Livestream

Livestream
Sunday, November 19, 2017, 03:00 PM EST (UTC-5) / 10:00 PM EET (UTC+2) – Richard Strauss: Don Juan, & Burleske in D minor for piano and orchestra | Johannes Brahms: Symphony No.2 in D major – Bertrand Chamayou, Detroit Symphony Orchestra, Fabien Gabel – Live on Livestream

Wednesday, September 14, 2016

Florence Foster Jenkins (2016) – A film by Stephen Frears – Meryl Streep, Hugh Grant, Simon Helberg (Download the movie)


































Η κοσμική Νεοϋορκέζα Φλόρενς Φόστερ Τζένκινς πιστεύει πως είναι το αηδόνι της όπερας, ενώ στην πραγματικότητα είναι εντελώς φάλτσα. Ο σύζυγος και μάνατζέρ της, ένας Άγγλος αριστοκράτης και ηθοποιός, συντηρεί αυτήν της την ψευδαίσθηση και καλείται να αντιμετωπίσει τη μεγαλύτερη πρόκληση της ζωής του όταν η Φλόρενς αποφασίζει να δώσει κονσέρτο στο Κάρνεγκι Χολ το 1944.

Έμπειρος στον χειρισμό γυναικών με ιδιαίτερη προσωπικότητα που αναδεικνύονται μέσα από κρίσεις (Η Βασίλισσα) ή από τη μεγαλόθυμη απλότητά τους (Φιλομίνα), ο Στίβεν Φρίαρς καταπιάνεται με τη διαβόητη Φλόρενς Φόστερ Τζένκινς, μια πλουσία της καλής κοινωνίας της δεκαετίας του '40 στις ΗΠΑ, μια γυναίκα που αποφάσισε να δοκιμαστεί στην όπερα και το μόνο που κατάφερε ήταν να στιγματιστεί για πάντα: η μοναδική της ηχογράφηση, με δικά της έξοδα, και η εμφάνισή της στο Κάρνεγκι Χολ λίγο πριν από τον θάνατό της, της εξασφάλισαν τον αστικό θρύλο και μέχρι σήμερα την υστεροφημία της χειρότερης, πιο φάλτσας και ανυπόφορα κακόφωνης «σοβαρής» τραγουδίστριας όλων των εποχών. Η «Μαργκερίτ» του Ξαβιέ Ζανολί, με την υπέροχη Κατρίν Φρο, που είδαμε πέρσι πραγματευόταν ακριβώς την ίδια περίπτωση, με τη δράση να έχει μεταφερθεί στη Γαλλία και αλλαγμένα τα ονόματα, αλλά ο τόνος εδώ είναι διαφορετικός, συνολικά λιγότερο μελαγχολικός, προσανατολισμένος στη μείξη κομεντί και δράματος, παρόμοιος με αυτόν του "Mrs. Henderson Presents" (και πάλι του Φρίαρς, με τη Τζούντι Ντεντς), που ωστόσο δεν παρακάμπτει τη διάχυτη θλίψη της πρωταγωνίστριας.

Ο Βρετανός σκηνοθέτης θίγει, με τον ήπιο τρόπο που συνηθίζει, ένα βαθύτερο θέμα από το ίδιο το γεγονός της κυριολεκτικής και μεταφορικής εκτέλεσης κλασικών αριών, που δεν είναι άλλο από την ουσία της Τέχνης και την καλοπροαίρετη, αλλά εντελώς στρεβλή αντιμετώπισή της από ευγενικές, ατάλαντες υπάρξεις. Η πρόθυμη Τζένκινς, με δική της ομολογία, άργησε να ασχοληθεί σοβαρά με τη μουσική, αλλά όταν το επέτρεψαν οι περιστάσεις, δεν το έβαλε κάτω και δεν άφησε κανέναν ατάραχο από τις ανησυχίες και κυρίως τη φιλοδοξία της – χωρίς να είναι η κλασική αριβίστρια που επιβάλλεται με δόλια επιθετικότητα. Οι εποχές ήταν άλλες και, ενδεχομένως, μια σύγχρονη εκδοχή της Τζένκινς να αγόραζε ολόκληρο τηλεοπτικό σταθμό για να αναδειχθεί και να κάνει πλύση εγκεφάλου. Επειδή όμως το είδος στο οποίο επιδόθηκε δεν ήταν καθόλου ελαφρύ (κατά τη διάρκεια του πολέμου υπήρχε μια κάποια ποπ μουσική), τα όρια ήταν θολά και ο κύκλος περιορισμένος, και οικονομικά στριμωγμένος, όπως φαίνεται από την ελεημοσύνη που όντως ζητούσε ο πολύς Αρτούρο Τοσκανίνι από την αοιδό, αποφεύγοντας ευγενικά να σχετιστεί επαγγελματικά μαζί της, παρά τις οχλήσεις που δεχόταν για το αντίθετο. Σε έναν υποκριτικό κύκλο φιλανθρωπίας που απαρτιζόταν από άσχετες κοσμικές κυρίες και χασομέρηδες της προσκολλήσεως, σημαντικό ρόλο έπαιξε ο σύζυγός της, που στο φιλμ του Φρίαρς παίζει σημαντικό ρόλο σε σχέση με εκείνον του Ζανολί.

Κι ενώ η ταινία δικαιωματικά ανήκει στη Μέριλ Στριπ και στην ικανότητά της να ξεχάσει πόσο καλή φωνή διαθέτει στην πραγματικότητα και να κρώζει δεξιοτεχνικά, βγάζοντας ταυτόχρονα την τρυφερή πλευρά μιας απελπισμένης, αυταπατώμενης γυναίκας, ο Χιου Γκραντ βρίσκει τον ρόλο της καριέρας του, καθώς στέκεται στο ύψος της απαιτητικής συμπρωταγωνίστριάς του. Ο Γκραντ, επί χρόνια εγκλωβισμένος στην επαναλαμβανόμενη μανιέρα του αμήχανου man-boy, αποτυπώνει το αυθεντικό συναίσθημα ενός αποτυχημένου ηθοποιού που αγαπάει γνήσια τη γυναίκα του και τη στηρίζει σε ένα ουτοπικό σχέδιο, σαν ένα θεατρικό στο οποίο κρατάει τον ρόλο του σημαντικού κομπάρσου.

Πηγή: Θοδωρής Κουτσογιαννόπουλος, 16/6/2016 (lifo.gr)














Meryl Streep and Hugh Grant are on top form as the "diva of din" and her dutiful manager in an enjoyable biopic from Stephen Frears.

As Les Dawson proved with such precision, any fool can play the piano badly, but it takes real skill to play it brilliantly badly. Similarly, Morecambe and Wise knew that the perfect way to mangle "Grieg's piano concerto by Grieg" was to play "all the right notes, but not necessarily in the right order". Now, to the august list of superbly maladroit comedic musicians we may add Meryl Streep, who takes centre stage in this very likable, frequently hilarious, yet still poignant tragi-comedy from director Stephen Frears. Streep plays the titular songbird, a New York socialite and eager patron of the arts whose enthusiasm for a good tune is matched only by her inability to sing one. Not that it stops her from trying. Inspired by the "profound communion" of a performance by soprano Lily Pons, Madame Florence resumes her own singing lessons, her private recitals leading to 78rpm recordings and even an October 1944 concert at Carnegie Hall, which has since passed into legend.

The real Florence Foster Jenkins was one of those larger than life characters you just couldn't make up. No wonder, then, that she has inspired numerous theatrical and cinematic productions. Preparing to play the "diva of din" on stage in Peter Quilter's 2005 play Glorious!, Maureen Lipman called her story "one of triumph over embarrassment", and insisted that one must "learn to sing well before you can sing badly". Earlier this year, Catherine Frot won a best actress César for playing a fictionalised version of "the first lady of the sliding scale" in Marguerite, a film whose central character's name, "Marguerite Dumont", alludes to the longstanding comic foil of the Marx Brothers' movies. Frears himself says that Jenkins "reminded me of Margaret Dumont... just preposterous, but touching at the same time", an assessment that perfectly sums up both Streep's performance and the overall tone of Frears's film.

Working from a screenplay by Nicholas Martin, Florence Foster Jenkins stays fancifully faithful to true events, following Jenkins's rehearsals with pianist Cosmé McMoon in the run-up to the big show, which will fulfil her lifelong ambition. As McMoon, The Big Bang Theory's Simon Helberg is perfectly cast, an accomplished pianist whose nervous laugh not only echoes Tom Hulce's cackle in Amadeus, but also weirdly mirrors the shriek with which Streep hits a high C. Hugh Grant is on career-best form as Florence's partner/manager St Clair Bayfield, a self-proclaimed "eminent actor and monologist" (he has performed Hamlet many times, although sadly "not as yet in the principal role") whose recitals provide an appetiser to Jenkins's own thrillingly bonkers tableaux vivants – winged set pieces mounted for the "Verdi Club". For years, Bayfield has protected Florence from "the mockers and scoffers", soothing her anxieties about the shortage of chives in her potato salad ("unconscionable I know, but they tell me there is a war on"), and ensuring that any criticism of her singing is couched in euphemism ("One word – authenticity!"). But when Carnegie Hall looms, so too does the spectre of the "hoodlum element", not to mention the New York Post columnist Earl Wilson, superbly thumbnailed by Christian McKay.

There's a touch of Woody Allen in Frears's unfussy handling of the period setting (Liverpool doubling handsomely for 1940s New York), but I was also reminded of Tim Burton's Ed Wood, another film rooted in affectionate admiration for a much-mocked subject. Just as Wood became celebrated for directing Plan 9 From Outer Space, labelled "the worst movie ever made", so Jenkins is called "the worst goddamn singer in the world" by those who scorn her atonal appeal.

But Burton evidently loved Wood, and Frears has clearly fallen for Jenkins too. And who wouldn't? As played by Streep, she is a heroic figure, made physically fragile by syphilis (a wedding gift from her former husband) but strengthened by a love of music which turns a deaf ear to her own shortcomings. Like Streep's later-life Thatcher in The Iron Lady, Jenkins becomes "an eloquent lesson in fidelity and courage", whatever one may think of her work and legacy.

Amid the joy, there are hints that Jenkins's friends are only in it for the money. In one pointed exchange, David Haig's ever-so-slightly slimy vocal coach Carlo Edwards conspiratorially tells Bayfield: "She spoils us all, doesn't she?" But while the more formally adventurous Marguerite posited the absence of a husband's love as central to its heroine's madness, Frears's film affords Grant's silver fox an air of love and devotion to his "bunny", even as his extracurricular "sport" takes him away from her. At times I found myself wiping away a tear, genuinely moved by their "very happy world". More rigorous critics may sneer – I say "Bravo!"

Source: Mark Kermode, May 8, 2016 (theguardian.com)
















Florence Foster Jenkins (2016)

A film by Stephen Frears | Μια ταινία του Στίβεν Φρίαρς

Starring | Πρωταγωνιστούν:
Florence Foster Jenkins..........Meryl Streep / Μέριλ Στριπ
St. Clair Bayfield..........Hugh Grant / Χιου Γκραντ
Cosmé McMoon..........Simon Helberg / Σάιμον Χέλμπεργκ
Kathleen Weatherley..........Rebecca Ferguson / Ρεμπέκα Φέργκιουσον
Earl Wilson..........Christian McKay / Κρίστιαν ΜακΚέι
Agnes Stark..........Nina Arianda / Νίνα Αριάντα

Direction / Σκηνοθεσία: Stephen Frears
Screenplay / Σενάριο: Nicholas Martin
Photography / Φωτογραφία: Danny Cohen
Music / Μουσική: Alexandre Desplat

Language: English / Γλώσσα: Αγγλικά

Countries: United Kingdom, France / Χώρες: Μεγάλη Βρετανία, Γαλλία
Production / Παραγωγή: Michael Kuhn, Tracey Seaward
Production companies / Εταιρείες παραγωγής: Pathé, BBC Films, Qwerty Films
Distribution / Διανομή: Paramount Pictures (United States), 20th Century Fox (United Kingdom)


Watch the trailer / Δείτε το trailer (HD 1080p)




Κατεβάστε την ταινία χρησιμοποιώντας torrent | Download the movie using torrent

Link: Florence Foster Jenkins 2016 720p BluRay X264-AMIABLE

(Size: 4.37 GB – HD 720p)

Ελληνικοί υπότιτλοι / Greek subtitles
Επιλέξτε: Florence Foster Jenkins 2016 1080p-720p BluRay X264-AMIABLE *Calamity Jane* (Sync Fix!)


Video: Florence Foster Jenkins sings the aria "Der Hölle Rache kocht in meinem Herzen" (Queen of the Night's Aria), from Mozart's opera "Die Zauberflöte" (The Magic Flute).



Αν το αφτί σας αντέχει το... ανυπόφορο φάλτσο, τότε το πιο πάνω, διάρκειας τριάμισι λεπτών βίντεο θα σας διασκεδάσει. Ίσως να σας συγκινήσει κιόλας, με κάποιον απροσδιόριστο τρόπο. Το σίγουρο είναι ότι δεν θα σας αφήσει αδιάφορους. Δεν είναι άλλωστε λίγο να ακούς την περίφημη άρια της Βασίλισσας της Νύχτας από τον «Μαγικό Αυλό» – μία από τις πιο απαιτητικές του ρεπερτορίου – διά στόματος της... «χειρότερης τραγουδίστριας όπερας του κόσμου»!

Ποια ήταν, αλήθεια, η Φλόρενς Φόστερ Τζένκινς, επονομαζόμενη και «ντίβα του θορύβου»; Τι είναι αυτό που κάνει τον μύθο της να αντέχει στον χρόνο εμπνέοντας μάλιστα βιβλία, θεατρικά έργα και προσφάτως δύο κινηματογραφικές ταινίες οι οποίες προβάλλονται πολύ κοντά χρονικά μεταξύ τους;

Για πολλούς επρόκειτο για μια γυναίκα-συνώνυμο της καλλιτεχνικής φιλοδοξίας και συνάμα της αυταπάτης. Ζούσε σε έναν κόσμο κυριολεκτικά δικό της, αφού οι φυσικοί περιορισμοί τους οποίους αντιμετώπιζε αλλά και οι ειρωνικές αντιδράσεις και η απαξίωση που προκαλούσαν οι ερμηνείες της ουδέποτε την εμπόδισαν να ζήσει το όνειρό της: να δηλώνει σοπράνο, να εμφανίζεται δημόσια, να διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην καλλιτεχνική ζωή της Νέας Υόρκης των πρώτων δεκαετιών του 20ού αιώνα, να ηχογραφεί δίσκους και ναι, να έχει... φανατικό κοινό, μεταξύ των οποίων και ηχηρά ονόματα του μουσικού στερεώματος της εποχής της.

Γεννημένη στις 19 Μαΐου 1868 σε ευκατάστατη οικογένεια – κόρη επιφανούς δικηγόρου και τραπεζίτη της Πενσιλβάνια – η Ναρτσίσα Φλόρενς Φόστερ φανέρωσε από νωρίς την αγάπη της στη μουσική: άρχισε να παίρνει μαθήματα πιάνου έχοντας, μάλιστα, προδιαγραφές «παιδιού-θαύματος». Όταν όμως μεγάλωσε και θέλησε να σπουδάσει στο εξωτερικό, οι γονείς της αρνήθηκαν να τη χρηματοδοτήσουν. Γύρω στα 1885, αποφασισμένη να γίνει σοπράνο, άφησε το σπίτι της και παντρεύτηκε τον κατά 16 χρόνια μεγαλύτερό της Φράνσις Θόρντον Τζένκινς, με τον οποίο χώρισε το 1902 διατηρώντας ωστόσο το επώνυμό του ως το τέλος της ζωής της. Καθώς τόσο ο πρώην σύζυγός της όσο και οι εύποροι γονείς της την άφησαν στην τύχη της από οικονομικής απόψεως, προσπάθησε να αποκτήσει εισοδήματα  παραδίδοντας μαθήματα πιάνου ώσπου ένα ατύχημα στο χέρι της, της στέρησε και αυτή τη δυνατότητα. Μερικά χρόνια αργότερα, το 1908, ένας μέτριος σαιξπηρικός ηθοποιός, καλά δικτυωμένος όμως στους θεατρικούς κύκλους της Νέας Υόρκης, ο Στ. Κλερ Μπέιφιλντ, έγινε μάνατζέρ της. Έκτοτε οι δυο τους έζησαν μαζί ως το θάνατό της και ο τελευταίος έγινε κληρονόμος της περιουσίας της.

Ο θάνατος του πατέρα της το 1909 και η περιουσία η οποία συνακόλουθα ήρθε στα χέρια της, της πρόσφερε επιτέλους την ευκαιρία να αρχίσει μαθήματα φωνητικής. Η αρνητική κριτική με την οποία ήρθε αντιμέτωπη καθώς, όπως γράφτηκε κάπου ειρωνικά, «κανένας άλλος νωρίτερα ή αργότερα δεν κατάφερε πιο αποτελεσματικά να ελευθερωθεί τόσο απόλυτα από τα δεσμά της μουσικής γραφής», δεν την αποθάρρυνε από το να κυνηγήσει μια καριέρα λυρικής τραγουδίστριας. Το 1912, άρχισε τις ετήσιες εμφανίσεις της στο φουαγιέ του ξενοδοχείου Ritz-Carlton της Νέας Υόρκης ενώ ο θάνατος της μητέρας της το 1928, ο οποίος είχε ως αποτέλεσμα να περιέλθει στα χέρια της ο πλήρης έλεγχος της οικογενειακής περιουσίας, της επέτρεψαν να επεκτείνει τις εμφανίσεις της και σε άλλες πόλεις, μεταξύ των οποίων η Ουάσιγκτον και η Βοστόνη. Παράλληλα, άρχισε να αναπτύσσει ευρύτερη δραστηριότητα περί τα καλλιτεχνικά στη Νέα Υόρκη ιδρύοντας και χρηματοδοτώντας, μεταξύ άλλων, το κλαμπ Βέρντι.

Η Φλόρενς κατάφερε κυριολεκτικά να φτιάξει έναν δικό της κόσμο ζώντας την ψευδαίσθηση της επιτυχίας: εμφανιζόταν μόνο σε μικρούς χώρους ενώπιον προσεκτικά επιλεγμένων θεατών στους οποίους είχαν διανεμηθεί προσκλήσεις, οι επαγγελματίες κριτικοί αποκλείονταν από τις συναυλίες της ενώ οποιαδήποτε κριτική αναφορά – στον ειδικό Τύπο αποκλειστικά – γραφόταν είτε από φίλους της ή από αυτήν την ίδια. Της άρεσε να παραλληλίζει τον εαυτό της με σπουδαίες σοπράνο, όπως η Φρίντα Χέμπελ και η Λουίζα Τετρατσίνι και θεωρούσε οποιαδήποτε αρνητική αντίδραση (π.χ. τα γέλια που ακούγονταν κάποιες φορές σε εμφανίσεις της) ως... «σαμποτάζ κατασκευασμένα από τους εχθρούς της». Τολμούσε να ερμηνεύει τις πλέον απαιτητικές άριες και lieder και ειδικευόταν στον Μότσαρτ, στον Βέρντι και στον Μπραμς. Ορισμένες φορές παρουσίαζε και δικές της συνθέσεις ενώ το αγαπημένο της ανκόρ ήταν το "Clavelitos" του Χοακίν Βαλβέρντε Σανχουάν: επρόκειτο για ένα ισπανικό τραγούδι για γαρίφαλα, μετά το οποίο η Φλόρενς πετούσε χούφτες από μπουμπούκια στο κοινό. Μία ακόμη πηγή διασκέδασης για τους θεατές της όμως ήταν και τα κοστούμια τα οποία φορούσε στις εμφανίσεις της και τα σχεδίαζε η ίδια: το διασημότερο ήταν ένας συνδυασμός από τούλι και γιρλάντες με προσαρμοσμένα τεράστια χρυσά φτερά, μια εμφάνιση την οποία η ίδια αποκαλούσε «Ο άγγελος της έμπνευσης». Προφανώς, ουδέποτε αμφισβητούσε το χάρισμά της αλλά και τη διαρκή της βελτίωση. Άνθρωποι που τη γνώρισαν αφηγούνται ότι έπειτα από ένα ατύχημα με ταξί δήλωνε ότι πλέον μπορούσε να τραγουδήσει «το ψηλότερο φα της καριέρας της» και προκειμένου να ευχαριστήσει τον οδηγό τού δώρισε ένα κουτί πούρα Αβάνας! Το γεγονός ότι ουδείς μπορούσε να ακούσει τη συγκεκριμένη νότα δεν την πτοούσε καθόλου. Ο ενθουσιασμός του κοινού, μεταξύ των οποίων και διάσημοι μουσικοί, συντηρούσε την αυτοπεποίθησή της. Πηγές της εποχής αναφέρουν ότι ο Κόουλ Πόρτερ δεν έχανε καμία συναυλία της και είχε μάλιστα συνθέσει και ένα τραγούδι για αυτήν. Στους φανατικούς θαυμαστές της συγκαταλέγονταν θρύλοι της όπερας, όπως η Λίλι Πονς και ο Ενρίκο Καρούζο, αλλά και ο Βρετανός αρχιμουσικός σερ Τόμας Μπίτσαμ.

Από τα τέλη της δεκαετίας του '30 ως τις αρχές της δεκαετίας του '40 έκανε κάμποσες ηχογραφήσεις με δικά της έξοδα, οι οποίες γρήγορα έγιναν συλλεκτικές εξαιτίας του γέλιου που προκαλούσαν. Ήταν τόσο διασκεδαστικές, ώστε αργότερα κυκλοφόρησαν από διάφορες εταιρείες με προβοκατόρικους, κυριολεκτικά, τίτλους. Χαρακτηριστικά μπορεί να αναφερθεί το «Φλόρενς Φόστερ Τζένκινς: Δολοφονία των ψηλών ντο» (Naxos, 2003).

Η πραγματικά κορυφαία στιγμή της καριέρας της όμως ήρθε στις 25 Οκτωβρίου 1944 με την περίφημη εμφάνισή της στο Κάρνεγκι Χολ στα 76 της χρόνια: η συναυλία καταγράφηκε ως το ταχύτερο sold out στην ιστορία της αίθουσας με τον κόσμο να αναζητεί μανιωδώς εισιτήρια πληρώνοντας όσο-όσο ενώ το ενδιαφέρον του Τύπου ήταν εντυπωσιακό. Το Newsweek έγραψε ότι δυόμισι χιλιάδες άνθρωποι δεν κατάφεραν, τελικά, να εξασφαλίσουν το μαγικό χαρτάκι της εισόδου συνεχίζοντας, βέβαια, με μια σαρδόνια κριτική. Έναν μήνα αργότερα, μετά την τελευταία της αυτή εμφάνιση, στις 26 Νοεμβρίου, έπαθε καρδιακή προσβολή και πέθανε, στο πολυτελές Hotel Seymour της Νέας Υόρκης όπου διέμενε.

Πηγή: Τουλάτου Ισμα Μ., 17/4/2016 (tovima.gr)


c. 1915
Jenkins, Florence Foster (19/5/1868 - 26/11/1944), singer, was born Narcissa Florence Foster in Wilkes-Barre, Pennsylvania, the daughter of Charles Dorrance Foster, a lawyer, banker, and member of the Pennsylvania legislature, and Mary Jane Hoagland. She showed an early taste for music and received piano lessons, but her parents refused to support her desire to study abroad, according to her longtime accompanist Cosmé McMoon, because of the "excruciating quality of her voice". Around 1885, determined to pursue a career as a soprano, she left home and married Francis Thornton Jenkins, a Philadelphia physician sixteen years her senior. The couple had no children and were divorced in 1902. Left unprovided for by her husband and cut off from support by her wealthy father, Jenkins made a bare living as a piano teacher. Around 1908 St. Clair Bayfield (1875-1967), an actor well connected in New York theater circles, became her manager; they lived together from that year until her death, and he was heir to her estate.

When Jenkins's father died in 1909, she inherited enough money to begin taking voice lessons. Undiscouraged by the uniform criticism of her inability to carry a tune, her uncertain sense of rhythm, and her complete failure to reach the upper registers in pitch, she vigorously undertook a professional career, staging the first of a series of annual recitals in the foyer of the Ritz-Carlton hotel in New York City in 1912. Her mother died in 1928, giving her control of a considerable family fortune and freeing her to expand her range of performance venues to regular concerts in Newport, Rhode Island; Washington, D.C.; Boston; and Saratoga Springs, New York. She also became active in cultural affairs in New York City: She chaired the Euterpe Club's yearly tableaux vivants, served as president of the American League of Pen Women, and founded the Verdi Club, whose annual Ball of the Silver Skylarks she financed.

Mme. Jenkins, as she styled herself, became a byword for artistic ambition and self-delusion. The author Stephen Pile ranked her "the world's worst opera singer", asserting, "No one, before or since, has succeeded in liberating themselves quite so completely from the shackles of musical notation" (p. 115). She nevertheless performed the most challenging arias and lieder, specializing in work by Mozart, Verdi, and Brahms. She occasionally lightened her repertoire with her own modest compositions and those of her accompanist McMoon, and a favorite encore was Joaquín Valverde Sanjuán's "Clavelitos", a Spanish song about carnations, after which she would throw handfuls of rosebuds into the crowd. An additional source of amusement for the audience was the ornate self-designed costumes she wore for her appearances, the most famous being an elaborate confection of tulle and tinsel with huge golden wings attached, in which she identified herself as "the Angel of Inspiration".

Apparently she never doubted the excellence, and indeed the continuing improvement, of her performances. Francis Robinson, assistant manager of the Metropolitan Opera, wrote that after an accident in a taxicab in which she was riding in 1943, she stated that she could sing "a higher F than ever before" and that she was so pleased that she rewarded the driver with a box of Havana cigars. The fact that no one else could hear the note did nothing to diminish her conviction. The enthusiasm of her audience, including professional musicians, supported her confidence in her ability. The journalist Brooks Peters wrote that Cole Porter never missed one of her concerts and even composed a song for her; Jenkins's other ardent fans included the opera stars Lily Pons and Enrico Caruso and the British conductor Sir Thomas Beecham.

Between the late 1930s and early 1940s, Jenkins made, at her own expense, five 78 rpm records containing nine operatic arias for Melotone, a New York label that ordinarily issued discs of popular music. Intended for sale to her friends at $2.50 apiece, her recordings were avidly collected as humorous novelty items and quickly became collector's items. Time described a recording she made of an aria from Mozart's Magic Flute, stating that her "nightqueenly swoops and hoots, her wild wallowings in descending trills, her repeated staccato notes like a cuckoo in its cups, are innocently uproarious to hear" (16 June 1941). So entertaining were Jenkins's efforts that her recordings were subsequently reissued on other labels, always with mocking titles. Long-playing records containing collections of her performances include A Florence! Foster!! Jenkins!!! Recital!!!! (RCA Victor, 1954), Florence Foster Jenkins: The Glory (????) of the Human Voice (RCA Victor 1962), Florence Foster Jenkins and Friends: Murder on the High Cs (Naxos Nostalgia, 2003), and The Muse Surmounted: Florence Foster Jenkins and Eleven of Her Rivals (Homophone, 2004).

On 25 October 1944 Jenkins achieved national prominence with the climactic event of her musical career, a recital she arranged at Carnegie Hall. Assisted by the Pascarella Chamber Music Society Quartet and accompanied by the flutist Oreste De Sevo as well as by pianist McMoon, she performed all of her signature selections in what was said to be the fastest sold-out concert in the hall's history. People readily paid scalpers twenty dollars for their two-dollar tickets. The success of the concert was widely noted in the press; Newsweek reported that two thousand ticket seekers were turned away. The magazine's sardonic review stated, "Howls of laughter drowned Mme. Jenkins's celestial efforts. Where stifled chuckles and occasional outbursts had once sufficed at the Ritz, unabashed roars were the order of the evening at Carnegie" (6 Nov. 1944). A month and one day after her performance at Carnegie Hall, Jenkins suffered a heart attack and died at her residence, the luxurious Hotel Seymour in New York City.

Source: Dennis Wepman (anb.org)






















































































Περισσότερες φωτογραφίες – More photos


See also

Okja (2017) – A film by Bong Joon-ho – Ahn Seo-hyun, Tilda Swinton, Paul Dano, Steven Yeun, Jake Gyllenhaal, Giancarlo Esposito, Lily Collins, Shirley Henderson (Download the movie)

Im Keller / In the Basement (2014) – A film by Ulrich Seidl (Download the movie)

Maurice (1987) – A film by James Ivory – James Wilby, Hugh Grant, Rupert Graves (HD 1080p)

Shostakovich Against Stalin: The War Symphonies – A Documentary by Larry Weinstein – Netherland Radio Philharmonic, Kirov Orchestra, Valery Gergiev (HD 1080p)


Son of Saul (2015) – A film by László Nemes – Géza Röhrig, Levente Molnár, Urs Rechn (Download the movie)

Amour (2012) – A film by Michael Haneke – Emmanuelle Riva, Jean-Louis Trintignant, Isabelle Huppert, Alexandre Tharaud (Download the movie)


Dmitri Shostakovich: Katerina Izmailova (Lady Macbeth of Mtsensk), 1966 – A film by Mikhail Shapiro – Galina Vishnevskaya, Konstantin Simeonov


The New Babylon (Novyy Vavilon), 1929 – A film by Grigori Kozintsev & Leonid Trauberg – Music by Dmitri Shostakovich (HD 1080p)


Farinelli (1994) – A film by Gérard Corbiau – Stefano Dionisi, Enrico Lo Verso, Elsa Zylberstein (Download the movie)


Copying Beethoven (2006) – A film by Agnieszka Holland – Ed Harris, Diane Kruger (HD 1080p)


Eroica (The Movie, BBC 2003) by Simon Cellan Jones – Ian Hart, Leo Bill, Claire Skinner, Frank Finlay – John Eliot Gardiner (HD 1080p)


Tous les Matins du Monde / All the Mornings of the World / Όλα τα Πρωινά του Κόσμου (1991) – A film by Alain Corneau (Download the movie)



Death in Venice (1971) – A film by Luchino Visconti – Dirk Bogarde, Björn Andrésen, Silvana Mangano – Music by Gustav Mahler (Download the movie)


No comments:

Post a Comment