George Li

George Li
George Li (b. 1995), pianist – Second Prize (XV International Tchaikovsky Competition, 2015)

Wednesday, April 06, 2016

Son of Saul (2015) – A film by László Nemes – Géza Röhrig, Levente Molnár, Urs Rechn (Download the movie)














Οκτώβριος 1944, Άουσβιτς - Μπίρκεναου. Ο Saul Auslonder είναι Ούγγρος, μέλος της Sonderkommando, της ομάδας των Εβραίων κρατουμένων η οποία έχει απομονωθεί από το στρατόπεδο και είναι αναγκασμένη να βοηθά τους Ναζί στον μηχανισμό των μεγάλης κλίμακας εκτελέσεων. Ενώ δουλεύει σε ένα από τα κρεματόρια ο Σαούλ ανακαλύπτει το πτώμα ενός αγοριού το οποίο θεωρεί ότι είναι παιδί του. Ενώ η Sonderkommando σχεδιάζει εξέγερση, ο Σαούλ αποφασίζει να φέρει εις πέρας μιαν αδύνατη αποστολή: να σώσει το σώμα του παιδιού από τις φλόγες, να βρει έναν ραβίνο να απαγγείλει τη νεκρώσιμη ακολουθία (Kaddish) και να θάψει το αγόρι όπως πρέπει.



Ο σκηνοθέτης, ο οποίος ήταν και βοηθός του Μπέλα Ταρ (στον οποίο, όπως παραδέχεται ο ίδιος, οφείλει πολλά, όπως το να μάθει πού, σε ποιον/τι και πότε πρέπει να εστιάζει) χωρίς να έχουν εμφανείς ομοιότητες, αποφασίζει να μας δείξει την κόλαση του Άουσβιτς με έναν μοναδικό και πρωτόγνωρο τρόπο: κινηματογραφεί με φιλμ 40mm και σε ένα τετράγωνο φορμά, το οποίο δεν επιτρέπει να φαίνονται πολλά στο κάδρο. Η κάμερα είναι διαρκώς στο χέρι ακολουθώντας τον Σαούλ και, σχεδόν πάντα, η εστίαση είναι στο πρώτο πλάνο, ενώ το φόντο είναι θολό. Ουσιαστικά, μας δείχνει ό,τι βλέπει ο Σαούλ, χωρίς όμως τις γνωστές point-of-view (υποκειμενικές λήψεις). Βλέπουμε άλλοτε την πλάτη του και άλλοτε το πρόσωπό του, αλλά πάντα γύρω του, εκτός από μερικές στιγμές που η κάμερα φεύγει και ακολουθεί το παιδί (και το τελευταίο παιδί που δραπετεύει) σαν ο ίδιος ο Σαούλ να το ακολουθεί με τη σκέψη του. 

Δεν υπάρχουν εδώ λήψεις φαντασμαγορικές που να μας θυμίζουν ότι βλέπουμε ταινία: είμαστε εγκλωβισμένοι να κοιτάμε από το «παραθυράκι» τα μαρτύρια και να ακούμε τις κραυγές των αιχμαλώτων. Όπως και στην πραγματικότητα, δεν μπορούμε παρά να φανταστούμε από μαρτυρίες και αφηγήσεις τη φρίκη των «φούρνων». Η εξέλιξη της αφήγησης αφήνεται στη φαντασία μας. Μας δίνονται μικρά ερείσματα, τα οποία βρίσκουν τις όποιες μνήμες έχουμε στο υποσυνείδητό μας από ό,τι έχουμε ακούσει, και μαζί υφαίνουν μια εμπειρία τελείως προσωπική για τον καθένα.

Ο ήχος είναι επίσης αριστουργηματικός: πολλαπλά μικρόφωνα – ώστε χρειάζεται οπωσδήποτε να τη δεις στον κινηματογράφο για να τα αντιληφθείς – έχουν χρησιμοποιηθεί για να καταγράψουν τον αδιάκοπο «εργοστασιακό» θόρυβο του στρατοπέδου, τους συνεχείς ψιθύρους και την απόκοσμη ερημιά, που αμέσως διακόπτεται βίαια από ένα θόρυβο και προκαλεί την αίσθηση του τρόμου. Και εδώ ο ήχος χρησιμοποιείται με τον ίδιο τρόπο όπως η κάμερα: ό,τι δεν είναι μέσα στο κάδρο είναι το ίδιο σημαντικό με ό,τι γίνεται μέσα στο κάδρο. Έτσι: ό,τι ακούγεται και δεν το βλέπουμε στο κάδρο, είναι το ίδιο σημαντικό (και πιο τρομακτικό ίσως) με ό,τι ακούγεται και το βλέπουμε μέσα στο κάδρο.

Πηγή: Χάρης Παπαευαγγέλου (3 Δεκεμβρίου 2015, mixgrill.gr)


















As with every Holocaust film, "Son of Saul" will stir complaints that cinema is too trivial to encompass such profound evil. But there's nothing trivial about this Hungarian masterwork from first-time director László Nemes. You don't merely witness horror, you feel it in your bones.

Nemes keeps his camera tightly focused on Saul Auslander (Géza Röhrig), a Jewish prisoner at Auschwitz. Saul temporarily escapes the ovens by serving with the Sonderkommando, Jews coerced to help execute other Jews and dispose of the bodies. We see only what Saul sees, the more heinous acts blurred in the background, but all the more terrifying for that.

Tension surges when Saul finds a boy who has survived the gas. When the boy dies, Saul makes it his impossible goal to provide a Jewish burial. Is the boy Saul's own son? Or symbolic of a greater loss?

All you need to know is in the haunted eyes of Röhrig, whose raw and riveting performance deserves superlatives. Nemes is tackling a subject of enormous complexity. The result is, quite simply, a great film.

Source: rollingstone.com (December 17, 2015)
















Son of Saul | Saul Fia | Ο Γιος του Σαούλ (2015)

A film by László Nemes | Μια ταινία του Λάζλο Νέμες

Starring | Πρωταγωνιστούν
Géza Röhrig / Γκέζα Ρόχινγκ (Saul)
Levente Molnár / Λεβέντε Μολνάρ (Abraham)
Urs Rechn / Ουρς Ρεχν (Oberkapo Biedermann)

Direction / Σκηνοθεσία: László Nemes
Screenplay / Σενάριο: László Nemes, Clara Royer
Photography / Φωτογραφία: Mátyás Erdély
Music / Μουσική: László Melis

Language: German, Hungarian, Polish, Yiddish / Γλώσσα: Γερμανικά, Ουγγρικά, Πολωνικά, Γίντις (γερμανοεβραϊκή διάλεκτος)

Country: Hungary / Χώρα: Ουγγαρία
Production / Παραγωγή: Gábor Sipos, Gábor Rajna
Production companies / Εταιρείες παραγωγής: Hungarian National Film Fund, Laokoon Film Arts, Laokoon Filmgroup
Distribution / Διανομή: Mozinet

Awards / Βραβεία
• Academy Awards: Best Foreign Language Film
• Belgian Film Critics Association: Grand Prix
• Boston Online Film Critics Association: Best Foreign Language Film
• British Independent Film Awards: Best International Independent Film
• Cannes Film Festival: Grand Prix du Jury (László Nemes), FIPRESCI Prize (László Nemes), François Chalais Prize (László Nemes), Vulcan Award (Tamás Zányi)
• Chicago Film Critics Association: Best Foreign Language Film
• Critics' Choice Awards: Best Foreign Language Film
• Dallas-Fort Worth Film Critics Association: Best Foreign Language Film
• Dorian Awards: Foreign Language Film of the Year
• French Syndicate of Cinema Critics: Best Foreign Film
• Golden Globe Awards: Best Foreign Language Film
• Houston Film Critics Society: Best Foreign Language Film
• Independent Spirit Awards: Best International Film
• Los Angeles Film Critics Association: Best Foreign Language Film
• Manaki Brothers Film Festival: Golden Camera 300 (Mátyás Erdély)
• Motion Picture Sound Editors Golden Reel Awards: Foreign Feature Film (Tamás Zányi, Tamás Beke, Tamás Székely)
• National Board of Review: Best Foreign Language Film
• New York Film Critics Circle: Best First Film
• New York Film Critics Online: Best Foreign Language Film
• San Francisco Film Critics Circle: Best Foreign Language Film
• Satellite Awards: Best Foreign Language Film
• Washington D.C. Area Film Critics Association: Best Foreign Language Film

...and many other awards and nominations / ...και πολλά άλλα βραβεία και υποψηφιότητες


Watch the trailer / Δείτε το trailer (HD 720p)




Σημείωμα του σκηνοθέτη

«Ο Γιος του Σαούλ» είναι μια φιλόδοξη ταινία γυρισμένη με οικονομία, η οποία βυθίζει τον θεατή κατευθείαν στην καρδιά του στρατοπέδου συγκέντρωσης. Σκοπός μας ήταν να ακολουθήσουμε ένα τελείως διαφορετικό δρόμο από τη συνηθισμένη προσέγγιση των ιστορικών δραμάτων, το τεράστιο πεδίο δράσης τους και την πολυσήμαντη αφηγηματικότητά τους. Αυτή η ταινία δεν λέει την ιστορία του Ολοκαυτώματος, αλλά την απλή ιστορία ενός ανθρώπου παγιδευμένου σε μια τρομερή κατάσταση μέσα σε ένα περιορισμένο πλαίσιο χώρου και χρόνου. Δυο μέρες της ζωής ενός ανθρώπου αναγκασμένου να διατηρήσει την ανθρωπιά του, ο οποίος βρίσκει την ηθική σωτηρία στη διάσωση ενός νεκρού σώματος.

Ακολουθούμε τον κύριο χαρακτήρα σε όλη την ταινία, αναδεικνύοντας μόνο το άμεσο περιβάλλον του και δημιουργώντας έναν οργανικό φιλμικό χώρο περιορισμένων αναλογιών, πιο κοντινών στην ανθρώπινη αντίληψη. Η χρήση της φωτογράφισης μικρού πεδίου, η μόνιμη παρουσία στοιχείων εκτός πλάνου στην αφήγηση εκτεταμένων λήψεων, οι περιορισμένες οπτικές και πραγματολογικές πληροφορίες στις οποίες έχει πρόσβαση ο κύριος χαρακτήρας και ο θεατής, είναι τα θεμέλια της οπτικής και αφηγηματικής στρατηγικής μας.

Απεικονίζοντας μιαν ακριβή πραγματικότητα όσο γίνεται πιο πιστά στην Ιστορία, τα γεγονότα και οι τόποι της φρίκης παρουσιάζονται κατακερματισμένα αφήνοντας χώρο στη φαντασία του θεατή. Κατ' αυτόν τον τρόπο η κόλαση στην οποία ταξιδεύουμε δεν μπορεί να αποτιμηθεί πλήρως από τη ματιά των θεατών, μόνο να ανακατασκευασθεί στο μυαλό τους. Ο πολύγλωσσος διάλογος σε αυτήν την Βαβέλ των εθνών βοηθά στη μεταβίβαση της διαρκούς, οργανικής αίσθησης της ανθρωπιάς, όπως αυτή έχει παγιδευτεί στο μέσον της απανθρωπιάς.

Πιστεύω ότι υπάρχει μεγάλη δόση ελπίδας μέσα σε μια τόσο σκοτεινή ιστορία. Μέσα στην πλήρη απώλεια της ηθικότητας, των αξιών και της θρησκείας, ο άνθρωπος ο οποίος ακούει μια φωνούλα μέσα του για να κάνει μια φαινομενικά μάταιη και άχρηστη πράξη, βρίσκει εκεί μέσα την ηθική και την επιβίωση.

Πηγή: myfilm.gr














Συνέντευξη με τον Λάζλο Νέμες

Γεννημένος στην Ουγγαρία το 1977, ο Λάζλο Νέμες πέρασε την παιδική και νεανική του ηλικία στο Παρίσι, όπου ακολούθησε το 1989 τη μητέρα του. Οι γονείς του ήταν αντίπαλοι του κομμουνιστικού καθεστώτος. Ο Λάζλο Νέμες μεγάλωσε ανάμεσα σε δύο κουλτούρες, επιλέγοντας να σπουδάσει πρώτα στο Παρίσι (Ινστιτούτο Πολιτικών Σπουδών του Παρισιού, μετά σινεμά στην Σορβόννη) πριν φύγει για τη Βουδαπέστη το 2003, σε ηλικία 26 ετών, για να μάθει την τέχνη της κινηματογράφησης. Έτσι έγινε βοηθός του Μπέλα Ταρ, στο προλογικό απόσπασμα της συνεργατικής ταινίας «Όψεις της Ευρώπης» και «Άνθρωπος από το Λονδίνο». Μετά σκηνοθέτησε τρεις ταινίες μικρού μήκους, με πιο γνωστή την ταινία «Με λίγη υπομονή» η οποία επελέγη από το Διεθνές Φεστιβάλ Βενετίας το 2007. Ο Μπέλα Ταρ τον δίδαξε να «εστιάζει στις λεπτομέρειες, να κατανοεί τη σπουδαιότητα μιας σκηνής, το γεγονός ότι τα πάντα είναι μια ενιαία και αυστηρή διαδικασία – από την επιλογή των συνεργατών μέχρι το τελικό γύρισμα».

Πώς δημιουργήθηκε η ιδέα για την ταινία «Ο Γιος του Σαούλ»;
— Όταν γυρίζαμε τον «Άνθρωπο από το Λονδίνο» στην Μπαστία, το γύρισμα σταμάτησε για μια βδομάδα και βρήκα σε ένα βιβλιοπωλείο ένα βιβλίο που έχει εκδοθεί από τον Shoah Memorial, με μαρτυρίες αυτοπτών μαρτύρων και τίτλο "Des voix sous la cendre" («Φωνές κάτω από τις στάχτες»), επίσης γνωστό και ως «Πάπυροι του Άουσβιτς». Είναι κείμενα τα οποία είχαν γράψει πρώην μέλη της Sonderkommando των στρατοπέδων εξόντωσης, και τα είχαν κρύψει θάβοντας τις γραπτές μαρτυρίες τους πριν την εξέγερση του 1944. Τα πραγματικά έγγραφα βρέθηκαν χρόνια αργότερα. Περιγράφουν τα καθημερινά τους καθήκοντα, πώς ήταν οργανωμένη η δουλειά, τους κανόνες που ρύθμιζαν τη λειτουργία του στρατοπέδου, τους εξολοθρευθέντες Εβραίους, καθώς και το πώς οργάνωσαν μια μορφή αντίστασης.
Τι ήταν το Sonderkommando; Τι έκαναν τα μέλη του;
— Ήταν κρατούμενοι, επιλεγμένοι από τα SS για να συνοδεύουν νέες φουρνιές φυλακισμένων στα κτήρια των θαλάμων αερίων, να τους βγάζουν τα ρούχα, να διασφαλίζουν ότι είναι όλοι εκεί και να τους οδηγούν στους θαλάμους αερίων. Έπειτα, έπρεπε να παίρνουν και να καίνε τα πτώματα και να καθαρίζουν τον χώρο. Και όλα έπρεπε να γίνουν γρήγορα, γιατί καραβάνια άλλων κρατουμένων κατέφθαναν. Το Άουσβιτς - Μπίρκεναου λειτουργούσε σαν ένα εργοστάσιο παραγωγής και απόρριψης πτωμάτων σε βιομηχανική κλίμακα. Το καλοκαίρι του 1944 λειτουργούσε εν πλήρει δυνάμει. Οι ιστορικοί υπολογίζουν ότι αρκετές χιλιάδες Εβραίοι δολοφονούνταν εκεί καθημερινά. Κατά τη διάρκεια της αποστολής τους οι Sonderkommando είχαν μια σχετικά προνομιακή μεταχείριση. Τους επιτρεπόταν να παίρνουν τα τρόφιμα που έβρισκαν στους μεταφερόμενους και να έχουν σχετική ελευθερία κίνησης στα όρια πάντα της περιμέτρου τους. Αλλά η αποστολή που τους είχε ανατεθεί ήταν εξαντλητική και εξολοθρεύονταν τακτικά – κάθε τρεις ή τέσσερεις μήνες – ώστε να μην υπάρχουν μάρτυρες των εκτελέσεων.
Η οικογένειά σας επηρεάστηκε;
— Μέλη της οικογένειάς μου εκτελέστηκαν στο Άουσβιτς. Ήταν κάτι για το οποίο μιλούσαμε κάθε μέρα. Όταν ήμουν μικρός είχα την εντύπωση ότι «κάτι κακό είχε γίνει», το φανταζόμουν σαν μια μαύρη τρύπα φωλιασμένη ανάμεσά μας. Κάτι είχε σπάσει και αδυνατούσα να καταλάβω τι ακριβώς με κρατούσε απομονωμένο. Για πολλά χρόνια δεν καταλάβαινα. Μετά έφτασε η στιγμή να επανασυνδεθώ με αυτό το συγκεκριμένο κομμάτι της οικογενειακής μου ιστορίας.
Γιατί επιλέξατε να χρησιμοποιήσετε τα αρχεία της Sonderkommando;
— Πάντα έβρισκα απογοητευτικές τις ταινίες για τα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Επιχειρούσαν να φτιάξουν ιστορίες επιβίωσης και ηρωισμού, αλλά κατά τη γνώμη μου ανασυνθέτουν μια μυθοποιημένη αντίληψη του παρελθόντος. Τα αρχεία της Sonderkommando, αντίθετα, είναι συμπαγή, παρόντα και απτά. Περιγράφουν επακριβώς, εδώ και τώρα, τη «συνήθη» λειτουργία ενός εργοστασίου θανάτου με την οργάνωσή του, τους κανόνες του, τους εργασιακούς του ρυθμούς, τις βάρδιες, τους κινδύνους και την μέγιστη παραγωγικότητα. Τα SS χρησιμοποιούσαν την λέξη «stock» (αποθηκευμένο υλικό) όταν μιλούσαν για πτώματα. Το εργοστάσιο αυτό παρήγαγε πτώματα. Αυτά τα αρχεία, μου επέτρεψαν να τα δω όλα μέσα από τα μάτια των καταραμένων των στρατοπέδων εξόντωσης.
Πώς όμως αφηγείστε μια φανταστική ιστορία μέσα από την καρδιά ενός στρατοπέδου εξόντωσης σε πλήρη λειτουργία;
— Αυτό ήταν πράγματι προβληματικό. Δεν ήθελα να ηρωοποιήσω κανέναν. Δεν ήθελα την άποψη εκείνων που επέζησαν, ούτε ήθελα να δείξω πολλά ή όλα αυτού του εργοστασίου θανάτου. Ήθελα μόνο μια συγκεκριμένη οπτική και να πω μια ιστορία όσο το δυνατόν πιο απλή. Διάλεξα την οπτική γωνία ενός ανθρώπου, του Σαούλ, ενός Ούγγρου Εβραίου, μέλους της Sonderkommando, και διατήρησα αυτήν τη θέση αυστηρά, δείχνοντας τι βλέπει. Τίποτα περισσότερο ή λιγότερο. Δεν είναι όμως μια υποκειμενική θέση, γιατί τον βλέπουμε ως χαρακτήρα και δεν ήθελα να μειώσω την ταινία σε μια απλή οπτική προσέγγιση. Αυτό θα ήταν τεχνητό. Η αισθητική, κάθε άσκηση στυλ ή δεξιότητας έπρεπε να αποφευχθούν. Επιπλέον, αυτός ο άνθρωπος είναι το σημείο εκκίνησης μιας μοναδικής, βασανιστικής και πρωτόγονης ιστορίας: πιστεύει ότι αναγνώρισε το γιο του ανάμεσα στα θύματα των θαλάμων αερίου και είναι αποφασισμένος να σώσει το σώμα του από τους φούρνους, να βρει έναν ραβίνο να πει το Kaddish και να το θάψει. Ο,τι κάνει ορίζεται από την αποστολή του, η οποία φαίνεται τελείως άνευ αντικειμένου στα πλαίσια αυτής της επίγειας κόλασης, που είναι το στρατόπεδο εξόντωσης. Η ταινία εστιάζει σε μιαν άποψη και στη γραμμή δράσης ενός ανθρώπου, γεγονός που επιτρέπει στον χαρακτήρα να συναντηθεί με άλλες απόψεις και πράξεις. Το στρατόπεδο πάντως γίνεται αντιληπτό υπό το πρίσμα του ταξιδιού του Σαούλ.
Απαγορεύσατε κάτι στον εαυτό σας;
— Δεν ήθελα να δείξω το πρόσωπο της φρίκης ανοιχτά ή να αναπαραγάγω τις ακρότητες μπαίνοντας μέσα στους θαλάμους αερίων ενώ οι άνθρωποι πέθαιναν. Το φιλμ ακολουθεί αυστηρά τις κινήσεις του Σαούλ. Έτσι, σταματάμε στην πόρτα του θαλάμου αερίων και μπαίνουμε μόνο μετά την εξόντωση, όταν απομακρύνονται τα πτώματα και όταν ξεπλένονται τα ίχνη όσων συνέβησαν εκεί, για να ετοιμαστεί ο θάλαμος για την επόμενη ομάδα. Οι χαμένες εικόνες είναι εκείνες του θανάτου. Επειδή είναι σημαντικό για μένα να μείνω στην οπτική γωνία του Σαούλ, δείχνω μόνο ό,τι βλέπει, ό,τι προσέχει. Δουλεύει στο κρεματόριο για 4 μήνες και, σαν προστατευτικό αντανακλαστικό, δεν παρατηρεί πλέον τη φρίκη, γι' αυτό έστειλα τη φρίκη στο φόντο, θολή ή εκτός πλάνου. Ο Σαούλ βλέπει μόνο το αντικείμενο της αναζήτησής του. Αυτό δίνει στην ταινία τον οπτικό της ρυθμό.
Ποιος υποδύεται τον Σαούλ;
— Ο Γκέζα Ρόχινγκ, ο οποίος δεν είναι ηθοποιός, αλλά ένας Ούγγρος συγγραφέας και ποιητής που ζει στη Νέα Υόρκη. Τον γνώρισα πριν μερικά χρόνια και μου ήρθε στο μυαλό για τον ρόλο, πιθανόν επειδή είναι κάποιος ο οποίος βρίσκεται σε συνεχή κίνηση, τα χαρακτηριστικά του προσώπου του και το σώμα του συνεχώς αλλάζουν. Είναι αδύνατον να μαντέψεις την ηλικία του γιατί είναι ταυτόχρονα νέος και γέρος, αλλά επίσης ωραίος και άσχημος, συνηθισμένος και ξεχωριστός, βαθύς και ατάραχος, ετοιμόλογος και αργός. Κινείται σαν νευρόσπαστο, αλλά επίσης ξέρει να μένει ήρεμος και σιωπηλός...
Αυτός ο χαρακτήρας και η ταινία σας προσπαθούν να αντιπαραθέσουν σε μια τελετή θανάτου το εργοστάσιο θανάτου, στην τελετουργία τον μηχανισμό, στην προσευχή τον θόρυβο.
— Όταν δεν υπάρχει πλέον ελπίδα, από τα βάθη αυτής της κόλασης, η εσωτερική φωνή του Σαούλ τού λέει: πρέπει να επιβιώσεις για να ολοκληρώσεις μιαν ενέργεια που είναι φορέας ενός ανθρώπινου, αρχέγονου και ιερού νοήματος. Μια πράξη γεμάτη νόημα, η οποία βρίσκεται στην απαρχή της ανθρώπινης κοινότητας και των θρησκειών: την απότιση φόρου τιμής στο σώμα του νεκρού.

Πηγή: myfilm.gr














O László Nemes γεννήθηκε το 1977 στη Βουδαπέστη. Αφού μελέτησε Ιστορία, Διεθνείς Σχέσεις και Συγγραφή Σεναρίου στο Παρίσι, εργάστηκε ως βοηθός σκηνοθέτη σε ταινίες μικρού μήκους, στη Γαλλία και την Ουγγαρία. Για δύο χρόνια δούλεψε ως βοηθός του Μπέλα Ταρ και σπούδασε Σκηνοθεσία στη Νέα Υόρκη. «Ο Γιος του Σαούλ» είναι η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του. Οι ταινίες μικρού μήκους τις οποίες έχει γυρίσει, είναι: "With a little patience" (2007, επίσημη συμμετοχή στο 64ο Διεθνές Φεστιβάλ Βενετίας, προτάθηκε για το Ευρωπαϊκό Βραβείο Κινηματογράφου), "The Counterpart" (2008, πρεμιέρα στο Διεθνές Κινηματογραφικό Φεστιβάλ της Gijon), και "The Gentleman takes his leave" (2010).

Ο Géza Röhrig γεννήθηκε στη Βουδαπέστη το 1967. Εκδιώχθηκε από το Γυμνάσιο στα 16 του για αντικομμουνιστική δραστηριότητα και δημιούργησε ένα underground punk συγκρότημα, τους Huckrebelly, το οποίο έπαιζε πάντα με άλλο όνομα για να μην μπορεί η αστυνομία να απαγορεύει τις συναυλίες τους. Το 1987, μετακόμισε στην Κρακοβία για να σπουδάσει Πολωνική Λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο Jagiellonian. Το 1989 άρχισε να σπουδάζει Σκηνοθεσία στο Ουγγρικό Πανεπιστήμιο Δράματος και Κινηματογράφου και, την ίδια χρονιά, ήταν πρωταγωνιστής σε δύο Ουγγρικές ταινίες ("Armelle" του Andras Solyom και "Eszmelet" του Jozsef Madaras). Στις αρχές του 1990 έζησε στην Ιερουσαλήμ και μετά πέρασε δύο χρόνια μελετώντας σε μια χασιδική yeshiva* στο Μπρούκλιν. Λίγο αργότερα δημοσίευσε το πρώτο του βιβλίο με ποιήματα. Ζει στη Νέα Υόρκη από το 2000. Αποφοίτησε από το Εβραϊκό Θεολογικό Σεμινάριο στη Νέα Υόρκη και άρχισε να διδάσκει. Έχει δημοσιεύσει 7 τόμους με ποίηση και μια συλλογή διηγημάτων. Τώρα δουλεύει την πρώτη του νουβέλα.

* Εβραϊκό ίδρυμα που επικεντρώνεται στη μελέτη των παραδοσιακών θρησκευτικών κειμένων, κυρίως του Ταλμούδ της Τορά.

Η Clara Royer γεννήθηκε στο Παρίσι το 1981. Αποφοίτησε από την Ecole Normale Superieure και έκανε το διδακτορικό της με θέμα τους Εβραίους συγγραφείς της Κεντρικής Ευρώπης (όπως ο Ίμρε Κέρτες). Έζησε στη Βουδαπέστη από το 2007 έως το 2010, όπως και στο Λονδίνο, Μπρατισλάβα και Βαρσοβία. Λέκτορας στη Σορβόννη, όπου δίδαξε Ιστορία και Κεντροευρωπαϊκή Λογοτεχνία, μέχρι το 2014. Τώρα μένει στην Πράγα. Το πρώτο της μυθιστόρημα "Csillag" δημοσιεύθηκε στη Γαλλία το 2011 και στην Ουγγαρία το 2013. Εργάζεται ως σεναριογράφος από το 2008.

Ο Διευθυντής Φωτογραφίας Mátyás Erdély γεννήθηκε στη Βουδαπέστη το 1976. Αποφοίτησε από το Ουγγρικό Πανεπιστήμιο Δράματος και Κινηματογράφου πριν κάνει το master του στο American Film Institute Conservatory στο Λος Άντζελες. Η δουλειά του έχει προβληθεί σε φεστιβάλ σε όλο τον κόσμο, ενώ τέσσερεις ταινίες του έχουν προβληθεί στις Κάννες τα τελευταία χρόνια (μεταξύ αυτών οι: "Delta" (κύριο διαγωνιστικό), "Tender Son" (κύριο διαγωνιστικό), και "Miss Bala" (ένα κάποιο βλέμμα).
















Κατεβάστε την ταινία χρησιμοποιώντας torrent | Download the movie using torrent

Link 1

Son of Saul (2015) 720p BRRip 950MB - MkvCage
(Size: 951.82 MB – HD 720p)

(Κάνετε κλικ στο "Download via Magnet Link" /  Click on "Download via Magnet Link")

Κατεβάστε ελληνικούς και αγγλικούς υπότιτλους | Download Greek and English subtitles

Ελληνικοί υπότιτλοι / Greek subtitles
Αγγλικοί υπότιτλοι / English subtitles

Link 2

Son of Saul 2015 HUNGARIAN 1080p BluRay x264 DTS-JYK
(Size: 2.70 GB – HD 1080p – With English subtitles)

Κατεβάστε ελληνικούς υπότιτλους | Download Greek subtitles

Ελληνικοί υπότιτλοι / Greek subtitles














The Reality of Death: An Interview with László Nemes about "Son of Saul"

The Hungarian director discusses his Grand Prix-winning debut feature, Holocaust cinema, the complex form of his film, and more.

By Amir Ganjavie (July 7, 2015)

"Son of Saul", the first feature film directed by Laszlo Nemes, is the story of Saul (Géza Röhrig), a member of the Sonderkommando in a German concentrate camp who attempts to bury a dead boy that he claims is his lost son. In order to tell the story in the simplest and most minimalist way possible, Nemes's camera sticks to the main character's point of view and progresses with his movements. Thus, the viewers see the world through Saul’s eyes; everything is filtered through his perspective and, therefore, spectators can see only blurred images of his surroundings or hear only very raw sounds. The movie was recently screened at the Cannes Film Festival, where it received a few awards, including the Grand Prix. The following interview is the result of a small roundtable interview with the director.

— It is very bold of you to tell a fictional story about the Holocaust given the fact that such topics are always faced with different sorts of reactions and controversies. What motivated you to do this courageous thing? 
— Let me tell you what our historical adviser sent me in a message. He said that he calculated that out of the 430,000 Hungarian Jews who were deported in eight weeks 100,000 were children under eighteen who went to the gas chambers. And these children never got a burial. He hopes that one day we'll have 100,000 viewers in Hungary, which will never happen. We will have 5,000 or maybe 1,000 but if 100,000 viewers go to Hungary and view this film then maybe each of them is in a way representing a buried child. It's very emotional. It’s an open wound and you can feel it. People tend to say that it is just another story about the Holocaust; like another story about the Titanic, some kind of mythical thing. No, it's not just another story. For us, it's the present, not a myth. That motivated us to make it – we wanted to make it present.
— Where did you get the story? Was it based on historical fact or was it fictional?
— The story of this man wanting to bury his assumed son is a fictional story which just came out of my mind. I chose the name Saul for the main character because I liked it. It was this one line with which we started the whole project five years ago. Then with Calra Royer, my co-screenwriter, we did extensive research, reading the personal accounts by Shlomo Venezia and Flip Muller. We also read the records of Miklos Nyiszli, a Hungarian Jewish doctor who had a job in crematoriums. Zoltan Vagi, Gideon Greif and Philippe Mesnard historically helped us in the project. We also watched previous movies on the topic and of course there was Claude Lanzmann's Shoah, especially its Sonderkommando sequences.
— I realize that the movie did not find any sponsor in France or in Israel. Was this because of topic or was it related to the fact that it was your first experience?
— We went to different countries to find funding for the movie because it was essential for us that different countries be behind this film but unfortunately it was not possible to find sponsors. After a couple of refusals we went back to Hungary to ask for additional funds from the Hungarian National Fund but we were also financed by an organization in New York. In the end we were very proud that we could make a film on a low budget and we hope that it will be easier for the second film. Why did this happen? I think that it's always very, very difficult to finance the first film, especially when it deals with such a topic and with such an attitude. I personally can somehow understand why such a topic could be tricky. If this film was a little bit more ironic, if it puts more guilt onto the Jewish people or suggests any kind of opinion about that then it could have become very problematic. Everyone seemed to like the topic and they told us that the script was extraordinary and that they think the film will be very good, but they saw it as a risky film.
— There is a long list of directors who have already worked on this topic. How did you try to differentiate your movie from the classics focused on Auschwitz, including Schindler's List (2003), Nightand Fog (1955), and Shoah (1985)?
— I did not just want to differentiate myself. I wanted to make a film that makes sense to me and maybe another generation. This generation is not the one that deals with these stories of survival as a way of processing the trauma of the Holocaust. This is a generation that doesn't know much about anything of this sort, so it's a disconnected generation. The aim was to try taking this out of the history books and bringing it into the present in a sense while concentrating on one man, one human being, and not being distracted by all kinds of things that we want to show and tell. For this movie which tells its story in just a day and a half, I did not look for a hero and I was not interested in the survivor's point of view; I was not even interested in representing too much of the death factory. I only looked for a unique perspective in order to tell the story in the simplest and most minimalist way possible. I looked at the world from the perspective of Saul Auslander, a Hungarian Jew, a member of the Sonderkommando, and I limited my film to his perspective. I wanted to make something very historic into something very alive and I wanted to boil everything down to the dimension of a single human being. Given this, my movie is very different from a survival story such as Schindler's List, which is a very good film, very talented, dramatic, and almost epic. My film is not about survival; it is about the reality of death. Survival is a lie, it was the exception. Furthermore, I did not focus on a group but rather on the experience of one human being. Having said this, it is not only a subjective stance since we see him as a character representing something universal.
— How have you tried to achieve this stylistically?
— We really restrain our aesthetic strategy to telling very little. We set out to do that and it was the plan since this is what we think is the right way to deal with the subject matter. When you're not limited visually, cinema can take you to levels of over expression and become a spectacle but then you actually end up with less emotional impact. On the other hand, when you rely on fragments and restrain the possibilities of viewing, of perception, you will probably create something in the minds of the viewer that will be much more capable of suggesting and feeling the things that I think are related to the concentration camp experience, the extermination camp experience. Basically, our approach was to exclude everything that was not fundamental to our story and that did not represent anything that gives you the sense of where we are and what is going on because we assume that the audience will understand this after a few minutes of the film. It did not seem necessary to show anything specifically about the historical circumstances. Our plan was to focus on the story of one man and his mission while excluding everything that is not part of this.
— Is that why you used so many close-ups and diffused lighting in the movie?
— I think that’s the most direct and honest way of depicting one person and his or her world because it’s like accompanying someone  in this case, through hell. The viewer becomes a sort of companion to the main character, who cannot hide from the viewer anymore. Yes, the lighting is diffuse and as simple as possible. We created that because we used the same lens, a 40mm, and we did not use something which would enlarge the field of vision; this technique helped us to stay at the character's eye level.
— One of the central issues in Holocaust movies is how to represent the atrocities, especially the human massacre in the gas chambers. Your movie did not represent these and only blurred them in the background. How does this fit with your stylistic strategy in the movie?
— In fact, I forbid myself from representing the face of horror or going into the gas chambers because I restricted myself to Saul's perspective. He worked there for four months and so he lost his ability to see the horror, no longer noticing the atrocities because he got used to it. Given this, I blurred out the horrifying images in the background. The camera stops at the gas chamber door, only entering after the act of extermination to show Saul removing the bodies and washing away their traces. There was no way to show the images of death since I wanted to stay within Saul's perspective.
— Why did you decide to shoot this movie on film instead of digital?
— My director of photography, Matyas Erdely, and I decided to shoot on film because for us this represents the essence of cinema, the soul of cinema, the physical image projected is cinema, everything else is a different thing. We both feel that it is not alright that industrial trends are making film vanish. If we wanted to shoot this film on digital then you could not have compared its quality with what we have right now. The effect we looked for could not have happened with digital since we looked for a certain instability in the images, a certain organic form; 35mm film was more useful for this goal. You get less with digital and this is a regressive step, we wanted to fight against it and we wanted to make sure that new generations understand what it means to shoot on film. Furthermore, working with film is also a matter of discipline and it gives you the sense of directing; it means that you ought to make your decisions beforehand, so you cannot push everything back to the editing room. 
"Son of Saul" shows your peculiar and at the same time amazing work with sound since there are many voices and noises in the movie. What was your philosophy behind this and how does it relate to your overall aesthetic framework?
— We had to make certain choices regarding sound in the film, such as deciding about the cries from crematorium and whether or we wanted them to be very realistic. If a realistic choice was the concern then we would hear nothing but people crying because they were dying. Here, we wanted the sounds to remain very rough rather than very sophisticated. I could say that sound in general worked to complement the images. Orders and commands came in and there are facts mingled with the images; the idea was to be very evocative with sound but at the same time not to exaggerate because we want that the sound to remain very simple, not very rich. We could read the sound as the constant reminder that there is more happening than what we see. It completes the perception of the image, which is very fragmented, and works to deepen the perspective of the machinery of the camp and this hell. It deepens it.
— We hear different languages in the movie and I realized that you worked with Yiddish trainer. Can you elaborate more on the role of language in the film and its relation to your sound aesthetic strategy?
— There are eight languages in the film and we worked with actors from different countries. Yes, in fact we paid special tribute to Yiddish and it's really very important for us. This is the language that was spoken for hundreds of years and lost its position after the Holocaust. We wanted to show the importance of Yiddish for this community, which has not been addressed enough in previous movies on this topic. We had a wonderful Yiddish coach, Mendy Cahan, who actually helped us in this process. There were different types of Yiddish according to the geographical regions, such as how if you were from Ukraine then your Yiddish accent would be different compared to if you were Hungarian. So, in this movie, in the little sentences that people spoke we wanted to show this difference of language and bring back that memory of speech. We realized that in this hell, the language might be the only home that people could have. Furthermore, because of the Holocaust, a new language was created as the Yiddish language changed drastically, which we tried to show in the film.
— And I guess this choice of Yiddish language impacted your work experience with actors.
— Yes, the actors had to adapt to the reality of language in the work and express themselves in a way that made the spectators believe that they knew the Yiddish language from childhood  that they were born into it and were going to die with it. It was really important for us to resurrect this dead world in the film.
— What other factors impacted your work with the actors?
— We worked significantly on their body language, on regulations in the camps, and what they ought to do for survival and how this impacted their body movements. For example, actors needed to always look down and to never try to look at an SS guard in the eye, they had to take off their hats to salute, and they needed to talk very quietly while walking. Another central challenge for the actors was that they had to show a limited spectrum of emotion since they had already lived in Auschwitz for a period of time and so they were in a very reduced state of mind. Given this, I wanted the protagonist to act with a very minimalistic approach and to be as emotionally detached as possible. The actors in the movie could not put their post-war emotions into the characters; I had to fight with all of them in the hope of asking them to consider themselves as the mere factory worker in the film.
— So you developed a very comprehensive style strategy for the movie but how much did you improvise on set?
— We refined things in rehearsal. We added elements or removed elements that seemed like too much, gestures that didn't seem right, words that didn't seem right, or maybe added a little colour, but we did kind of stick to the script. From the beginning we said that we did not want to make a beautiful film full of icons; it should not be appealing but we also were not looking to make a horror film. We decided that we did not want to go beyond Saul's field of vision, hearing, and presence and should stay with him in this inferno.
— You were Bela Tarr's assistant. What was his impact on your stylistic choices for this film?
— Bela Tarr for me was my school. He taught me the essential things to become a filmmaker but there is no other relationship. He was nervous when I talked to him so I haven't talked to Bela in eight years. While it was very important to work with him, it's part of history now.
— Representing such a topic such as the Holocaust is not only a matter of artistic and aesthetic choice. Given the importance of the topic and the atrocity involved, as a filmmaker you need to take a moral stance. What we show or do not show is very important for a Holocaust movie. As Goddard said, cinema failed because it fails to represent a good documentation of the Holocaust. How did you decide what to show and what not to show?
— If you want to show too much then you might end up with less but at the same time, if you show too little then you might downgrade the impact of the horror of the Holocaust. The moral question then was how to balance these two facts. To approach this question, we worked to stimulate the viewer's imagination. As I explained, we were focused on one man and one man only. And when we are paying attention to him we are not paying attention to the background, to the surroundings, to what's going on, to the deportees, to the deported, to the dead, because he somehow got used to them. Because of this strategy, the background and its imagination become very important for viewers. The spectator knows that he is looking at a factory of death and sees some fragments of it, which demands that he imagine things. I think this power of imagination is morally very important because we cannot recreate the horror; we can only suggest it. And we did not want the viewer to be on top of the horror because it's not understandable and perceivable as a whole; in the reality of Holocaust there is no god's point of view. But, if you bring that back to the human level and show a little then it can give the spectators much more perception of the horror in a truer sense. That was the point that we wanted to make.
— You chose a problematic character for your film since he is trying to save his son but others criticize him because he endangers their mission in the process. In one scene, he loses the bomb material which was essential for the success of the revolt because he seems to be more focused on his own work than any form of solidarity. Why did you choose that kind of ambiguous character for such an intricate topic?
— We didn't look for a hero. We wanted a marginal figure, someone more low key and normal, because previous films about the Holocaust all dealt with abnormal, exceptional characters who wanted to survive. However, the camps were not about survival; they were about death and to survive was an exception. What we looked for was inner survival and this is linked to the story of the boy. This quest does not make sense to anybody but him, though we hope it does to the viewer. For this reason, I focused on the Sonderkommando. What I liked about that group was that it was very real, concrete, and tangible; it explains and describes things in a normal way, it explains how a death factory functions with its organization, rules, shifts, and hazards.
— What exactly is inner survival for you?
— What happens when there is no more hope? Is there a possibility of a voice that would be ignited within, that in a sense tells you what to do? Is there such a thing? That is the central question, whether or not you have a choice inside. These are, I think, the most central thoughts of the film, at least for me.
— I think the film was very bold not only for the reasons we discussed regarding the style and theme but also for the ending, which is bleak rather than optimistic.
— I think it's hopeful. I hope it's absolutely hopeful.
— But, they're all dead.
— As I told you, my movie is not about physical survival. It has always been about inner survival.
— But even his inner survival depends on delusion, looking at a boy and deluding himself into thinking that it's his son.
— I don't think so. I think any way, any means, and path to the inner voice is a good way.
— Even in madness?
— Yes, even in madness and this is the point of the film. In a mad world, in Auschwitz, yes. In Auschwitz, there is no other choice. You have to be mad. What we usually define as madness in real life does not have any meaning in Auschwitz. That was an entirely different set of coordinates. So what is madness? What is happening within Auschwitz is supposed to be super rational. Don't you call that madness?  It's absurd. The madness of Saul is the most important human quality; it is a form of revolt.
— I guess that you look at things from a Focauldian perspective. As Foucault argued, it is difficult not to think of politics as a matter of madness, saying that there is a form of revolt involved in madness. Here, we are acting against the form of organization in which we are supposed to live so apparently you are on the same path.
— In fact, the movie represents different forms of resistance with the armed revolt being just one of them. Saul looked for another form of revolt and his attempt to look for his personal quest is what defines it for him. He is constantly moving between different places and behaviours, such as looking for a rabbi to give sense to his personal form of resistance. In the face of a situation in which there is no possibility of hope, Saul's inner voice commands him that he must survive, to be able to do a thing that bears meaning. The command was to show respect to a meaningful act that from the very origin of the community was very sacred, namely to bury a dead body.

Source: mubi.com



















László Nemes was born in Budapest, but grew up in Paris, the son of film and theatre director András Jeles. He became interested in film making at an early age, when he made horror films in the basement of his Paris home. After studying History, International Relations and Screenwriting, he started working as an assistant director in France and Hungary on short and feature films. For two years, he worked as Béla Tarr's assistant during the filming of "The Man from London".

After directing his first 35-mm short film, "With a Little Patience", in September of 2006, he moved to New York to study film directing at New York University's Tisch School of the Arts. Beginning in September 2011, he spent five months in Paris as part of a scholarship program arranged by the Cinéfondation, where he and Clara Royer developed the script for "Son of Saul". In 2012, they continued intensive work on the screenplay for seven months at the Jerusalem International Film Lab.

His debut feature film, "Son of Saul", premiered at the 68th Cannes Film Festival as part of the main competition. It won the Grand Prix, the second-most prestigious prize of the festival. Nemes accepted the 2015 Golden Globe for Best Foreign Language Film for "Son of Saul" at the telecast on 10 January 2016. It is the third Hungarian film nominated for a Golden Globe and the first Hungarian film to win. The film "Son of Saul" won the award for Best Foreign Language Film at the 88th Academy Awards.

Nemes has named Michelangelo Antonioni, Andrei Tarkovsky, Ingmar Bergman, Terrence Malick and Stanley Kubrick as some of his favorite directors.

László Nemes, 2016 (Photo by Robyn Beck)














More photos

See also

Okja (2017) – A film by Bong Joon-ho – Ahn Seo-hyun, Tilda Swinton, Paul Dano, Steven Yeun, Jake Gyllenhaal, Giancarlo Esposito, Lily Collins, Shirley Henderson (Download the movie)

Im Keller / In the Basement (2014) – A film by Ulrich Seidl (Download the movie)

Maurice (1987) – A film by James Ivory – James Wilby, Hugh Grant, Rupert Graves (HD 1080p)

Shostakovich Against Stalin: The War Symphonies – A Documentary by Larry Weinstein – Netherland Radio Philharmonic, Kirov Orchestra, Valery Gergiev (HD 1080p)


Florence Foster Jenkins (2016) – A film by Stephen Frears – Meryl Streep, Hugh Grant, Simon Helberg (Download the movie)


Amour (2012) – A film by Michael Haneke – Emmanuelle Riva, Jean-Louis Trintignant, Isabelle Huppert, Alexandre Tharaud (Download the movie)

Dmitri Shostakovich: Katerina Izmailova (Lady Macbeth of Mtsensk), 1966 – A film by Mikhail Shapiro – Galina Vishnevskaya, Konstantin Simeonov


The New Babylon (Novyy Vavilon), 1929 – A film by Grigori Kozintsev & Leonid Trauberg – Music by Dmitri Shostakovich (HD 1080p)


Farinelli (1994) – A film by Gérard Corbiau – Stefano Dionisi, Enrico Lo Verso, Elsa Zylberstein (Download the movie)


Copying Beethoven (2006) – A film by Agnieszka Holland – Ed Harris, Diane Kruger (HD 1080p)


Eroica (The Movie, BBC 2003) by Simon Cellan Jones – Ian Hart, Leo Bill, Claire Skinner, Frank Finlay – John Eliot Gardiner (HD 1080p)


Tous les Matins du Monde / All the Mornings of the World / Όλα τα Πρωινά του Κόσμου (1991) – A film by Alain Corneau (Download the movie)


Death in Venice (1971) – A film by Luchino Visconti – Dirk Bogarde, Björn Andrésen, Silvana Mangano – Music by Gustav Mahler (Download the movie)

No comments:

Post a Comment