kassel. In 1614 he went to Dresden to supervise the music for the christening of the son of the elector of Saxony, and in 1617 the landgrave gave him a permanent post in the electoral chapel. In 1628 Schütz again visited Venice, where Claudio Monteverdi was now the chief musical figure; it is possible that Schütz studied with him. Three years after his return to Dresden, Schütz left the elector's court, which was being seriously affected by plague and by the turmoils of the Thirty Years' War. From 1633 to 1635 he was chapelmaster to the royal court of Copenhagen. From 1635, apart from one further visit to the Danish court, he remained, in spite of his frequent pleas for dismissal, in the elector's service at Dresden.

After the early set of madrigals, almost all of Schütz's known works are vocal settings of sacred texts, with or without instruments. Of his known secular works, Dafne (performed 1627), the first German opera, and compositions for the marriage of Johann Georg II of Saxony in 1638 were lost. Schütz's special achievement was to introduce into German music the new style of the Italian monodists (as typified in Monteverdi's work) without creating an unsatisfactory hybrid. His music remains extremely individual and German in feeling. After the Latin of Symphoniae sacrae I (published 1629), he used the vernacular. The first German requiem was his Musikalische Exequien (published 1636) for soloists and choir, in which the writing for solo voice or duet is often florid in the Italian manner, while the choral sections are firmly based on German chorale tradition. The final section is for double choir, recalling Schütz's studies with the earlier Venetian composers. Other principal works from the middle of his life are two sets of Kleine geistliche Konzerte (published 1636, 1639) for solo voice and continuo, Geistliche Chormusik (published 1648), and Symphoniae sacrae II and III (published 1647, 1650) for various combinations of voices and instruments. In all of these works, Schütz's strong dramatic sense has been noted.

The Christmas Oratorio (from a publication of 1664) for soloists, choir, and instruments foreshadows his austere last works. These are a cappella Passions, settings of the text of the Gospels according to Matthew, Luke, and John. In these works even the sparing vocal figuration of the Christmas Oratorio is absent. The plain scriptural text is delivered by the soloist in a kind of recitative, generally syllabic, while the words of the Jews, high priests, etc., are set as brief polyphonic choruses.


Paul McCreesh (Photo by Caroline Doutre)

Ο Χάινριχ Συτς είναι ο σπουδαιότερος Γερμανός συνθέτης πριν τον Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ και ένας από τους μεγαλύτερους μουσικούς του πρώιμου Μπαρόκ. Γεννήθηκε στις 8 Οκτωβρίου 1585 στο Μπαντ Κέστριτς της Σαξονίας στο πανδοχείο του πατέρα του.

Όταν ο πατέρας του ανέλαβε ένα άλλο πανδοχείο στο Βάισενφελς, μετακόμισαν εκεί όπου και μεγάλωσε. Όταν ήταν 12 ετών, ένας ευγενής, ο Κόμης Μόριτς φον Έσεν-Κάσελ, που φιλοξενήθηκε στο πανδοχείο τους μια βραδιά, άκουσε τον μικρό Χάινριχ να τραγουδά με αγγελική κρυστάλλινη φωνή και εντυπωσιασμένος ζήτησε από τους γονείς του να τον βοηθήσει. Ο Κόμης πήρε τον νεαρό Συτς και τον πατέρα του στο Κάσελ όπου, με τη βοήθεια του, ο ικανός και εύστροφος Χάινριχ έμαθε γρήγορα λατινικά, αρχαία ελληνικά και γαλλικά και ξεκίνησε μιαν ευρεία μουσική εκπαίδευση.

Με χρηματοδότηση του Κόμη, σπούδασε στο Collegium Mauritianum μουσική, νομική στο Μάρμπουργκ, διδάχτηκε εκκλησιαστικό όργανο και σύνθεση και στη συνέχεια πήγε στη Βενετία που ήταν τότε το παγκόσμιο κέντρο της μουσικής. Εκεί έγινε μαθητής του Τζιοβάνι Γκαμπριέλι (1557-1612). Ο Γκαμπριέλι τού δίδαξε το διαδεδομένο την εποχή εκείνη μουσικό είδος των μαδριγαλίων και των μοτέτων και συνέβαλε με τη διδασκαλία του πολύ στο μουσικό ύφος που ο Συτς ανέπτυξε αργότερα ως συνθέτης. Στη Βενετία γνώρισε και τον σπουδαίο συνθέτη Κλαούντιο Μοντεβέρντι (1567-1643). Ο Γκαμπριέλι όμως ήταν ο μόνος τον οποίο σε όλη του τη ζωή ο Συτς αποκάλεσε ως δάσκαλό του.

Το 1613, επιστρέφει στο Κάσελ ενώ το 1617 εγκαθίσταται οριστικά στη Δρέσδη όπου διορίστηκε ως μουσικός διευθυντής της Αυλής του Ηγεμόνα Johann Georg I, έχοντας πλέον τη δυνατότητα να ασχοληθεί απερίσπαστος με τη σύνθεση. Η Δρέσδη ήταν μια πόλη που άνθιζε μουσικά χάρη στην κατανόηση για την Τέχνη που έδειχναν οι ηγεμόνες της οι οποίοι φρόντισαν να προωθούν και να καλλιεργούν τη μουσική φέρνοντας μαέστρους από την Ιταλία. Ο Συτς έζησε στη Δρέσδη μέχρι το 1657 αλλά διατήρησε τη θέση του μουσικού διευθυντή της Αυλής μέχρι τα γεράματα του.

Η Γερμανία το 1585, όταν γεννήθηκε ο Συτς, ήταν ουσιαστικά καμένη γη. Ήταν όπως και όλη η Ευρώπη, διχασμένη σε καθολικούς, Προτεστάντες και Καλβινιστές. Κυνήγι μαγισσών, προσηλυτισμός και θρησκευτικές διαμάχες, σκοταδισμός και επιπλέον οι ασθένειες, όπως η μεγάλη πανώλη, που είχαν ως αποτέλεσμα τον αποδεκατισμό του πληθυσμού. Και ας μη ξεχνάμε τον τριακονταετή πόλεμο μεταξύ 1618 και 1648 με τις φρικαλέες μάχες στα γερμανικά εδάφη, με αποτέλεσμα το θάνατο του 1/3 του γερμανικού πληθυσμού αλλά και την κατάρρευση της γερμανικής κουλτούρας.

Τα γεγονότα αυτά επηρέασαν τα μουσικά του θέματα που έχουν ως επί το πλείστον κύριο μοτίβο το θάνατο. Η μουσική του είναι θρησκευτική και χαρακτηρίζεται από μελαγχολική διάθεση και βαρύθυμη ομορφιά. Είναι ήρεμη, γοητευτική και αρμονική. Είναι ο πρώτος που χρησιμοποίησε γερμανικά κείμενα αντί των λατινικών που μέχρι τότε επικρατούσαν, δίνοντας την ευχέρεια και στον απλό λαό να κατανοήσει τους στίχους, ανοίγοντας παράλληλα έτσι μια νέα πορεία για την ίδια τη γερμανική μουσική. Κατά την εκτέλεση της μουσικής τοποθετούσε τους ερμηνευτές του σε διάφορα σημεία της εκκλησίας δημιουργώντας μιαν έντονη πληρότητα ήχου που μάγευε το ακροατήριο.

Γεμάτος δημιουργικότητα και ζήλο, φιλομαθής και ακούραστος, αναζητούσε νέες μελωδίες και ήχους μέχρι τα βαθιά γεράματα. Έγραψε πλήθος φωνητικών κυρίως έργων, βασισμένα σε πνευματικά-θρησκευτικά κείμενα. Κυριότερα από αυτά είναι οι Symphoniae sacrae Ι, ΙΙ και ΙΙΙ, τα Kleine geistliche Konzerte, τα Lukaspassion, Matthäuspassion, Johannespassion καθώς και το Weihnachtsoratorium. Τελευταία του σύνθεση είναι το "Schwanengesang" («Κύκνειο άσμα»). Ωστόσο δεν ήταν όλα τα έργα του θρησκευτικά. Έγραψε την πρώτη γερμανική όπερα με τον τίτλο «Δάφνη», καθώς και κοσμική μουσική ή μουσικά έργα για διάφορες περιστάσεις, που όμως δεν διασώθηκαν. Το σύνολο των διασωθέντων συνθέσεων του ταξινομήθηκαν το 1960 από τον Βέρνερ Μπίτινγκερ και φέρουν τον χαρακτηρισμό SWV (Schütz-Werke-Verzeichniss / Αρχείο Έργων Συτς).

Ο Συτς ήταν ένας άνθρωπος με αυτοπεποίθηση και πολλές ικανότητες. Ήταν συνεπής, πειθαρχημένος και προσηλωμένος στη δουλειά του. Ήταν αυστηρός με τον εαυτό του αλλά και με τους γύρω του. Διοχέτευε όλη την ενέργεια του στη μουσική δημιουργία. Μορφωμένος, ευφραδής και κοσμογυρισμένος. Από τα γράμματά του προς τους χορηγούς και προστάτες-εργοδότες ηγεμόνες του, αντιλαμβανόμαστε ότι ήταν μεν ευγενής αλλά δεν ήταν δουλοπρεπής απέναντι τους αλλά αντιθέτως με κάθε ευκαιρία σήκωνε το ανάστημα του. Λόγω του πολέμου, οι ηγεμόνες μείωσαν ή μερικές φορές δεν διέθεταν κονδύλια για τη μουσική, κάτι που εξόργιζε τον συνθέτη και πικραμένος τους τόνιζε ότι «υπό τα όπλα ασφυκτιά η τέχνη».

Το 1619, παντρεύτηκε τη Μαγκνταλένα Βίλντεκ και μαζί απέκτησαν δύο κόρες, την Άννα Ιουστίνα που πέθανε σε ηλικία 17 ετών και την Ευφροσύνη. Όταν και η σύζυγός του πέθανε πρόωρα το 1625, ο Συτς δεν ξαναπαντρεύτηκε. Ενώ η τύχη ήταν αρχικά καλή μαζί του, ο πρόωρος θάνατος της συζύγου και της κόρης του αλλά και ο πόλεμος τον έκαναν να μιλά για μια «σχεδόν βασανισμένη ύπαρξη».

Ο Χάινριχ Συτς συνέχιζε να συνθέτει μέχρι το 1671, δηλαδή ένα χρόνο πριν το θάνατο του. Πέθανε στις 6 Νοεμβρίου 1672 και κηδεύτηκε στην Φραουενκίρχε (Frauenkirche) της Δρέσδης. Στην ταφόπλακα του γράφτηκε η φράση «Ο σπουδαιότερος μουσικός του αιώνα του». Δυστυχώς ο τάφος του δεν έχει διασωθεί μετά την κατεδάφιση της εκκλησίας το 1727· υπάρχει μόνο μια σχετική υπενθύμιση στον ίδιο ναό όταν ξαναχτίστηκε. Προς τιμήν του υπάρχουν πολλά μνημεία, όπως το ανακαινισμένο μουσείο Heinrich-Schütz-Haus (Οικία Χάινριχ Συτς), που λειτουργεί από το 2012 στο Βάισενφελς, στο οποίο υπήρξε η κατοικία του Συτς ως παιδιού αλλά και ως ηλικιωμένου μέχρι το τέλος της ζωής του.

Εν ζωή ο Συτς ονομάστηκε «πατέρας της σύγχρονης (γερμανικής) μουσικής», ενώ το πρώτο εγχειρίδιο ιστορίας της γερμανικής μουσικής το 1650 τον αποκάλεσε ως «τον καλύτερο Τεύτονα (Γερμανό) συνθέτη». Ο Συτς «πάντρεψε» τα γερμανικά και προτεσταντικά μουσικά στοιχεία με τα ιταλικά, εισήγαγε καινοτομίες στη χρήση των μουσικών οργάνων και των κειμένων και διαμόρφωσε ένα καινούργιο ύφος, θέτοντας έτσι πολύ νωρίς τα θεμέλια πάνω στα οποία έχτισαν τη μουσική τους οι μεταγενέστεροι συμπατριώτες του συνθέτες και γι' αυτό δικαιολογημένα θεωρείται ως ο πατέρας της γερμανικής μουσικής.


The Gabrieli Consort, with artistic director Paul McCreesh (rear, second right)

See also

Christmas! Noël! Weihnachten! – RIAS Kammerchor, Hans-Christoph Rademann (Audio video)

The Christmas Story – Theatre of Voices, Ars Nova Copenhagen, Paul Hillier (Audio video)

Orlando di Lasso: Laudate Dominum – Studio de musique ancienne de Montréal, Andrew McAnerney (Audio video)

Mary Star of the Sea – Gothic Voices (Download 44.1kHz/16bit)

The Deer's Cry – William Byrd, Arvo Pärt, Thomas Tallis – The Sixteen, Harry Christophers (Audio video)

Psallat ecclesia – Ragnhild Hadland, Schola Solensis, Halvor J. Østtveit (Audio video)

Carlo Gesualdo: Sacrarum Cantionum Liber Primus a 5 voci – Oxford Camerata, Jeremy Summerly (Audio video)

Sacred Salterio: Lamentations of the Holy Week – Miriam Feuersinger, Il Dolce Conforto, Franziska Fleischanderl, Jonathan Pesek, Deniel Perer (Audio video)

Nicolas Gombert: Motets, Vol. II – Beauty Farm (Download 44.1kHz/16bit)

Nicolas Gombert: Motets, Vol. I – Beauty Farm (Download 44.1kHz/16bit)

Johannes Ockeghem: Missa L'homme armé, Missa quinti toni – Beauty Farm (Download 44.1kHz/16bit)

In the Midst of Life. Music from the Baldwin Partbooks I – Contrapunctus, Owen Rees (Audio video)

Antoine Busnoys: For the love of Jaqueline (Medieval love songs) – Sylvia Rhyne, Eric Redlinger (Audio video)

In Nativitate Domine: Festliche Weihnachtsmusik – Emma Kirkby, Susanne Rydén, Annegret Siedel (Audio video)

No comments:

Post a Comment