George Li

George Li
George Li (b. 1995), pianist – Second Prize (XV International Tchaikovsky Competition, 2015)

Sunday, February 21, 2016

Francis Poulenc: Pièces pour piano – Alexandre Tharaud (Audio video)

Ο σπουδαίος και πάντα απρόβλεπτος στις μουσικές επιλογές του, Γάλλος πιανίστας Αλεξάντρ Ταρό ερμηνεύει κομμάτια για πιάνο ενός από τους δημοφιλέστερους συνθέτες του 20ού αιώνα, του Φρανσίς Πουλένκ.



The great and always unpredictable in his musical selections, French pianist Alexandre Tharaud plays pieces for piano one of the most popular composers of the 20th century, Francis Poulenc.



Alexandre Tharaud plays Francis Poulenc

Francis Poulenc (1899-1963)

1. Presto en Si bémol majeur / in B flat major (1934), FP 70

2. Mélancolie (1940), FP 105

3. Suite française, d'apres Claude Gervaise (1935), FP 80
i.Bransle de Bourgogne
ii. Pavane
iii. Petite marche militaire
iv. Complainte
v. Bransle de Champagne
vi. Sicilienne
vii. Carillon

4. Nocturnes (1929-1938), FP 56
No.1 en Ut majeur / in C major
No.2 en La majeur / in A major ("Bal de jeunes filles")
No.3 en Fa majeur / in F major ("Les Cloches de Malines")
No.4 en Ut mineur / in C minor
No.5 en Ré mineur / in D minor ("Phalenes")
No.6 en Sol majeur / in G major
No.7 en Mi bémol / in E flat major
No.8 en Sol majeur / in G major

5. Mouvements perpétuels (1919), FP 14
No.1 Assez modéré
No.2 Très modéré
No.3 Alerte

6. Villageoises (1933), FP 65
No.1 Valse tyrolienne
No.2 Staccato
No.3 Rustique
No.4 Polka
No.5 Petite ronde
No.6 Coda

7. Intermezzo No.2 en Ré bémol majeur / in D flat major (1934), FP 71/2

8. Trois pièces (1918, 1928), FP 48
i. Pastorale
ii. Hymne
iii. Toccata

Alexandre Tharaud, piano

Arion 1996

(HD 1080p – Audio video)

Alexandre Tharaud














Από τις πιο προσωπικές συνθετικές φωνές της εποχής του, ο Φρανσίς Πουλένκ έμεινε ουσιαστικά ανεπηρέαστος από τις ποικίλες εκφάνσεις του μουσικού μοντερνισμού στο πρώτο μισό του 20ού αιώνα, κρατώντας συγχρόνως αποστάσεις από τη ρομαντική γλώσσα του 19ου αιώνα.

Ο Φρανσίς Πουλένκ γεννήθηκε στις 7 Ιανουαρίου του 1899 στο Παρίσι, όπου ο πατέρας του Emil ήταν διευθυντής της γνωστής φαρμακευτικής εταιρείας Rhône-Poulenc. Η μητέρα του Jenny Royer, ερασιτέχνις πιανίστα, του έδωσε τα πρώτα μαθήματα μουσικής και το ταλέντο του για τη σύνθεση δεν άργησε να φανεί. Κατ' απαίτηση του πατέρα του δεν σπούδασε μουσική, αλλά έλαβε μια γενική εκπαίδευση. Ωστόσο, το 1914 γνωρίζει τον Ricardo Viñes, Καταλανό καθηγητή, ο οποίος τον μυεί στη μουσική της εποχής του. Με την καθοδήγησή του εκτίθεται στη μουσική του Ντεμπυσσύ, του Στραβίνσκι και του Ερίκ Σατί· παράλληλα του γνωρίζει τον Ζαν Κοκτώ, την Μαρσέλ Μεγιέ, τον Ερίκ Σατί, αλλά και τον Νταριούς Μιγιώ.

Το 1915 πεθαίνει η μητέρα του και δύο χρόνια αργότερα ο πατέρας του. Αναγκάζεται να μετακομίσει στο σπίτι της αδερφής του, ενώ χάρη στον παιδικό του φίλο Raymonde Linossier ανακαλύπτει τους λογοτεχνικούς και καλλιτεχνικούς κύκλους του Παρισιού. Γνωρίζεται με τον Λουί Αραγκόν, τον Αντρέ Μπρετόν, τον Πωλ Ελυάρ και τον Γκιγιώμ Απολλιναίρ, από τους οποίους επηρεάζεται βαθιά και το 1917 γράφει το πρώτο του έργο, τη «Μαύρη Ραψωδία», για βαρύτονο και οργανικό σύνολο.

Francis Poulenc, New York 1960
Με τη λήξη του πολέμου γνωρίζεται με τον Μανουέλ ντε Φάλια και με τη βοήθεια του Στραβίνσκι εκδίδει τα πρώτα του έργα. Γράφει κύκλους τραγουδιών σε ποίηση του Απολλιναίρ και του Κοκτώ, οι οποίοι παρουσιάζονται με επιτυχία σε αίθουσες του Παρισιού. Το 1920 σχηματίζεται η Ομάδα των Έξι, στην οποία γίνεται μέλος· την ομάδα απαρτίζουν και οι Λουί Ντυρέ, Ζωρζ Ωρίκ, Αρτούρ Χόνεγκερ, Νταριούς Μιγιώ, και η Ζερμέν Ταϊγεφέρ, που θεωρούνται ότι πρεσβεύουν ένα είδος αντίδρασης απέναντι στη μουσική του Ρίχαρντ Βάγκνερ και τον Ιμπρεσιονισμό. Τον επόμενο χρόνο γνωρίζεται με τον Σερζ Ντιαγκίλεβ, διευθυντή των περίφημων Ρωσικών Μπαλέτων. Το πιο σημαντικό γεγονός ωστόσο είναι η έναρξη σπουδών πιάνου με τον Σαρλ Κέχλιν· τα μαθήματα θα κρατήσουν τέσσερα χρόνια και ο Πουλένκ θα μάθει αντίστιξη και αρμονία, κάτι που θα του χρησιμεύσει αργότερα, όταν ασχοληθεί με τη σύνθεση χορωδιακών έργων. Από την ίδια περίοδο προέρχονται το μπαλέτο "Les Biches", η Σονάτα για κλαρινέτο και φαγκότο και η Σονάτα για κόρνο, τρομπέτα και τρομπόνι. Συναντά επίσης τους δωδεκαφθογγιστές Άλμπαν Μπεργκ, Άντον Βέμπερν και Άρνολντ Σένμπεργκ, ενώ η διάσημη τσεμπαλίστα Βάντα Λάντοβσκα του παραγγέλνει ένα κοντσέρτο για τσέμπαλο.

Ήδη μέχρι το 1927 έχει χάσει αρκετούς ανθρώπους από το κοντινό του περιβάλλον· ο χαμός τους αποδεικνύεται μεγάλο πλήγμα για τον ίδιο και συχνά πέφτει σε κατάθλιψη. Αποφασίζει να μετακομίσει σ' ένα εξοχικό σπίτι, κοντά στο Νουαζαί, όπου μπορεί να συνθέτει ανενόχλητος. Λίγα χρόνια αργότερα χάνει την επιστήθια φίλη του Raymonde Linossier, άλλο ένα πλήγμα που τον βυθίζει στο ψυχικό σκοτάδι. Η σχέση του μαζί της είναι ακαθόριστη, καθώς ο Πουλένκ διατηρεί σχέσεις και με τα δύο φύλα· ο μεγάλος του έρωτας είναι ο ζωγράφος Richard Chanlaire, στον οποίο και αφιερώνει το «Αγροτικό Κοντσέρτο» (Concert champêtre). Ο Πουλένκ σε όλη τη διάρκεια της ζωής του βιώνει μια εσωτερική πάλη, προσπαθώντας να συμβιβάσει την έλξη του για το ίδιο φύλο και τις επιταγές της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, της οποίας είναι πιστός από μικρή ηλικία.

Η αντιδιαστολή ανάμεσα στα δύο είναι κάτι που διαφαίνεται στην εξέλιξη του έργου του, καθώς σταδιακά η μουσική του προσλαμβάνει ένα πιο αυστηρό και θλιμμένο ύφος. Το 1936 σκοτώνεται σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα ο φίλος και συνάδελφος Pierre-Octave Ferroud, γεγονός που τον συντρίβει· το σοκ είναι τόσο μεγάλο που αλλάζει όλο του το είναι και λειτουργεί ως ένα είδος θρησκευτικής αποκάλυψης. Επισκέπτεται το μνήμα της Μαύρης Παρθένου στη Ροκαμαδούρ και έκτοτε αφιερώνεται αποκλειστικά σχεδόν στη σύνθεση θρησκευτικής μουσικής. Μέχρι το 1947, οπότε και επιστρέφει στο Παρίσι, γράφει συστηματικά χορωδιακά κομμάτια, αλλά και άλλα έργα που παρουσιάζονται στο Παρίσι και το Λονδίνο. Ορισμένα μάλιστα διευθύνονται από τη μουσικοπαιδαγωγό Νάντια Μπουλανζέ, ενώ το Κοντσέρτο για δύο πιάνα εκτελείται από τον ίδιο και τον πιανίστα Pierre Bernac. Αρχίζει επίσης περιοδείες στην Αμερική, όπου παίζει και διευθύνει έργα του. Η περιοδεία συνεχίζεται το 1954 στην Αίγυπτο και την υπόλοιπη Ευρώπη, ενώ τον επόμενο χρόνο δέχεται άλλο ένα πλήγμα. Πεθαίνουν οι Αντριέν Μονιέ, Λυσιέν Ρουμπέρ και ο συνθέτης Αρτούρ Χόνεγκερ και μέσα σ' ένα κλίμα βαθιάς θλίψης ολοκληρώνει την όπερα «Διάλογοι των Καρμελιτών».

Στις 30 Ιανουαρίου του 1963 πεθαίνει από καρδιακή ανακοπή στο σπίτι του στο Παρίσι. Σύμφωνα με τη θέλησή του, η κηδεία είναι απλή, με μουσική υπόκρουση Μπαχ και ενταφιάζεται στο κοιμητήριο Περ Λασαίζ, στον οικογενειακό του τάφο.

Πηγή: Benjamin Ivry, Francis Poulenc, London, Phaidon Press Limited, 1996


Francis Poulenc
Francis Poulenc (07/01/1899 - 30/01/1963). One of France's leading modern composers, Poulenc was noted for the generous lyricism of his music and his gifts for expressing both profundity and lighthearted wit.

Francis Poulenc was the leading composer of Les Six, the French group devoted to turning music away from Impressionism, formality, and intellectualism. He wrote in a direct and tuneful manner, often juxtaposing the witty and ironic with the sentimental or melancholy. He heavily favored diatonic and modal textures over chromatic writing. His music also shows many elements of pandiatonicism, introduced around 1920 by Stravinsky, whose influence can be heard in some of Poulenc's compositions, such as the religious choral work, "Gloria". Poulenc is regarded as one of the most important twentieth century composers of religious music, and in the realm of the French art song he is also a major voice of his time. Poulenc was also a pianist of considerable ability.

Poulenc was born into a wealthy family of pharmaceutical magnates. The agrochemical giant Rhône-Poulenc is the present-day corporation started by his forebears. His mother was a talented amateur pianist who began giving him piano lessons at age five. Later Poulenc studied with a niece of César Franck, and then with the eminent Spanish virtuoso Ricardo Viñes, for whom he would later write music.

At age eighteen, Poulenc wrote "Rapsodie Nègre" for baritone and chamber ensemble, which made him an overnight sensation in France. The young composer served in the military during the years 1918-1921, during which time he composed the popular "Trois Mouvements Perpétuels" (1918).

By 1920, Les Six – Georges Auric, Arthur Honegger, Darius Milhaud, Germaine Tailleferre (the sextet's lone female representative), Louis Durey, and Francis Poulenc – had begun making its impression on the music world. In 1923, Poulenc wrote the ballet "Les Biches", which Diaghilev staged the following year with great success, the public finding its mixture of lightness, gaiety, and occasional moments of sentimentality irresistible. Poulenc continued writing at a fairly prolific pace in the late 1920s and early 1930s, producing many piano compositions, songs and other works. In 1935, he rekindled his friendship with baritone Pierre Bernac, thus launching a productive and enduring professional relationship. He also returned to the Roman Catholic Church that year when close friend Pierre-Octave Ferroud was killed in an automobile accident. Thereafter he wrote many important works of a religious nature, the first of which were "Litanies à la Vierge Noire", for soloists, chorus and organ, and "Mass in G" for mixed a cappella chorus, both from 1936.

During the war, Poulenc remained in German-occupied France, writing music of an antiwar or defiantly anti-Nazi bent, sometimes writing songs on texts by banned authors, such as Lorca. He also wrote a ballet "Les Animaux Modèles" (1940-1941), Sonata for violin and piano (1942-1943; rev. 1949) dedicated to Lorca, and the masterful "Figure Humaine" (1943), a choral cantata which is a hymn to freedom.

In the postwar years, Poulenc turned out his "Sinfonietta" (1947) and "Piano Concerto" (1949), both not entirely successful. In the period 1953-1956, Poulenc produced his most ambitious work, the opera "Dialogue of The Carmelites", considered by many the greatest French opera of the twentieth century.

Poulenc finished his last opera in 1958, "La Voix Humaine", a work whose lone character talks (sings) on the phone to her deserting lover for the work's 45-minute length. Notable also in this period is his "Gloria" (1959), a work shorn of sanctimony and rich in communicative simplicity and fervent religiosity. Poulenc's last major work was his "Sonata for Oboe and Piano" in 1962, dedicated to the memory of Prokofiev, whom he had befriended in the 1920s. Poulenc died suddenly of a heart attack.

Source: Robert Cummings (allmusic.com)




















Δείτε επίσης – See also

Alexandre Tharaud plays Erik Satie – Part II: Duos (Audio video)

Alexandre Tharaud plays Erik Satie – Part I: Solo (Audio video)

Alexandre Tharaud – Part I | All the posts

No comments:

Post a Comment